Αν αυτό το καλοκαίρι βάλεις μόνο ένα βιβλίο στη βαλίτσα των διακοπών, ας είναι αυτό
Το καλοκαίρι είναι η στιγμή να αφήσουμε λίγο πίσω την ταχύτητα της καθημερινότητας και να βυθιστούμε σε μια καλή ιστορία, αφήνοντας τις σελίδες ενός βιβλίου να μας οδηγήσουν σε νέους κόσμους και διαφορετικές εποχές.
Για το φετινές διακοπές επιλέγουμε ένα βιβλίο που πρόλαβε να γίνει viral με το που κυκλοφόρησε. Μια λογοτεχνική έκπληξη που μετατρέπει τη μνήμη και την Ιστορία σε μια συναρπαστική ανθρώπινη αφήγηση: Την «Χερσόνησο με τα άδεια σπίτια», του Νταβίντ Ουκλές.
Όλα άρχισαν στα 15 του χρόνια: Ο έφηβος Νταβίντ Ουκλές ακούει τον παππού του να αφηγείται ιστορίες από τον ισπανικό εμφύλιο και, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, βρίσκει τον σπόρο ενός έργου που θα τον απασχολήσει για περισσότερο από μια δεκαπενταετία.
Το βιβλίο που θα βάλουμε φέτος στη βαλίτσα των διακοπών
Σήμερα, στα 36 του χρόνια, ο Ισπανός συγγραφέας, μουσικός και εικονογράφος από την Ούβεδα της Ανδαλουσίας έχει πίσω του ένα βιβλίο-σταθμό: τη «Χερσόνησο με τα άδεια σπίτια» (μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Μεταίχμιο), ένα μυθιστόρημα που κοιτάζει τον Ισπανικό Εμφύλιο όχι μόνο ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως τραύμα, οικογενειακή μνήμη και συλλογική φαντασία.
Ο Ουκλές ήρθε και στην Ελλάδα πριν μερικές εβδομάδες, ως επίτιμος προσκεκλημένος του Φεστιβάλ ΛΕΑ, για να παρουσιάσει το μυθιστόρημά του και να συναντήσει το ελληνικό κοινό. Στην Αθήνα μίλησε για ένα έργο που συνδυάζει την Ιστορία με τη μαγικό ρεαλισμό -έναν τρόπο γραφής που δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον κόσμο μόνο με γεγονότα, αλλά να αποδώσει και όσα επιβιώνουν στη μνήμη: τους φόβους, τους θρύλους, τις σιωπές, τις οικογενειακές αφηγήσεις.
Η πρώτη εντύπωση που μπορεί να δημιουργήσει ένα μυθιστόρημα 800 σελίδων για έναν εμφύλιο πόλεμο είναι ίσως εκείνη ενός δύσκολου, απαιτητικού αναγνώσματος. Όμως εδώ βρίσκεται και η μεγάλη έκπληξη του βιβλίου.
Η «Χερσόνησος με τα άδεια σπίτια» δεν είναι μια ψυχρή ιστορική αναπαράσταση ούτε ένας κατάλογος γεγονότων. Είναι ένας ζωντανός κόσμος, γεμάτος χαρακτήρες, παράδοξα, χιούμορ, φαντασία και ανθρώπινη συγκίνηση. Ο πόλεμος υπάρχει παντού, αλλά δεν καταπίνει τους ανθρώπους που τον βιώνουν.
Ο Ουκλές παίρνει μια από τις πιο επώδυνες σελίδες της ισπανικής ιστορίας και την μετατρέπει σε μια μεγάλη αφήγηση για το πώς οι κοινωνίες θυμούνται και πώς οι οικογένειες κουβαλούν όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Το χωριό Χάντουλα, η λογοτεχνική εκδοχή του τόπου καταγωγής του, γίνεται ένας μικρόκοσμος όπου οι προσωπικές μοίρες συναντούν τη μεγάλη Ιστορία. Οι ήρωες του βιβλίου είναι άνθρωποι με επιθυμίες, φόβους, απώλειες και ελπίδες.
Η ιδιαιτερότητα της γραφής του βρίσκεται ακριβώς στη συνύπαρξη του πραγματικού και του φανταστικού. Στον κόσμο του Ουκλές, η πραγματικότητα δεν παραμορφώνεται για να γίνει λιγότερο σκληρή. Αντίθετα, το στοιχείο του θαυμαστού φωτίζει πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας που μια καθαρά ρεαλιστική αφήγηση ίσως δεν θα μπορούσε να αποδώσει.
Σε συνέντευξή του στο Forbes España, ο συγγραφέας εξήγησε ότι η αρχική ιδέα δεν ήταν να γράψει απλώς ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο, αλλά να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από τη μνήμη της οικογένειάς του. «Όταν μου ήρθε η ιδέα, ήμουν 19 ετών. Πήρα ένα κομμάτι χαρτόνι και σχεδίασα έναν χάρτη με τους χαρακτήρες της οικογένειάς μου. Και τότε είπα: θα δημιουργήσω ένα Μακόντο από αυτό», ανέφερε, μιλώντας για την ανάγκη του να μεταμορφώσει την προσωπική μνήμη σε λογοτεχνία.
Αυτή η μεταμόρφωση είναι ίσως το κλειδί για να καταλάβει κανείς γιατί το βιβλίο έχει συγκινήσει τόσο διαφορετικούς αναγνώστες. Δεν χρειάζεται ο αναγνώστης να γνωρίζει σε βάθος την ισπανική ιστορία για να μπει στον κόσμο του. Η αφετηρία του είναι βαθιά ανθρώπινη: μια οικογένεια, ένας τόπος, οι ιστορίες που περνούν από γενιά σε γενιά.
Ο ίδιος ο Ουκλές έχει μιλήσει για την ανάγκη του να προσεγγίσει τον εμφύλιο πρώτα ως ανθρώπινο γεγονός.: «Όταν μιλάω για οτιδήποτε, πρώτα το προσεγγίζω από ανθρώπινη σκοπιά, μετά από φιλοσοφική, κοινωνιολογική και καλλιτεχνική, και τέλος από πολιτική», έχει πει. Αυτή η επιλογή είναι που επιτρέπει στο μυθιστόρημα να αποφύγει την παγίδα της απλής θέσης ή της διδαχής.
Ο συγγραφέας έχει παραδεχτεί ότι αρχικά όλα έμοιαζαν να λειτουργούν εναντίον του: το θέμα, η έκταση, αλλά και η χρήση του μαγικού ρεαλισμού. «Δεν ήταν καθόλου εύκολο θέμα, και έχουν ήδη γραφτεί τόσα πολλά για τον πόλεμο...Όλα ήταν αντίθετα: από το μέγεθος του βιβλίου μέχρι το θέμα και τον μαγικό ρεαλισμό, που μοιάζει να είναι μια πολύ απαξιωμένη ετικέτα», έχει δηλώσει.
Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που αξίζει να το διαβάσουμε φέτος το καλοκαίρι. Όχι επειδή είναι ένα «δύσκολο» βιβλίο που πρέπει να ολοκληρώσουμε ως άσκηση αντοχής, αλλά επειδή προσφέρει κάτι σπάνιο: μια μεγάλη αφήγηση που συνδυάζει την ιστορική μνήμη με τη λογοτεχνική απόλαυση. Ένα μυθιστόρημα που μας θυμίζει ότι οι ιστορίες των ανθρώπων, ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές εποχές, συνεχίζουν να αναζητούν έναν τρόπο να ειπωθούν.