Πέθανε η Γιαγιόι Κουσάμα

Yayoi Kusama: Η outsider που έκανε τα πουά, τους καθρέφτες και τις κολοκύθες εμβληματική τέχνη

Η Γιαγιόι Κουσάμα, η εμβληματική καλλιτέχνις με τις πουά δημιουργίες και τα δωμάτια του άπειρου, που καθόρισαν τη σύγχρονη τέχνη, έφυγε από τη ζωή στα 97 της.

Η Γιαγιόι Κουσάμα πέθανε στις 14 Αυγούστου 2026 σε νοσοκομείο του Τόκιο από ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων, όπως ανακοίνωσε σήμερα η εταιρεία της.

Με μια καλλιτεχνική διαδρομή που εκτεινόταν σε περισσότερες από έξι δεκαετίες, η Κουσάμα υπήρξε πρωτοπόρος της σύγχρονης τέχνης και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και εμπορικά επιτυχημένες δημιουργούς στον κόσμο. Οι εκθέσεις της προσέλκυαν τεράστια πλήθη, ενώ έργα της πωλούνταν σε δημοπρασίες για εκατομμύρια δολάρια.

Γιαγιόι Κουσάμα: Η καλλιτέχνιδα που αρνήθηκε να εγκαταλείψει το όραμά της

Η συλλέκτρια τέχνης Κιμ Καμάτσο, με έδρα τη Σιγκαπούρη και τη Μανίλα, η οποία διαθέτει μία από τις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές έργων της Κουσάμα, με περισσότερα από 100 έργα, χαρακτήρισε τον θάνατό της «απώλεια για την ανθρωπότητα».

Γιαγιόι Κουσάμα/ Φωτογραφία: AP

«Ήταν μεγάλη υπέρμαχος της αγάπης και της ομορφιάς, τόσο απαραίτητων σε μια εποχή μίσους και πολέμων, και μια σταρ της σύγχρονης τέχνης, της οποίας το ταλέντο και το έργο δεν είχαν όμοιο. Θα μας λείψει και θα λείψει και στον κόσμο», ανέφερε.

Η Μέι Άντερσον, πρόεδρος του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Art Outreach Singapore, σημείωσε ότι η ζωή και το έργο της Κουσάμα είναι σχεδόν αδύνατο να διαχωριστούν. «Υπάρχει έξαρση, πνεύμα και οπτική γοητεία στο έργο, αλλά κάτω από αυτά υπάρχει μια πολύ πιο δύσκολη ιστορία, μια ιστορία απόρριψης, ψυχολογικής πάλης και μιας γυναίκας που πέρασε δεκαετίες επιμένοντας στη νομιμότητα του δικού της οράματος», είπε.

Γιαγιόι Κουσάμα/ Φωτογραφία: AP

«Αυτό που βρίσκω πιο συναρπαστικό είναι ότι δεν αραίωσε ποτέ αυτό το όραμα για χάρη της δημοτικότητας. Συνέχισε να δημιουργεί, να επαναλαμβάνει και να επεκτείνει τη δική της γλώσσα με εξαιρετική πεποίθηση, μέχρι που τελικά ο κόσμος την πρόλαβε. Αυτή η ιστορία προσδίδει στο έργο ένα βάθος που ξεπερνά κατά πολύ την άμεση οπτική του γοητεία».

Η Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 στο Ματσουμότο, στην περιοχή Ναγκάνο της κεντρικής Ιαπωνίας, σε μια συντηρητική οικογένεια που διατηρούσε φυτώρια φυτών. Η παιδική της ηλικία ήταν δύσκολη, ενώ η σχέση της με τη μητέρα της υπήρξε ιδιαίτερα προβληματική και ο πατέρας της ήταν άπιστος.
Από μικρή ηλικία άρχισε να βιώνει παραισθήσεις. Έβλεπε λουλούδια να πολλαπλασιάζονται, να γεμίζουν τους χώρους και να της μιλούν. Η ζωγραφική έγινε ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούσε να κατανοήσει και να αντιμετωπίσει αυτές τις εμπειρίες.

Απόψη της εγκατάστασης «Infinity Rooms» της Yayoi Kusama στην Tate Gallery/ Φωτογραφία: Tate Gallery

Η ίδια είχε περιγράψει στην αυτοβιογραφία της μια χαρακτηριστική εμπειρία: «Μια μέρα, αφού είδα ένα τραπεζομάντιλο με κόκκινα λουλούδια πάνω σε ένα τραπέζι, είδα το ίδιο κόκκινο μοτίβο σε όλο το ταβάνι, στα παράθυρα και στις κολόνες. Γέμισε το δωμάτιο και κάλυψε το σώμα μου». Κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, σε ηλικία 13 ετών, εργάστηκε στην παραγωγή υφασμάτων για αλεξίπτωτα του ιαπωνικού στρατού. Αργότερα σπούδασε παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική στο Κιότο, όμως σύντομα απογοητεύτηκε από τους περιορισμούς της.

Στη Νέα Υόρκη η Κουσάμα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας καλλιτεχνικής σκηνής που κυριαρχούνταν από άνδρες. Συνδέθηκε με τον καλλιτέχνη και θεωρητικό Ντόναλντ Τζουντ και άρχισε να δημιουργεί τους περίφημους πίνακες «Infinity Net», τεράστιες επιφάνειες καλυμμένες με επαναλαμβανόμενα μοτίβα που έμοιαζαν να εκτείνονται χωρίς τέλος.

Η τέχνη ως υπέρβαση του εαυτού

Το έργο της Κουσάμα περιστρεφόταν συχνά γύρω από το άπειρο και την έννοια της «αυτοεξάλειψης», μια ιδέα που συνδεόταν με τις παραισθήσεις οι οποίες την καταλάμβαναν.

Το έργο της Yayoi Kusama, «Flower»/ Φωτογραφία: Brooklyn Museum

Μιλώντας για τον πίνακά της «Flower» του 1954, είχε πει: «Ένιωσα σαν να είχα αρχίσει να αυτοεξαλείφομαι, να περιστρέφομαι μέσα στο άπειρο του ατελείωτου χρόνου και την απόλυτη απεραντοσύνη του χώρου και να μειώνομαι στο τίποτα».
Το 1965 παρουσίασε τα πρώτα «Infinity Mirror Rooms», εγκαταστάσεις στις οποίες καθρέφτες και φώτα δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ατελείωτων χώρων. Η ιδέα αυτή θα γινόταν αργότερα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.

Το 1966, χωρίς επίσημη πρόσκληση, παρουσίασε στη Μπιενάλε της Βενετίας το «Narcissus Garden», μια εγκατάσταση αποτελούμενη από 1.500 ανακλαστικές μπάλες. Η Κουσάμα άρχισε να τις πουλά προς δύο δολάρια την καθεμία, παρουσιάζοντάς τες κάτω από το σύνθημα «Ο ναρκισσισμός σας προς πώληση». Η διοργάνωση τελικά διέκοψε τη δράση.

Γιαγιόι Κουσάμα/ Φωτογραφία: AP

Η καλλιτέχνιδα συνέχισε να προκαλεί με τα λεγόμενα «happenings». Δημιούργησε παραστάσεις με γυμνούς συμμετέχοντες ζωγραφισμένους με πουά και χρησιμοποίησε συχνά το σώμα, τη σεξουαλικότητα και το σκάνδαλο ως εργαλεία καλλιτεχνικής και πολιτικής έκφρασης.

Το 1968 οργάνωσε στο Τριμπέκα αυτό που περιέγραφε ως τον πρώτο «ομοφυλοφιλικό γάμο» της Νέας Υόρκης και έπλυνε μια «βρόμικη» σοβιετική σημαία έξω από το κτίριο των Ηνωμένων Εθνών, διαμαρτυρόμενη για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία.

Η επιστροφή στην Ιαπωνία

Εκείνη την περίοδο είχε αναπτύξει μια πλατωνική αλλά εμμονική σχέση με τον καλλιτέχνη Τζόζεφ Κόρνελ. Παράλληλα, η ψυχική της κατάσταση επιδεινωνόταν και οι νοσηλείες, οι κρίσεις πανικού, οι παραισθήσεις και οι απόπειρες αυτοκτονίας έγιναν μέρος μιας εξαιρετικά δύσκολης περιόδου της ζωής της.
Μετά από χρόνια κατά τα οποία έβλεπε άνδρες καλλιτέχνες να αποκτούν αναγνώριση για ιδέες που η ίδια θεωρούσε δικές της, επέστρεψε στην Ιαπωνία απογοητευμένη και βαθιά ταραγμένη.

Το 1977 εισήχθη οικειοθελώς σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Τόκιο, όπου υπήρχαν προγράμματα καλλιτεχνικής θεραπείας. Εκεί βρήκε την ασφάλεια και τη σταθερότητα που χρειαζόταν για να συνεχίσει τη δημιουργική της δραστηριότητα. Αποφάσισε να παραμείνει εκεί μόνιμα και εργαζόταν καθημερινά, από το πρωί έως το βράδυ, στο κοντινό της στούντιο.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και των αρχών της δεκαετίας του 1980, το έργο της απέκτησε έναν πιο σκοτεινό χαρακτήρα, με κολάζ και εικόνες που αντλούσαν από τους φυσικούς κύκλους της ζωής.

Η αναγνώριση ήρθε σε μεγαλύτερη ηλικία

Η αναγνώριση που δεν είχε λάβει στα πρώτα χρόνια της καριέρας της ήρθε τελικά σε μεγαλύτερη ηλικία. Το 1993 εκπροσώπησε την Ιαπωνία στην Μπιενάλε της Βενετίας, όπου παρουσίασε ένα δωμάτιο με καθρέφτες γεμάτο μικρά γλυπτά κολοκύθας και απέσπασε σημαντικές εγκωμιαστικές κριτικές. Η κολοκύθα είχε ιδιαίτερη σημασία για την Κουσάμα. Είχε δει για πρώτη φορά μια κολοκύθα μαζί με τον παππού της όταν ήταν 11 ετών. Όταν προσπάθησε να την αγγίξει, πίστεψε ότι άρχισε να της μιλά. Το λαχανικό εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα της.

Γιαγιόι Κουσάμα/ Φωτογραφία: AP

«Οι κολοκύθες μου μιλούν», είχε πει κάποτε σε συνέντευξή της.
Και πρόσθεσε: «Ενσωματώνουν μια αίσθηση σταθερότητας και μου δίνουν ηρεμία».

Το 2024, έκθεσή της στην Αυστραλία έγινε η πιο δημοφιλής έκθεση στην ιστορία της χώρας. Η επιτυχία αυτή επιβεβαίωσε μια εντυπωσιακή αντιστροφή της πορείας της. Η καλλιτέχνιδα που είχε κάποτε παραμεριστεί από το καλλιτεχνικό κατεστημένο είχε πλέον εξελιχθεί σε παγκόσμιο πολιτιστικό σύμβολο.
Το 2017, μάλιστα, μια έκθεσή της στο Hirshhorn Museum χρειάστηκε να κλείσει προσωρινά, αφού ένα έργο υπέστη ζημιά από επισκέπτη που προσπάθησε να τραβήξει φωτογραφία.

Η συνεργασία με τον κόσμο της μόδας

Η αναγνωρισιμότητα της Κουσάμα ξεπέρασε τα όρια των μουσείων και των γκαλερί. Το έργο της συνδέθηκε με μεγάλους οίκους πολυτελείας, μεταξύ των οποίων ο Louis Vuitton, ενώ τα μοτίβα της μεταφέρθηκαν σε αντικείμενα και χώρους που έφεραν την αισθητική της σε ένα ακόμη ευρύτερο κοινό.
Ένα από τα έργα της πωλήθηκε σε δημοπρασία το 2022 για περίπου 10,5 εκατομμύρια δολάρια.

Συνεργασία της Kusama με τον οίκο Louis Vuitton/ Φωτογραφία:  Yayoi Kusama


Η ίδια παρέμεινε αναγνωρίσιμη και για την εξωτερική της εμφάνιση, με την έντονα χρωματισμένη περούκα, τα εκκεντρικά ρούχα και το χαρακτηριστικό πουά μοτίβο να αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας εικόνας της. Το 2016 συμπεριλήφθηκε στη λίστα του περιοδικού TIME με τους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο.

Η εταιρεία της Κουσάμα ανακοίνωσε τον θάνατό της με βαθιά συγκίνηση, υπογραμμίζοντας ότι αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της στην καλλιτεχνική δημιουργία. «Κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικής ζωής αφιερωμένης ολοκληρωτικά στην καλλιτεχνική δημιουργία, η Κουσάμα ακολούθησε μια διεθνώς αναγνωρισμένη πορεία ως πρωτοπόρος καλλιτέχνιδα της αβάν γκαρντ, με δημιουργική δραστηριότητα που περιλάμβανε την εικαστική τέχνη, την περφόρμανς, τη λογοτεχνία και την ποίηση», ανέφερε η ανακοίνωση.
«Συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες ημέρες της, χωρίς να αφήσει ποτέ το πινέλο της, και συνέχισε να εξερευνά την αιώνια αγάπη και την αιώνια ψυχή».

Το έργο της Yayoi Kusama, «Dancing pumpkin»/ Φωτογραφία: AP

Η Γιαγιόι Κουσάμα έφυγε έχοντας αφήσει πίσω της έναν κόσμο γεμάτο κουκκίδες, καθρέφτες, κολοκύθες, φως και ατελείωτες επαναλήψεις. Ένα σύμπαν που ξεκίνησε από τις προσωπικές της παραισθήσεις και κατέληξε να γίνει κοινή οπτική εμπειρία για εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο.