«Woke on the wild side»

«Woke on the wild side»: Τα ζωγραφικά κολάζ του Κωνσταντίνου Πάτσιου αιχμαλωτίζουν τις αντιφάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας

Στη γκαλερί Alma δεκαοκτώ έργα από τη νέα δουλειά του αναγνωρισμένου δημιουργού εικονογραφούν με το γνώριμο, προσωπικό του ύφος την επεισοδιακή διάσταση της ανθρώπινης συνθήκης.

Στο μέσο του έργου «Ορφέας και Ευρυδίκη», η Άννα και η Τζούλια χορεύουν το δικό τους ταγκό από την περίφημη σκηνή στον Κομφορμίστα του Μπερτολούτσι. Ανάμεσά τους μια φράση που δημιουργεί μία απρόσμενη αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο: «ήταν οι ναζί φιλόζωοι;», μαζί με μια χρωματισμένη δαγγεροτυπία του Ντοστογιέφσκι και αποκόμματα εφημερίδων για το σινεμά arthouse και την πανδημία.

Στο «Princess and the frog» η Ίνγκριντ Μπέργκμαν κοιτάζει με βλέμμα προσμονής μέσα από τον τέταρτο τοίχο της οθόνης του σινεμά που, εδώ μεταφέρεται στον καμβά, με την αστερόεσσα στο φόντο και μία φράση επίκαιρη, που αποτυπώνει το τώρα της καθημερινής ζωής: «η φάση τώρα»...

Παρατηρώντας τα κολάζ του Κωνσταντίνου Πάτσιου βρίσκεις όλα εκείνα τα ψιχία παραδοξότητας, αντιφάσεων και ανισοτήτων, που συγκροτούν την ανθρώπινη εμπειρία, ενίοτε χρωματισμένα ανάλαφρα μέσα από τα σύμβολα της ποπ κουλτούρας. «Οι άνθρωποι είμαστε δημιουργοί» διαβάζει κανείς στο έργο “Medusa had a dream”. Και είναι αυτές οι «ατελείωτες δυνατότητες», που σαν θηρευτής χρωμάτων, εικόνων και αισθήσεων αναζητά ο δημιουργός.

Jason and Medea,2024

Όσο για την πολυσυζητημένη έννοια του woke; Για τον Κωνσταντίνο Πάτσιο πάνω απ’ όλα συνδέεται με τη συμπερίληψη και την αποδοχή του διαφορετικού. Και το μέσο του κολάζ μοιάζει να συμπεριλαμβάνει με τον πιο ζωντανό τρόπο τον κόσμο μέσα στην ολότητά του, με τις διαφορές και τις συγκρούσεις του. Τα αποδεκτά ζευγάρια του αστικού καθωσπρεπισμού και τους περιθωριοποιημένους. Όπως τη φιγούρα της Mammy από την ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος», την οποία υποδύθηκε η υποψήφια για Όσκαρ Hattie McDaniel. Που δεν κατάφερε εντέλει να γιορτάσει ισότιμα με τους συνυποψηφίους της στη μεγάλη αίθουσα του ξενοδοχείου Ambassador, λόγω του χρώματός της. Τη συναντούμε στο έργο “Wild is the wind” μαζί με το σύνθημα του “Black Lives Matter” σε μία σύνδεση διαχρονική.

Αν και η τέχνη του δεν υπηρετεί κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία, τα αποσπάσματα από πρωτοσέλιδα της τρέχουσας ειδησεογραφίας, που ενσωματώνονται κάθε φορά, εμποτίζουν τα έργα με την έννοια του ντοκουμέντου, δημιουργώντας ευθείες αντιθέσεις ανάμεσα στις ιδέες και τις κοινωνικές συνθήκες.

Τα ζωγραφικά κολάζ του Κωνσταντίνου Πάτσιου

Εικόνες των ’50s και των ’60s, που αποτύπωσαν τη νέα ευημερία της μεταπολεμικής περιόδου, θέτοντας τις βάσεις του ευ ζην και των τάσεων όπως τις γνωρίζουμε σήμερα, αποδομούνται με μία δύναμη πρωτογενή, όμοια με τη δημιουργική ορμή ενός παιδιού, που πειραματίζεται με όλα τα υλικά που έχει στη διάθεσή του. Οι «high-end γαστρονομικές βλέψεις και ένα new age κοτόπουλο», της αθηναϊκής σκηνής διαχέονται στη ζωγραφική επιφάνεια ισότιμα πλάι σε φαγώσιμα των καρτούν.

Ο Πινόκιο κρύβεται στον ίδιο χωροχρόνο με τις δηλώσεις για νομική υποστήριξη των οικογενειών των θυμάτων των Τεμπών. Η «εταιρική κοινωνική ευθύνη» οι μεγάλοι υποστηρικτές, τα χνάρια του καπιταλισμού και τα σλόγκαν των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αντιπαραβάλλονται με την ανάγκη για «θερινά θαύματα», την ομορφιά της αρ νουβώ και του Alphonse Mucha και τους χώρους όπου «μπορούμε να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας». Το λογότυπο του Onassis Stegi, που είχε μπει στη λίστα των επικίνδυνων ιδρυμάτων που προωθούν τη woke ατζέντα από τον Τραμπ λειτουργεί ως ένα μικρό νεύμα στη θεματική της έκθεσης.

La Nuite des Longues Cuilleres, 2025

Οι μικρές ασυνέχειες, τα οπτικά ολισθήματα που, για τον Πάτσιο, είναι ισοδύναμα με τα “lapsus” της λακανικής ψυχανάλυσης, έρχονται στην επιφάνεια μέσα από την αποδόμηση και το ντεκολάζ. Οι κολαζίστες, όπως o Robert Rauschenberg και ο Franz West, που τον έχουν επηρεάσει συνομιλούν με τη μεγάλη ζωγραφική παράδοση, μέσα από τις αναφορές στη γερμανική μυθολογία, όπως τη συναντούμε και στους τίτλους των έργων την κλασική πινελιά και την αυτόνομη δύναμη του χρώματος, συνθέτοντας ένα προσωπικό παλίμψηστο για το σήμερα.

Μέσα από τις συνθέσεις του, τη «διακοπή της συνοχής» εμβαθύνει κάθε φορά όλο και περισσότερο στην ανθρώπινη αλήθεια αλλά και σε μία εικαστική γλώσσα προσωπική με ένα ερώτημα κοινό. Μετά την υπερέκθεση στην αφθονία, τον βομβαρδισμό ερεθισμάτων και τη μανιώδη κατανάλωση, όταν όλα έχουν απωλέσει τη συμβολική τους αξία, τι απομένει ως ουσία για τον άνθρωπο; Στο πολύβουο σύμπαν του βρίσκουμε ως απάντηση το δικαίωμα να υπάρχεις “in all your true colors”. Ο καλλιτέχνης μας οδηγεί στο εικαστικό του σύμπαν, μοιράζοντας σκέψεις «για όσα συσσωρεύονται μέσα και γύρω μας», βρίσκοντας τον τρόπο να εκφραστούν μέσα από την τέχνη.

La Victoire est à Nous, 2024

“Woke on the wild side”. Πώς προέκυψε ο τίτλος της έκθεσης;

Κ.Π.: Ο τίτλος της έκθεσης, Woke on the Wild Side, παραπέμπει στο εμβληματικό τραγούδι «Walk on the Wild Side» του Lou Reed, ενός από τα αγαπημένα μου μουσικά ακούσματα από την εποχή των Velvet Underground και των εφηβικών μου χρόνων. Η μετατόπιση από το «Walk» στο «Woke» δεν είναι τυχαία. Με ενδιαφέρει να εκφράσω μέσα από αυτή τη μικρή γλωσσική ανατροπή μια βαθύτερη αντίφαση της εποχής μας: ο άνθρωπος, παρά την τεχνολογική πρόοδο και το βάρος τόσων αιώνων πολιτισμού, παραμένει ένα αγρίμι.

Θα μπορούσα να συνοψίσω αυτή τη σκέψη στη λατινική φράση homo homini lupus est — ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο. Ξυπνήσαμε σε μια εποχή νέων πολέμων, αναζωπύρωσης των εθνικισμών και επιστροφής της βαρβαρότητας, την οποία θεωρούσαμε ίσως ότι είχαμε αφήσει οριστικά πίσω μας. Το παράδοξο είναι ότι σήμερα η βαρβαρότητα δεν εκδηλώνεται παρά την τεχνολογική μας εξέλιξη, αλλά συχνά μέσα από αυτήν. Διαδίδεται με την ταχύτητα της εικόνας, μέσα από τις οθόνες, τα κοινωνικά δίκτυα και τους υπολογιστές.

Το «Woke on the Wild Side» βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αντίφαση: ανάμεσα στην αφύπνιση και την αγριότητα, στην πρόοδο και την οπισθοδρόμηση, στον πολιτισμό και στα πρωτόγονα ένστικτα που εξακολουθούν να μας καθορίζουν. Είναι μια προσπάθεια να κοιτάξουμε κατάματα την ανθρώπινη φύση, χωρίς εξιδανικεύσεις.

Ο όρος “woke” φέρει ένα έντονα πολωμένο φορτίο, διχάζοντας τόσο στον δημόσιο διάλογο όσο και στις ιδιωτικές συζητήσεις, ενώ για ορισμένους θεωρείται «προβοκατόρικος», αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Τι σημαίνει για εσάς ο όρος αυτός και πώς συνδέεται με την προσωπική σας ευαισθησία και τη ματιά σας ως καλλιτέχνη;

Κ.Π.: Η έννοια του woke ξεκίνησε ως μια μορφή κοινωνικής αφύπνισης, ως μια εγρήγορση απέναντι στις διακρίσεις και τις κοινωνικές αδικίες. Σήμερα, ωστόσο, έχει μετατραπεί σε αντικείμενο έντονης πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, συχνά χάνοντας την αρχική της σημασία μέσα στη δίνη της δημόσιας συζήτησης.

Πιστεύω ότι η κοινωνία μας είναι σήμερα περισσότερο διχασμένη και αντιφατική απ’ όσο συχνά θέλουμε να παραδεχτούμε. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων, όπου παλιές βεβαιότητες καταρρέουν και νέες διεκδικήσεις διαμορφώνουν ένα διαφορετικό κοινωνικό τοπίο.

Για μένα, το woke συνδέεται πρωτίστως με την ανεκτικότητα, τη συμπερίληψη και την αποδοχή του διαφορετικού. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε έννοια ή στάση βρίσκεται πέρα από κάθε όριο ή κριτική. Η ελευθερία προϋποθέτει ευθύνη, όπως και η συνύπαρξη προϋποθέτει τον σεβασμό της ελευθερίας του άλλου.

Η κοινωνική μας συγκρότηση στον δυτικό κόσμο στηρίζεται, τουλάχιστον ως θεμελιώδης αξία, στις αρχές της ισότητας και της ισονομίας. Η προσωπική μου στάση πηγάζει από την ενσυναίσθηση και την επιθυμία να κατανοώ αυτό που είναι διαφορετικό από εμένα, χωρίς να αισθάνομαι ότι απειλούμαι από αυτό. Με ενδιαφέρει η δυνατότητα του ανθρώπου να υπάρχει και να εκφράζεται ελεύθερα, αρκεί αυτή η ελευθερία να μην ακυρώνει την αντίστοιχη ελευθερία των άλλων.

Ίσως, τελικά, η ουσία να βρίσκεται στην ικανότητά μας να συνυπάρχουμε με τη διαφορά, χωρίς να χρειάζεται να την εξαλείψουμε ή να την κάνουμε όμοια με εμάς. Αυτή η στάση συνδέεται και με την καλλιτεχνική μου ματιά: η τέχνη, για μένα, δεν οφείλει να επιβάλλει απαντήσεις, αλλά να ανοίγει πεδία προβληματισμού και να μας φέρνει αντιμέτωπους με όσα δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε ή ακόμη και να αναγνωρίσουμε στον ίδιο μας τον εαυτό.

Σήμερα, που η ταυτότητα και ο αυτοπροσδιορισμός των φύλων επαναπροσδιορίζονται διαρκώς, πώς συνομιλεί η δική σας εικαστική γλώσσα με αυτές τις μετατοπίσεις; Θα λέγατε ότι οι ποιότητες και ο τρόπος που λειτουργείτε εκφραστικά στο έργο σας αποτυπώνουν αυτή τη ρευστότητα;

Κ.Π.: Ναι, πιστεύω ότι η δουλειά μου αποτυπώνει, με τον δικό της τρόπο, τη ρευστότητα και την ελευθερία του ανθρώπου να επιλέγει τη ζωή του, να διαμορφώνει την ταυτότητά του και να επαναπροσδιορίζει την εικόνα του. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος ως μια διαρκώς μεταβαλλόμενη οντότητα, που δεν εξαντλείται σε μία και μοναδική εκδοχή του εαυτού της.

Η τέχνη εκφράζει τα ίχνη και τα υπολείμματα της καθημερινότητας, όσα συσσωρεύονται μέσα μας και γύρω μας, συχνά χωρίς να τα αντιλαμβανόμαστε. Ένας από τους ρόλους της είναι να δίνει εικόνα σε εκείνο που ο άνθρωπος δυσκολεύεται να δει ή να αναγνωρίσει. Να κάνει ορατό το αθέατο, να αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της εμπειρίας και να μετατρέπει το ατομικό βίωμα σε μια ευρύτερη ανθρώπινη συνθήκη.

Η δική μου τέχνη, ωστόσο, δεν είναι στρατευμένη. Δεν ξεκινά από την ανάγκη να εικονογραφήσει μια ιδεολογία ή να υπηρετήσει ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Μιλά με τους όρους της εικόνας και τη γλώσσα των εικαστικών τεχνών. Οι ιδέες και οι κοινωνικές συνθήκες υπάρχουν μέσα στο έργο, αλλά δεν μετατρέπονται απαραίτητα σε δηλώσεις ή συνθήματα.

Η θεματική της ρευστότητας με οδηγεί, με έναν τρόπο, πίσω στον Ηράκλειτο και στην ιδέα ότι τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή. Την ίδια στιγμή, με απασχολεί η σύγκρουση, είτε αυτή εκδηλώνεται ως κοινωνική ή ιστορική σύγκρουση είτε ως ρήξη με το κατεστημένο και τις παγιωμένες αντιλήψεις. Άλλωστε, η σύγκρουση υπήρξε συχνά ένα από τα σημεία εκκίνησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας: η ανάγκη να αμφισβητήσεις αυτό που θεωρείται δεδομένο και να αναζητήσεις μια διαφορετική οπτική.

Medusa had a Dream, 2023

Το 1912, ο Georges Braque εισήγαγε την τεχνική του papier collé με την πρόθεση η τέχνη να φτάσει στο άκρο της επινόησης. Στη δουλειά σας το κολάζ αποτελεί βασικό μέσο έκφρασης, μέσα από το οποίο συνθέτετε έναν πυκνό κόσμο από πολύχρωμες ετεροτοπίες. Η διαδικασία αυτή περνά, βέβαια, και μέσα από το φίλτρο του ντεκολάζ, της αφαίρεσης και της αποδόμησης. Ποια είναι η αυτή η ιδιότητά του που εξακολουθεί να σας γοητεύει και ποιες θα αναγνωρίζατε ως τις σημαντικότερες επιρροές σας;

Κ.Π.: Αυτό που με ενδιαφέρει στο κολάζ είναι η δυνατότητα να δημιουργώ ένα πολυεπίπεδο έργο τέχνης, στο οποίο διαφορετικές εικόνες, εποχές, αναφορές και νοήματα συνυπάρχουν, συγκρούονται και τελικά συνθέτουν μια νέα πραγματικότητα. Το κολάζ είναι για μένα μια μέθοδος σκέψης, ένας τρόπος να οργανώνω το χάος του κόσμου και να ανακαλύπτω απρόσμενες σχέσεις ανάμεσα σε φαινομενικά ασύνδετα πράγματα.

Μέσα από το ντεκολάζ, αντίθετα, αφαιρώ, αποσπώ και σκάβω την εικόνα. Με ενδιαφέρει αυτό που αποκαλύπτεται μέσα από τη φθορά, την αποδόμηση ή την ακούσια διακοπή της αρχικής της συνοχής. Προκύπτουν έτσι μικρές ασυνέχειες, απρόβλεπτα λάθη και οπτικά «ολισθήματα», κάτι που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με τα lapsus της λακανικής ψυχανάλυσης: στιγμές κατά τις οποίες μια ρωγμή στη συνειδητή τάξη των πραγμάτων επιτρέπει να αναδυθεί κάτι άλλο, ίσως πιο αληθινό ή απροσδόκητο. Αυτά τα στοιχεία με βοηθούν να ανακαλύψω και να ανασυνθέσω τον κόσμο μέσα από μια διαφορετική οπτική.

Άλλωστε, τι είναι το κολάζ αν όχι η επιθυμία να συνθέσεις τα ανόμοια πράγματα που μας περιβάλλουν; Η καθημερινότητά μας αποτελείται από ετερόκλητες εικόνες, πληροφορίες, μνήμες και εμπειρίες. Το έργο μου λειτουργεί σαν ένα παλίμψηστο, στο οποίο διαφορετικά στρώματα νοήματος παραμένουν ορατά, δημιουργώντας ένα αντιφατικό, πολύχρωμο και συχνά χαοτικό σύνολο.

Orpheus and Eurydice, 2023

Οι επιρροές μου είναι εξίσου ετερόκλητες. Με ενδιαφέρει η μεγάλη περίοδος της Αναγέννησης, όταν διαμορφώθηκε το ιδεώδες του homo universalis, του ανθρώπου που μπορούσε να συνδυάζει διαφορετικές γνώσεις και δεξιότητες και να προσεγγίζει τον κόσμο ως ένα ενιαίο πεδίο ανακάλυψης. Αντιπαραβάλλω συχνά αυτό το ιδεώδες με τον σημερινό, ολοένα και περισσότερο εξειδικευμένο άνθρωπο, ο οποίος γνωρίζει όλο και περισσότερα για όλο και λιγότερα.

Από τον Caravaggio μέχρι τον Franz West, με ενδιαφέρει η δυνατότητα της τέχνης να μεταμορφώνει την πραγματικότητα, να αμφισβητεί τις καθιερωμένες μορφές και να δημιουργεί νέους τρόπους θέασης. Δεν με απασχολεί τόσο η γραμμική ιστορία των επιρροών όσο η διαρκής συνομιλία ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και εικαστικές γλώσσες. Μέσα από αυτή τη συνομιλία αναζητώ τη δική μου σύνθεση.

Στη νέα σας δουλειά η ατόφια ζωγραφική πινελιά καταλαμβάνει ειδικό χώρο σε σχέση με περασμένες σας εκθέσεις. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Κ.Π.: Κάθε περίοδος της ζωγραφικής μου εκφράζει διαφορετικές πτυχές, ανάγκες και εσωτερικές αναζητήσεις. Το έργο μεταβάλλεται μαζί μου, καθώς αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον κόσμο και επιθυμώ να τον μεταφέρω στη ζωγραφική επιφάνεια.

Στην τελευταία έκθεση ένιωσα την ανάγκη να αφήσω μεγαλύτερες επιφάνειες ζωγραφικής, περιορίζοντας σε ορισμένα έργα την κυριαρχία του κολάζ. Ήθελα να δώσω περισσότερο χώρο στο ίδιο το χρώμα, να του επιτρέψω να λειτουργήσει αυτόνομα, χωρίς να χρειάζεται πάντοτε να υπηρετεί ή να πλαισιώνει μια μορφή.

Έχω την αίσθηση ότι αυτή την περίοδο χρειάζομαι το καθαρό χρώμα να μιλήσει πιο άμεσα και δυναμικά από τις φιγούρες που κατοικούν στα έργα μου. Να αποκτήσει τη δική του φωνή, τη δική του ένταση και ενέργεια. Το χρώμα δεν είναι απλώς ένα μέσο περιγραφής ή διακόσμησης· είναι μια αυτόνομη δύναμη που μπορεί να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, να προκαλέσει συγκινήσεις και να οργανώσει τον χώρο.

Η πινελιά υπήρχε πάντοτε δυναμικά στη δουλειά μου. Αυτή τη φορά, όμως, είναι πιο εμφανής, πιο ελεύθερη και περισσότερο εκτεθειμένη. Ίσως να πρόκειται για μια ανάγκη επιστροφής σε κάτι ουσιαστικό και πρωτογενές: στη χειρονομία, στην υλικότητα και στην άμεση σχέση του χεριού με την επιφάνεια.

Έργα του Κωνσταντίνου Πάτσιου

Στα έργα σας, εικόνες από διαφορετικές δεκαετίες συνυπάρχουν με παιγνιώδη διάθεση, δημιουργώντας απρόσμενες συνδέσεις ανάμεσα στην ποπ κουλτούρα, τις κοινωνικές τάσεις και τις συλλογικές μας εμμονές. Τι σας ενδιαφέρει να αποκαλύψετε μέσα από αυτή τη συνάντηση διαφορετικών εποχών; Πόσο έχει αλλάξει τελικά ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο;

Κ.Π.: Με ενδιαφέρει η συνάντηση του παρόντος με το παρελθόν, όχι ως μια απλή αναδρομή, αλλά ως ένας τρόπος να αναδειχθεί η ολότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και της ιστορίας της. Θέλω ο άνθρωπος του παρελθόντος να συνομιλεί με τον σημερινό, να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια εικόνα διαφορετικές εποχές, νοοτροπίες και επιθυμίες.

Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος ολιστικά, απαλλαγμένος, όσο είναι δυνατόν, από τους περιορισμούς του χρόνου. Σκέφτομαι συχνά τον Δαβίδ του Μιχαήλ Αγγέλου: μια μορφή που στέκεται ακίνητη στο βάθρο της και, ταυτόχρονα, μοιάζει να υπερβαίνει την εποχή της. Παραμένει παρούσα, ζωντανή και σύγχρονη, παρά τους αιώνες που μας χωρίζουν από τη δημιουργία της. Με συγκινεί αυτή η δυνατότητα της τέχνης να υπερβαίνει τον ιστορικό χρόνο και να διατηρεί ενεργή τη σχέση μας με το ανθρώπινο σώμα, την επιθυμία, την ομορφιά και την αγωνία.

Η τέχνη μου είναι βαθιά ανθρωποκεντρική και αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, μια προέκταση του εαυτού μου. Πίσω από τις εικόνες υπάρχει μια διαρκής μεταφυσική αγωνία, αλλά και ένας προβληματισμός για τον κόσμο μετά την κατανάλωση, για όσα απομένουν όταν τα αντικείμενα, οι εικόνες και οι επιθυμίες έχουν χάσει την αρχική τους χρηστική ή συμβολική αξία.

Αναρωτιέμαι, άλλωστε, πόσο πραγματικά έχει αλλάξει ο άνθρωπος. Έχουμε αλλάξει ριζικά τα μέσα με τα οποία επικοινωνούμε, παράγουμε και καταναλώνουμε εικόνες, αλλά οι βασικές μας αγωνίες, οι επιθυμίες, οι φόβοι και οι εμμονές εξακολουθούν να επανέρχονται με διαφορετικές μορφές.

Η δουλειά μου επιδιώκει να αναδείξει ακριβώς αυτή την υπόγεια συγγένεια ανάμεσα σε πράγματα που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν διαφορετικά ή ασύνδετα. Μέσα από την αντιπαράθεση εικόνων από διαφορετικές δεκαετίες, θέλω να αποκαλύψω τις αθέατες συνδέσεις τους, τις επαναλήψεις και τις αντιφάσεις που διαμορφώνουν τη συλλογική μας μνήμη. Ίσως τελικά ο χρόνος να αλλάζει περισσότερο την επιφάνεια των πραγμάτων παρά τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η έκθεση με τα έργα

Τα έργα σας αποκτούν μια διαφορετική υλικότητα μέσα από τη μεταφορά τους στη μεταξωτή επιφάνεια ενός φουλαριού, στο πλαίσιο της συνεργασίας σας με το ελληνικό brand Mantility της Βασιλείας Υψηλάντη. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή τη συνάντηση της εικαστικής δημιουργίας με τη μόδα; Τι αλλάζει και τι παραμένει αναλλοίωτο όταν ένα έργο τέχνης μεταφέρεται σε ένα αντικείμενο καθημερινής χρήσης;

Κ.Π.: Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η εφαρμοσμένη διάσταση του έργου μου και η δυνατότητά του να αποκτά νέες μορφές και να εντάσσεται στην καθημερινή ζωή. Μέσα από τη συνεργασία μου με τη Βασιλική Υψηλάντη και το Mantility, το έργο μου αποκτά μια διαφορετική, πολύ όμορφη εκδοχή, χωρίς να χάνει τη σχέση του με την αρχική εικαστική του ταυτότητα.

Αντιλαμβάνομαι αυτά τα μαντίλια ως μια φυσική συνέχεια της δουλειάς μου. Η μεταφορά ενός έργου σε ένα αντικείμενο που μπορεί να φορεθεί, να αγγιχτεί και να συνοδεύσει τον άνθρωπο στην καθημερινότητά του αλλάζει τη σχέση του με την εικόνα. Το έργο βγαίνει από τον χώρο της έκθεσης και αποκτά μια προσωπική, σχεδόν σωματική διάσταση. Το μαντίλι δεν είναι απλώς ένα αξεσουάρ· όταν φέρει την εικονογραφία ενός καλλιτέχνη, μπορεί να μετατραπεί σε ένα ιδιαίτερο αντικείμενο επιθυμίας, σχεδόν σε ένα φετίχ, που συνδέει την τέχνη με την προσωπική έκφραση.

Θεωρώ, μάλιστα, ότι το μαντίλι είναι ένα από τα πιο κατάλληλα αντικείμενα για να φιλοξενήσει ένα εικαστικό έργο. Η επιφάνειά του, η κίνηση του υφάσματος και ο τρόπος με τον οποίο φοριέται δημιουργούν μια διαφορετική σχέση με τη ζωγραφική εικόνα. Το έργο παύει να είναι στατικό και αποκτά μια νέα ζωή, ακολουθώντας την κίνηση του σώματος και εντασσόμενο στην προσωπική αισθητική του ανθρώπου που το επιλέγει.

Έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία για μένα ότι τα συγκεκριμένα μαντίλια παράγονται στο Σουφλί, έναν τόπο με μακρά παράδοση στην επεξεργασία του μεταξιού. Η ποιότητα του υλικού και η δυνατότητά του να αποδώσει τις χρωματικές διαβαθμίσεις, τις λεπτομέρειες και την πολυπλοκότητα ενός ζωγραφικού έργου είναι καθοριστικές για το τελικό αποτέλεσμα. Η μετάβαση από τον καμβά στο μετάξι δεν είναι απλώς μια αναπαραγωγή της εικόνας, αλλά μια νέα υλική και αισθητική εμπειρία.

Έργο του Κωνσταντίνου Πάτσιου

Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Βασιλική γνωρίζει ποια έργα μπορούν να λειτουργήσουν καλύτερα πάνω σε ένα μαντίλι. Η επιλογή δεν είναι αυτονόητη: χρειάζεται να αναγνωρίσεις ποια σύνθεση μπορεί να μεταφερθεί σε μια διαφορετική επιφάνεια και να αναδειχθεί μέσα από τις ιδιαιτερότητές της. Αυτή η δημιουργική συνεννόηση είναι που κάνει τη συνεργασία μας ουσιαστική.

Για μένα, το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση: ένα έργο να διατηρεί τον πυρήνα και την εικαστική του ταυτότητα, ενώ ταυτόχρονα αποκτά μια νέα υπόσταση και απευθύνεται σε ένα διαφορετικό κοινό. Η τέχνη δεν χρειάζεται να περιορίζεται στον εκθεσιακό χώρο. Μπορεί να συναντήσει τη μόδα, το design και την καθημερινότητα, αρκεί αυτή η συνάντηση να γίνεται με αισθητική συνέπεια και σεβασμό απέναντι στο ίδιο το έργο.

ALMA Gallery, Σκουφά 24Α, Κολωνάκι
Η έκθεση θα διαρκέσει έως και τις 31 Σεπτεμβρίου