Lila de Nobili: Μια έκθεση για τη θρυλική σκηνογράφο του 20ου αιώνα που μετουσίωνε την ύλη σε όνειρο
Στο art space 16 Fokionos Negri, το Ίδρυμα “Η Άλλη Αρκαδία” του Σωτήρη Φέλιου φέρνει στο φως πτυχές από το αιθέριο σύμπαν της μεγάλης δημιουργού, μέσα από την έκθεση Lila de Nobili: Υλικά ονείρων.
De Nobili…Μιας γενιάς ευγενικής, αν πάρουμε κυριολεκτικά το επίθετό της, με την οικογένειά της να έχει το δικό της φέουδο στην περιοχή της Λα Σπέτσια, όπου γεννήθηκε. Κι όμως, αυτό που είχε σημασία για τη Lila de Nobili σε όλη της τη ζωή ήταν η ευγένεια της ψυχής… Ο Luchino Visconti την αποκαλούσε Αγία Πουλχερία των Καθολικών, ενώ ο κοντινότερος φίλος και συμπορευτής της, Γιάννης Τσαρούχης την προσφωνούσε Αγία Μελανία των Ορθόδοξων.
Η Lila de Nobili σαν μυστική διαβάτης των ονείρων, που πάντα έφερνε κάτι πίσω μαζί της, έχρισε μέσα από τα ζωγραφισμένα στο χέρι σκηνικά της, τις δικές της Ατλαντίδες. Μέσα στους απέραντους χώρους της Σκάλας του Μιλάνου, της Όπερας της Ρώμης και του Παρισιού έστησε κόσμους εύθραυστους και εύθρυπτους σαν την ιδιοσυγκρασία της. Χωρίς ίχνη αλλά με βαθύ αποτύπωμα στην ψυχή. Κόσμους από γάζα, αραχνοΰφαντο τούλι, παλαιωμένα υφάσματα και μια βαθιά συνομιλία με την ιστορία της τέχνης. Θηρευτής του υπερκόσμιου, άνοιγε ρωγμές στο ενύπνιο, μέσα από λεπτές χειρονομίες ευαισθησίας και αναζήτησης του φωτός.
Η δημιουργός σπούδασε ζωγραφική στις ακαδημίες Ranson και Julian στο Παρίσι και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης. Σαν την πιο υπάκουη μαθήτρια τριγύριζε πάντα με ένα καλάθι με μπλόκ και παστέλ, βρίσκοντας τα θέματά της στο μετρό και στις πλατείες ή περνώντας ώρες από την κάθε της μέρα στο Λούβρο, μελετώντας τα μυστικά του Rembrandt και του Goya…Τη διαφορά στο μπλε του Courbet ή του Corot… Μέσα στα είκοσι μόλις χρόνια που εργάσθηκε ως σκηνογράφος, σταματώντας αναίτια το 1968 στα πενήντα της χρόνια, καθιέρωσε μια αισθητική, που σε αγγίζει σαν μια παλιά, ξεθωριασμένη φωτογραφία. Όπως εκείνο το παλτό που έριξε στη χλωρίνη και άφησε να ξεθωριάσει πατώντας το με τα γυμνά της πόδια στη σαρτορία Τιρέλλι της Ρώμης, προσδίδοντάς του μια υφή, αλλαγμένη από τη συνύπαρξη με το ανθρώπινο σώμα.
Πλάσμα χαρισματικό και ταπεινό, η de Nobili δεν έδωσε ποτέ της συνέντευξη, ενώ απέφευγε ακόμα και το να εμφανίζεται η φωτογραφία της στους καταλόγους των ιστορικών παραστάσεων, που σχεδόν σκηνοθετούσε με την εικαστική της ματιά. H Lila ήταν μία “μεγάλη εξαίρεση” στον κόσμο της τέχνης. Μια προστάτιδά της, αφανής και αιωνίως ανένταχτη, που ανέπνεε για τη δημιουργία.
Ο συλλέκτης Σωτήρης Φέλιος, συγκινημένος από το έργο της φιλοξενεί μία αφιερωματική έκθεση προς τιμήν της στο Ίδρυμα «η Άλλη Αρκαδία» στην Κυψέλη, επιμελημένη από τον μελετητή της Ερρίκο Σοφρά, ο οποίος είχε την τύχη να τη γνωρίσει έναν χρόνο πριν από τον θάνατό της, το 2001. Τότε που εκείνη αρνήθηκε μέχρι και το δώρο του, τα σοκολατάκια του Fauchon, γιατί της φάνηκε πολύ ακριβό για εκείνη, όπως αφηγείται. Η de Nobili έφερε τη φειδώ και την ολιγάρκεια εντός της, ως μία ηθική στάση. Γενναιόδωρη προς όλους δεν υπέγραφε και τις περισσότερες φορές σκορπούσε απλόχερα τα σκίτσα της. Κι όταν κάποιος φίλος βρισκόταν σε ανάγκη τότε μόνο εκείνη προσέφερε το έργο της ενυπόγραφο, φροντίζοντας να λάβει την αξία του.
Φιγούρα αινιγματική, η de Nobili παρέμενε παρούσα για την τέχνη και απούσα για το περιττό. Ισχυρή πλάι στους μεγάλους και ίσως μεγάλη για αυτή τη δύναμή της να αποσύρεται από την τύρβη. Ζωγράφος, ενδυματολόγος και σκηνογράφος, η πολυπράγμων καλλιτέχνης συναρπάζει σήμερα γιατί έζησε μια ζωή ιδανική, πλάι σε δημιουργούς, όπως ο Raymond Rouleau, o Luchino Visconti, ο Franco Zeffirelli και ο Peter Hall, ακολουθώντας τη δική της ασκητική, δοσμένη στους δικούς της φασματικούς κόσμους του ονείρου και όχι στη λάμψη του εφήμερου και στην ανάγκη για υστεροφημία. Η de Nobili που έζησε σε δύο δωμάτια υπηρεσίας στη Rue de Verneuil, στο κέντρο του Παρισιού με το ελάχιστο, κατοίκησε εντέλει σε μια δική της σφαίρα του μύθου.
Ανάμεσα σε τόσα ανώνυμα και συχνά αποδιδόμενα λανθασμένα σε άλλους, έργα της ο λογοτέχνης, μεταφραστής και συλλέκτης του έργου της, Ερρίκος Σοφράς μέσα από τη μεθοδική αναζήτηση χρόνων σε δημοπρασίες καλλιέργησε τη δυνατότητα να διακρίνει την πινελιά της. Αυτή της τελευταίας σκηνογράφου, που ζωγράφιζε και το παραμικρό σκηνικό αντικείμενο με τα χέρια της. Μέσα από τη συναισθηματικά φορτισμένη συλλογή του, που ξεκίνησε από δύο έργα που του χάρισε εκείνη, εκκινεί κανείς ένα μικρό ταξίδι μυσταγωγίας.
Επιστολές, φωτογραφίες, εξώφυλλα με εικονογραφήσεις της Vogue, δώδεκα μακέτες από εμβληματικές της παραστάσεις τις οποίες συμπεριέλαβε σε κατάλογό της και η Σκάλα του Μιλάνου… Tο ζωγραφισμένο παραβάν από τη μοναδική της έκθεση ζωγραφικής στη μικρή γκαλερί Heyrène στη λεωφόρο Hausmann στο Παρίσι του 1951 αλλά και δωρεές από το αρχείο του μεγάλου Έλληνα σκηνογράφου Διονύση Φωτόπουλου και του σκηνοθέτη Ανδρέα Βουτσινά, αφήνουν μια χαραμάδα ονείρου ανοιχτή, ανασυστήνοντας αδιόρατα κάτι από τον ποιητικό της κόσμο.
Οι επιρροές από τον Goya και τον Velázquez και οι σκοτεινές ελεγειακές αποχρώσεις διαπερνούν το έργο της. Την ίδια στιγμή, όπως είχε εκφράσει ο σκηνοθέτης Peter Hall είχε τη σπάνια ικανότητα να μετατρέπει το χρώμα σε φως. Την de Nobili καθοδηγεί πάνω και πέρα απ’ όλα μια εσωτερική αναμέτρηση με τη δουλειά της. Μέσα από αφηγήσεις τη μνημονεύουν να πληρώνει για να απομακρύνει τους φροντιστές σκηνικών και να σχεδιάζει μόνη μες στη νύχτα με μία βούρτσα τους τεράστιους καμβάδες της, φέρνοντας στο φως με την ανέγερσή τους μια αποκάλυψη. Η απόκοσμη, υπνωτιστική αχλή, που ζωοδοτούσε το περιβάλλον της οφειλόταν σε εκείνο το λευκό φως, που επέλεγε αντί για το σύνηθες, κίτρινο…
Από τα σκηνικά της δεν έχει διασωθεί τίποτε... Μένουν μόνο οι μαρτυρίες, τα έκθαμβα επιφωνήματα και οι εγγραφές σε απομνημονεύματα. Όπως του Μαέστρου Carlo Maria Giulini που διηύθυνε την ιστορική Τραβιάτα του Visconti με την Μαρία Κάλλας. Για καθεμία από τις είκοσι φορές που ήταν υπεύθυνος αυτής της παράστασης, αντικρίζοντας το σκηνικό της ένιωθε πως “η ψευδαίσθηση της τέχνης διαλυόταν”, αφού έμοιαζε να εισχωρεί με όλες του τις αισθήσεις σε έναν άλλο κόσμο απίστευτα ζωντανό.
Κι αν από τα επιλεγμένα τεκμήρια εκλείπει το ζωντανό γεγονός, το βίωμα μπροστά στο θέαμα, ανάμεσα στο παιχνίδι με τη σέπια και το μαύρο, το χρώμα και τις φωτοσκιάσεις του ονείρου, υπάρχει η μαγνητική δύναμη της εικόνας, η λανθάνουσα αίσθηση εκείνης της πρώτης μέθεξης.
Το βάπτισμα του πυρός ξεκινά to 1946 με τις εικονογραφήσεις της να γίνονται εξώφυλλο στη Vogue, αποτυπώνοντας πρώτη το New Look του Dior και φιλοτεχνώντας τις βιτρίνες της Hermès, μετατρέποντάς τες σε πρώιμες εγκαταστάσεις. Κι ύστερα μέσα από τη συνεργασία της με τον Rouleau, βρίσκουμε σκηνές ζωγραφισμένες στο χαρτί, που συλλαμβάνουν τις ζωές των δραματικών ηρωίδων, αποτυπώνοντας κάτι από τη μεγαλοφυία της.
Στα memorabilia της έκθεσης, συναντούμε το πρόγραμμα της Gigi με εξώφυλλο την ενζενί-πρωταγωνίστρια Audrey Hepburn στο ομώνυμο έργο της Colette, που ανέβηκε στο Θέατρο Fulton του Μπρόντγουεϊ το 1951. Ή τις μακέτες από τη μυθική Τραβιάτα του ’55, με τον Visconti να σκηνοθετεί όπερα για χάρη της Κάλλας.
Κάθε σύνθεση της de Nobili είναι μια ευθεία αναφορά στην τέχνη. Όπως το ολόλευκο φόρεμα της δεύτερης πράξης, εμπνευσμένο από τον πίνακα “η κούνια” του Renoir. Αλλά και τα κοστούμια με τους κορσέδες και την υπερτονισμένη μέση, που αναδείκνυαν τη φίνα, πλέον, σιλουέτα της La Divina. Όλα τους σχεδιασμένα με αφορμή μια carte de visite της Sarah Bernard ως Βιολέτας Βαλερύ στην Κυρία με τις Καμέλιες. Η de Nobili τη μοιράστηκε με τον Visconti πείθοντάς τον να μεταφέρουν χρονικά την περίοδο που διαδραματιζόταν το λιμπρέτο από τα μέσα του 19ου αιώνα στο fin de siècle, για να επιτύχουν το ιδεώδες.
Τα σκηνικά για την Αΐντα του Zefirelli το ’61 στη Σκάλα, που ανακαλούν την πρώτη παράσταση στην Αίγυπτο την εποχή της διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ… Η επετειακή Κάρμεν στo Palais Garnier για τη συμπλήρωση των εκατό της χρόνων, που παρακολούθησε και η Μαρίνα Καραγάτση… Ο “ωραίος αδιάφορος” του Jean Cocteau, μονόλογος γραμμένος ειδικά για την Edith Piaf, που απαίτησε να έχει τη de Nobili δίπλα της. Αφηγήσεις που συναινούν στο σκηνικό της θαύμα…
Φωτογραφίες από τη δεκαετία του ’70 επιστρέφουν στη σχέση με τον Γιάννη Τσαρούχη, τον πολύτιμο φίλο με τις εκλεκτικές συγγένειες. Η γνωριμία τους ξεκινά το ’62 στη Σκάλα, όταν ο ίδιος δουλεύει με την Κάλλας τη Μήδεια σε σκηνοθεσία Μινωτή. Το δέσιμό τους θα γίνει βαθύτερο, όταν εκείνος θα εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι. Η de Nobili εγκαταλείπει το θέατρο και μαζί ιδρύουν στη rue Saint- Honoré μια Ακαδημία ζωγραφικής, εμπνευσμένη από τον Πλάτωνα. Οι μαθητές και οι φίλοι από την Ελλάδα θα τη συντροφεύουν στην υπόλοιπη ζωή της… Όπως η φίλη της, μαθήτρια του Τσαρούχη και σχεδιάστρια κοσμημάτων Μαρίνα Αθανασίου που στάθηκε αιτία για να γνωρίσει τη de Nobili ο επιμελητής της έκθεσης και να γίνει και ο ίδιος ένας θεματοφύλακας του έργου της.
Ο Ερρίκος Σοφράς εγκύπτει με ευαισθησία στα πειστήρια μιας εποχής που η de Nobili μετερχόταν τα δικά της υλικά μαγείας, δίνοντας έναν προσωπικό τόνο σε ένα πορτρέτο δικό της…
Πότε ήταν η πρώτη φορά που ακούσατε για τη Lila de Nobili και πώς προέκυψε η γνωριμία σας με εκείνη;
Ε.Σ. Το όνομά της το πρωτοσυνάντησα σε κείμενα του Γιάννη Τσαρούχη, με τον οποίο συνδέθηκε στενά. Ο Τσαρούχης έτρεφε πάντα μεγάλο θαυμασμό στη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Ντε Νόμπιλι. Αλλά εκτιμούσε πολύ και το φέρσιμό της, την αποκαλούσε “αγία Λίλα”, τη σεβόταν βαθιά. «Είναι από τα λίγα πρόσωπα του πρόστυχου κόσμου που ζούμε που με κάνουν να αισθάνομαι υπερήφανος που είμαι άνθρωπος» γράφει γι’ αυτήν σε επιστολή του. Όμως όποιο βιβλίο για το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό θέατρο κι αν ανοίξεις, όποια ιστορία της σκηνογραφίας, το όνομά της συνοδεύεται με εκφράσεις θαυμασμού. Ο σκηνοθέτης Τζεφιρέλλι στην αυτοβιογραφία του σημειώνει: “Ήταν η μεγαλύτερη σκηνογράφος που συνάντησα, η δασκάλα όλων μας”. Υπήρξε ένα πρόσωπο απροσδιόριστο, άπιαστο, φευγαλέο. Η επιτομή της συστολής και της εσωστρέφειας. Αν και συνεργάστηκε και συναναστράφηκε τόσο σημαντικούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς, δεν έδωσε ποτέ συνέντευξη, δεν υπάρχει καμία φωτογραφία της στα θεατρικά προγράμματα των παραγωγών που συμμετείχε, έκανε οτιδήποτε για να εξαφανιστεί. Δήλωνε ερασιτέχνης ή αυτοσχέδια σκηνογράφος, δεν ήθελε να θεωρείται ζωγράφος.
Τι σας ώθησε στο να αρχίσετε να συλλέγετε έργα της;
Ε.Σ. Μόνο ο θαυμασμός μου στο ζωγραφικό και σκηνογραφικό της έργο. Και κανένα απολύτως επενδυτικό κίνητρο. Την πρώτη φορά που συνάντησα τη Ντε Νόμπιλι στο Παρίσι, το χειμώνα του 2000, λίγους μήνες πριν πεθάνει, μου έβαλε στα χέρια δύο υπέροχα σχέδιά της. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, η φίλη μου ζωγράφος Ευφροσύνη Δοξιάδη μου χάρισε δυο μακέτες κοστουμιών για τον Κυμβελίνο του Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία του Πήτερ Χωλλ. Έτσι έγινε η αρχή. Η απόκτηση κάθε έργου κρύβει μια μικρή ιστορία, κάποτε πολύ γοητευτική.
Θεωρείτε ότι είναι μια υποτιμημένη δημιουργός; Γιατί έχει αξία να γνωρίσουμε το έργο της σήμερα;
Ε.Σ. Όχι, δεν πιστεύω πως είναι καθόλου υποτιμημένη. Όταν, το 1947, η Ντε Νόμπιλι άρχισε να εργάζεται για το θέατρο, έγινε γνωστή πολύ σύντομα. Αυτό που δημιουργούσε επί σκηνής ήταν πρωτοφανέρωτο. Κόσμους μαγείας και ποίησης. Με παλιά, φθαρμένα υφάσματα, ή ρούχα που τα πάλιωνε η ίδια, με υλικά εύθρυπτα και λεπτά, με διαφανείς επιφάνειες από γάζες που φιλτράρουν το φως στη σκηνή, με όλα τα μυστικά των παλιών σκηνογράφων και τη μεγάλη γνώση της ζωγραφικής, ανέσυρε από το υποσυνείδητο βαθιά, και ζωντάνεψε, τοπία ρομαντικά και μισοφώτιστα, όπου έζησαν πρόσκαιρα τόσοι ήρωες και ηρωίδες του θεάτρου, της όπερας, του χορού.
Στον κατάλογο της έκθεσης το μαγικό άγγιγμα της de Nobili παραλληλίζεται με τη σκόνη από τα φτερά μιας πεταλούδας… Ποια είναι η προσωπική σας εντύπωση από αυτή την ιστορική δημιουργό;
Ε.Σ. Η Ντε Νόμπιλι αναζήτησε το άφατο, το άρρητο. Το βλέπουμε αυτό σε καθετί δικό της, στο πιο μικρό της σχέδιο. Ο φίλος της ενδυματολόγος των μεγαλύτερων ταινιών του Βισκόντι, Πιέρο Τόζι το διατύπωσε τέλεια: “Δεν είναι ανθρώπινο χέρι. Είναι σαν πεταλούδα, η σκόνη της πεταλούδας, που έπεσε στο χαρτί.” Το χρώμα γι’ αυτήν αποτελεί πηγή φωτός, γίνεται φως.
Η αγάπη της Lila de Nobili για την τέχνη είναι γνωστή. Μαθαίνουμε όμως ακόμα ότι ήταν εικονογράφος στη Vogue. Ποια ήταν η σχέση της με τη μόδα και το ένδυμα;
Ε.Σ. Στην τέχνη μυήθηκε εξ απαλών ονύχων, αφού η μητέρα της, αν και χορεύτρια, ζωγράφιζε εξαιρετικά, αδελφός της μητέρας της ήταν ο σημαντικός ζωγράφος, χαράκτης και σκηνογράφος του Μεσοπολέμου Μαρσέλ Βερτές, τιμημένος με Όσκαρ το 1952, στο μεγαλοαστικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον, που μεγάλωσε σύχναζαν σημαντικοί ζωγράφοι, όπως ο Φερούτσιο Φεράτσι και ο Σαρτόριο, που φιλοτέχνησαν πορτρέτα της οικογένειας και δικά της. Ζωγράφιζε συστηματικά και πριν ασχοληθεί με το θέατρο αλλά και μετά μέχρι το τέλος. Από συστολή δεν ήθελε να θεωρείται ζωγράφος, και ως τα τελευταία χρόνια της ζωής της συνέχιζε να σπουδάζει και να μελετά τα μυστικά των χρωμάτων και της σύνθεσης πλάι σε σημαντικούς ζωγράφους, αγιογράφους, ειδικούς τεχνίτες, σε σχολές στο Παρίσι και στο Βέλγιο. Η γαλλική Vogue, με διευθυντή της τον Michel de Brunhoff, θαυμάζοντας τη γραμμή της και τη ζωγραφική της δεινότητα, κλείνει συμβόλαιο μαζί της το 1946, αμέσως της αναθέτουν να κάνει εξώφυλλα, αλλά και να σχεδιάσει δημιουργίες από την κολεξιόν με το New Look του Christian Dior.
Υπάρχει κάποια προσωπική σας ανάμνηση από τη γνωριμία σας που θα θέλατε να μοιραστείτε;
Ε.Σ. Τη συνάντησα δύο μόνο φορές στο μισοφώτιστο κατάλυμά της κάτω από τις παρισινές στέγες στην καρδιά του Παρισιού. Οι ώρες που έμεινα στον χώρο της, το φέρσιμο της σ’ έναν μουσκεμένο από τη γεναριάτικη καταιγίδα ταξιδιώτη, τα γραπτά λόγια που ανταλλάξαμε σε σημειωματάρια, γιατί έτσι επικοινωνήσαμε, τα δώρα της, σήμαιναν πολλά για μένα, αποκάλυψαν τον άνθρωπο, αλλά και τη σπάνια δημιουργό. Ο χώρος, της λουσμένος σ’ ένα θαμπό ασημένιο φως, ζωντάνεψε όλα τα σκηνικά που φιλοτέχνησε “με λογισμό και μ’ όνειρο». Χωρίς να μιλά καθόλου, στάλαξε μέσα μου νοήματα.
Η έκθεση Lila de Nobili: Υλικά ονείρων θα διαρκέσει έως και τις 20 Φεβρουαρίου
Ίδρυμα «Η Άλλη Αρκαδία», Φωκίωνος Νέγρη 16, Αθήνα