Το φινάλε της σειράς «Μεγάλη Χίμαιρα» και η ανθρώπινη πλευρά του Καραγάτση μέσα από την κόρη του, Μαρίνα
Με το 6ο και τελευταίο επεισόδιο, που μεταδόθηκε το βράδυ της Κυριακής 1ης Φεβρουαρίου, στις 22:00 από την ΕΡΤ1, « Η Μεγάλη Χίμαιρα» ολοκλήρωσε το τηλεοπτικό της ταξίδι, χαρίζοντας στο κοινό ένα φινάλε υψηλής δραματουργικής έντασης. Η σειρά, που είναι ήδη διαθέσιμη στο ERTFLIX, έφτασε στο τέλος της, μία από τις μεγαλύτερες τηλεοπτικές παραγωγές που έχουν πραγματοποιηθεί στη χώρα.
Στο τελευταίο επεισόδιο, οι τηλεθεατές παρακολούθησαν την κορύφωση των τραγικών γεγονότων που σημάδεψαν το σπίτι των Ρεΐζηδων. Ένα φινάλε σκληρό, ποιητικό και αμείλικτο, όπως ακριβώς και το σύμπαν του Μ. Καραγάτση.
Η «άλλη» ματιά στον Καραγάτση μέσα από την κόρη του, Μαρίνα
Με αφορμή το τέλος της Μεγάλης Χίμαιρας, αξίζει να επιστρέψουμε σε μια σπάνια και πολύτιμη μαρτυρία. Το Bovary είχε φιλοξενήσει συνέντευξη της Μαρίνας Καραγάτση, μοναχοκόρης του συγγραφέα, όπως τα είχε αφηγηθεί στη Μυρτώ Λοβέρδου το 2018.
Η ίδια μιλούσε για έναν πατέρα δύσκολο, αντιφατικό, αλλά απολύτως αληθινό.
«Ηταν ο μπαμπάς μου, ο σπουδαίος μπαμπάς μου. Που με βασάνιζε που και που», έλεγε, περιγράφοντας έναν άνθρωπο με έντονες εκρήξεις. «Στη συμπεριφορά του ο Καραγάτσης είχε και σαδιστικές πλευρές αλλά μετά το μετάνιωνε. Σαν να του ερχόταν μια τρέλα και μετά να του περνούσε».
Αναφερόμενη στον χαρακτήρα του, η Μαρίνα Καραγάτση θυμόταν και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβανόταν τον εαυτό του, μέσα από τα αυτοβιογραφικά του κείμενα. «Το πως δεν καταλάβαινε τον εαυτό του, τον τρόμαζε», έγραφε ο ίδιος για τον εαυτό του, παραδεχόμενος «τους φοβερούς θυμούς, τα πείσματα, τους σαδισμούς, τους παραλογισμούς του», αλλά και την αδυναμία του να τους διορθώσει. Οπως σημείωνε, «παραδεχόταν τα ελαττώματά του δίχως να τα εγκρίνει».
Η ίδια μεγάλωσε πολύ νωρίς μέσα σε αυτή την ένταση. Θυμόταν χαρακτηριστικά ένα περιστατικό από τα πρώτα σχολικά της χρόνια, όταν ο πατέρας της την «πείραζε» με τον δικό του, σκληρό τρόπο χιούμορ. «Μόνον ένας συγγραφέας με την τρέλα και τη φαντασία του μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο», έλεγε. «Κι όταν πια ξέσπασα σε κλάμματα, μου είπε: “Μα καλά εσύ χιούμορ δεν έχεις καθόλου;”… Χιούμορ σε ένα παιδί έξι χρόνων».
Κι όμως, όπως τόνιζε, δεν του έκανε ποτέ «τη χάρη» να λυγίσει. «Παρ’ όλο που έκανε πράγματα που με στεναχωρούσαν, δεν του έκανα ποτέ τη χάρη να βάλω τα κλάμματα. Ποτέ».
Με τα χρόνια, η ματιά της έγινε πιο συμφιλιωτική. «Οταν τα δεις όλα αυτά από απόσταση και καταλάβεις τι ήταν αυτός ο άνθρωπος, ότι ζούσε μέσα σε έναν δικό του κόσμο, με τα φαντάσματά του, τα κρίνεις αλλιώς», έλεγε, εξηγώντας πως από νωρίς ήξερε ποιος ήταν ο Καραγάτσης, μέσα σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσε ο θαυμασμός για το έργο του.
Παρά τις εντάσεις, δεν ήθελε ποτέ να φύγει από εκείνο το σπίτι. «Δεν βαρέθηκα ποτέ… Πήγαινα στα σπίτια των φίλων μου όταν ήμουν ζορισμένη, για να βρω μια θαλπωρή. Αλλά όχι για πολύ. Ηθελα να γυρίσω στο δικό μου σπίτι». Ενα σπίτι «με μεγάλη ζωντάνια», όπου μπαινόβγαιναν άνθρωποι της γενιάς του ’30, χωρίς επισημότητες, σαν μια μεγάλη παρέα.
Ο Καραγάτσης, όπως τον θυμόταν, ήταν απολύτως αφοσιωμένος στη γραφή. «Οταν έγραφε, γινόταν θηρίο και φώναζε “σκασμός, γράφωωωω”», έλεγε, θυμίζοντας πως τον θυμάται πάντα να γράφει, είτε λογοτεχνία είτε δημοσιογραφία.
Δεν ήταν, ωστόσο, ένας άνθρωπος της τρυφερότητας. «Δεν ήταν ιδιαίτερα τρυφερός. Αλλά ήταν και η εποχή τέτοια», σημείωνε, εξηγώντας πως τα χάδια και οι εκδηλώσεις αγάπης δεν ήταν αυτονόητα στις οικογένειες εκείνης της γενιάς.
Κι όμως, πίσω από όλα αυτά, έβλεπε έναν άνθρωπο βαθιά δημοκρατικό. «Ο Καραγάτσης δεν ήταν κομμουνιστής αλλά ούτε και συντηρητικός δεξιός. Πιστεύω ότι ήταν βαθιά δημοκρατικός άνθρωπος», έλεγε, θυμίζοντας επιλογές του που το αποδείκνυαν στην πράξη.
Στο τέλος της ζωής του, θυμόταν και τη στιγμή της αμφιβολίας. «Τόσες αρνητικές κριτικές, μήπως και δεν αξίζω τίποτε; Μήπως ήμουν ένα μηδενικό;», της είχε πει, αποκαλύπτοντας μια ευάλωτη πλευρά που σπάνια φαινόταν δημόσια.
Και όταν ο Καραγάτσης πέθανε, εκείνη κατάλαβε τι πραγματικά σήμαινε η παρουσία του. «Τώρα θα καταλάβεις τι σήμαινε η ζωντάνια του και πώς θα νεκρώσει το σπίτι μας», της είπε η μητέρα της. Η ίδια, όμως, παραδεχόταν πως μετά τον θάνατό του «πήρα μια ανάσα», νιώθοντας πως για πρώτη φορά μπορούσε να βρει τον δικό της λόγο.