Το «Ριφιφί του αιώνα» που καθήλωσε το κοινό: Οι δύο αληθινές ιστορίες που ενέπνευσαν τον Σωτήρη Τσαφούλια
Η τηλεοπτική σειρά «Ριφιφί», σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια και σενάριο των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή, αποτέλεσε ένα από τα πιο συζητημένα εγχειρήματα της πρόσφατης τηλεοπτικής παραγωγής. Πρόκειται για μια σειρά μυθοπλασίας, που βασίζεται σε ένα από τα πιο μυστηριώδη εγκλήματα της σύγχρονης ελληνικής Iστορίας.
Η παραγωγή της COSMOTE TV εμπνέεται από τη διάρρηξη της Τράπεζας Εργασίας το 1992, το αποκαλούμενο «ριφιφί του αιώνα», μια υπόθεση που παραμένει ανεξιχνίαστη μέχρι σήμερα. Τα πραγματικά γεγονότα αποτελούν τη βάση της αφήγησης, η οποία εκτυλίσσεται σε έξι επεισόδια και επιχειρεί να ανασυνθέσει τόσο την επιχείρηση των δραστών όσο και το πέπλο μυστηρίου που την περιβάλλει.
Η πραγματική ιστορία της μεγάλης ληστείας
Στις 21 Δεκεμβρίου 1992, ημέρα Δευτέρα, οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας στην οδό Καλλιρρόης 19, στον Νέο Κόσμο, ξεκίνησαν τη μέρα τους χωρίς να υποψιάζονται τι είχε προηγηθεί. Η εικόνα όμως που αντίκρισαν στο υπόγειο του κτιρίου ήταν σοκαριστική: 301 θυρίδες είχαν παραβιαστεί και αδειάσει πλήρως, γεγονός πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα.
Σύντομα διαπιστώθηκε ότι οι δράστες είχαν ανοίξει μια υπόγεια σήραγγα μήκους 23 μέτρων κάτω από την οδό Καλλιρρόης. Το έργο αυτό κατέστη δυνατό χάρη στην παλαιά κοίτη του ποταμού Ιλισσού, όπου υπήρχε φυσική κοιλότητα στο έδαφος. Η εκσκαφή πραγματοποιήθηκε με εξαιρετική ακρίβεια και επαγγελματισμό, ακολουθώντας βασικούς κανόνες στατικής επάρκειας. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε ο τρόπος με τον οποίο επιλύθηκε το ζήτημα του εξαερισμού, ενώ γερά υποστυλώματα και δοκάρια στήριζαν το έδαφος.
Η είσοδος της σήραγγας εντοπιζόταν σε φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ στη σκεπασμένη κοίτη του Ιλισσού και κατέληγε ακριβώς κάτω από το σημείο, όπου βρίσκονταν οι θυρίδες. Στο εσωτερικό της είχαν τοποθετηθεί ράγες, πάνω στις οποίες κινήθηκε ένα μικρό βαγονέτο, μέσω του οποίου μεταφέρονταν τα μπάζα. Ο συνολικός όγκος τους υπολογίστηκε ότι αντιστοιχούσε σε περίπου δέκα αυτοκίνητα, χωρίς ποτέ να αποσαφηνιστεί πού κατέληξαν. Οι κάτοικοι της περιοχής θυμήθηκαν αργότερα ανεξήγητους ήχους, τους οποίους τότε είχαν αγνοήσει, ενώ εξίσου απαρατήρητη πέρασε και η παρουσία συνεργείων της ΕΥΔΑΠ στο κοντινό πάρκο για αρκετές ημέρες.
Αφού ολοκλήρωσαν τη διάνοιξη της σήραγγας, οι δράστες ήρθαν αντιμέτωποι με έναν ατσάλινο τοίχο πάχους σχεδόν πέντε εκατοστών. Με τη χρήση εξειδικευμένου εξοπλισμού οξυγονοκόλλησης κατάφεραν να εισέλθουν στον χώρο των θυρίδων. Αν και ο συναγερμός ενεργοποιήθηκε τέσσερις φορές μέσα στο Σαββατοκύριακο, το περιστατικό αποδόθηκε σε τεχνική δυσλειτουργία, καθώς δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης της κύριας εισόδου.
Από τις 1.151 θυρίδες του υποκαταστήματος, ανοίχθηκαν 301, από τις οποίες αφαιρέθηκαν μετρητά, κοσμήματα και ράβδοι χρυσού συνολικής αξίας περίπου 5 δισεκατομμυρίων δραχμών, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 15 εκατομμύρια ευρώ. Οι θυρίδες δεν επιλέχθηκαν τυχαία, γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες περί εσωτερικής πληροφόρησης. Οι δράστες αποχώρησαν από τη σήραγγα, αφήνοντας πίσω ελάχιστα αντικείμενα, χωρίς να εντοπιστεί κανένα αποτύπωμα ή γενετικό στοιχείο.
Στις 12 Ιανουαρίου 1993, εντοπίστηκαν σε παραλία της Βραυρώνας έγγραφα και αντικείμενα που προέρχονταν από τη λεηλασία. Η επικρατέστερη εκδοχή ήταν ότι οι δράστες είχαν διαφύγει με σκάφος στο εξωτερικό, χωρίς όμως να υπάρξει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα από τις έρευνες, ή την επικήρυξη των 200 εκατομμυρίων δραχμών.
Τον Ιούλιο του 1994, ο κρατούμενος Τζουμάχ Χαλίντ ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε στο ριφιφί, κατασκευάζοντας τα υποστυλώματα, και κατονόμασε 17 άτομα, μεταξύ των οποίων στελέχη της τράπεζας και επιχειρηματίες. Ακολούθησαν συλλήψεις και προφυλακίσεις, ωστόσο τον Νοέμβριο του ίδιου έτους αναίρεσε τους ισχυρισμούς του, κάτι που επιβεβαίωσε γραπτώς τον Ιανουάριο του 1995.
Οι κατηγορούμενοι αποφυλακίστηκαν και το 1995, με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, απαλλάχθηκαν από κάθε κατηγορία. Παρά την έλλειψη διαδικτύου και κοινωνικών δικτύων, αναπτύχθηκαν πολλές θεωρίες, από εμπλοκή τρομοκρατικών οργανώσεων και της ιταλικής μαφίας, μέχρι σενάρια που μιλούσαν για ναρκωτικά, επιχειρηματικά συμφέροντα, ή ακόμη και συμμετοχή κρατικών μηχανισμών. Καμία, όμως, δεν επιβεβαιώθηκε. Η υπόθεση τέθηκε τελικά στο αρχείο και παραμένει ανεξιχνίαστη μέχρι σήμερα.
Η δεύτερη αληθινή ιστορία που κρύβεται πίσω από τον χαρακτήρα της Όλγας
Η τηλεοπτική σειρά «Ριφιφί» όμως δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση της πιο διάσημης ληστείας της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αλλά αξιοποιεί τη μυθοπλασία για να φωτίσει βαθύτερα ζητήματα κοινωνικής αδικίας, κρατικής αναλγησίας και ανθρώπινης απόγνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ενσωματώνει μια δεύτερη, απολύτως αληθινή ιστορία, η οποία λειτουργεί ως ο συναισθηματικός και ηθικός πυρήνας του έργου.
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας έχει τονίσει ότι η σειρά δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει ιστορικό ντοκουμέντο, αλλά μια δραματουργική προσέγγιση εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα. Με αυτή τη λογική, ο χαρακτήρας της Όλγας, την οποία υποδύεται εξαιρετικά η Ευαγγελία Μουμούρη, δεν παρουσιάζεται απλώς ως ο «εγκέφαλος» της ληστείας, αλλά ως μια γυναίκα βαθιά τραυματισμένη από ένα σύστημα, που απέτυχε να προστατεύσει τον γιο της.
Η σύνδεση της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία γίνεται σαφής στο πέμπτο επεισόδιο της σειράς. Ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια των εργασιών διάνοιξης του τούνελ λειτουργεί ως καταλύτης. Η Όλγα, σε κατάσταση έντονης ψυχικής φόρτισης, ζητά να σταματήσει, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά το παρελθόν που την οδήγησε στην εκδίκηση απέναντι στην τράπεζα και στο σύστημα.
Η ιστορία που κρύβεται πίσω από τη μυθοπλασία παραπέμπει άμεσα στην υπόθεση του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη, η οποία συγκλόνισε την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Η τραγωδία του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη
Ο Παναγιώτης Βασιλέλλης διαγνώστηκε το 1999, σε ηλικία μόλις ενός έτους και οκτώ μηνών, με νευροβλάστωμα τετάρτου σταδίου. Οι γονείς του, άνθρωποι του μόχθου από τη Μυτιλήνη, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια σπάνια και επιθετική μορφή παιδικού καρκίνου, αλλά και με ένα σύστημα που αδυνατούσε να κινηθεί με την απαιτούμενη ταχύτητα. Παρά τις ιατρικές προσπάθειες στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», οι γιατροί κατέληξαν ότι η μοναδική ελπίδα βρισκόταν σε εξειδικευμένο θεραπευτικό πρωτόκολλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, με κόστος δυσβάσταχτο για την οικογένεια.
Η ελληνική κοινωνία κινητοποιήθηκε μαζικά. Μέσα από εράνους συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσό, ωστόσο η παρέμβαση της γραφειοκρατίας ανέκοψε τη σωτήρια διαδικασία. Η δέσμευση του λογαριασμού από την τράπεζα, με επίκληση της ισχύουσας νομοθεσίας περί εράνων, εγκλώβισε την υπόθεση σε έναν φαύλο κύκλο εγγράφων, εγκρίσεων και καθυστερήσεων, την ώρα που η υγεία του παιδιού επιδεινωνόταν.
Τον Δεκέμβριο του 2000 η κατάσταση της υγείας του Παναγιώτη χειροτέρεψε. Το αμερικανικό νοσοκομείο ζήτησε προκαταβολή 95.000 δολαρίων για την έναρξη της θεραπείας, όμως η τράπεζα αρνήθηκε την εκταμίευση. Τρεις μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2001, το κράτος τροποποίησε εκτάκτως τη νομοθεσία, επιτρέποντας την αποδέσμευση χρημάτων για σοβαρές περιπτώσεις υγείας. Στις 2 Μαρτίου εγκρίθηκε η εκταμίευση ποσού άνω των 100.000 ευρώ.
Ήταν όμως ήδη πολύ αργά. Στις 4 Μαρτίου 2001, ο μικρός Παναγιώτης άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο της Λέσβου, χωρίς να προλάβει να λάβει τη θεραπεία που θα μπορούσε να του δώσει ελπίδα ζωής.
Ακολούθησαν πολυετείς δικαστικοί αγώνες χωρίς ουσιαστική δικαίωση. Το 2013, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνώρισε τη δραματικότητα της υπόθεσης, χωρίς ωστόσο να διαπιστώσει τυπική παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή.
Ο Παναγιώτης Βασιλέλλης θα ήταν σήμερα 28 ετών. Η ιστορία του παραμένει ένα σκληρό παράδειγμα του τι συμβαίνει, όταν η γραφειοκρατία προηγείται της ανθρώπινης ζωής.