La Colombe d'Or: Το πανδοχείο της νότιας Γαλλίας που έγινε σπίτι του Πικάσο, του Ματίς και του Σαγκάλ
Η μεσαιωνική κωμόπολη του Σεν-Πολ ντε Βανς στην κορυφή ενός λοφίσκου της νότιας Γαλλίας απέχει μόλις τριάντα λεπτά οδικώς από τις Κάννες.
Κι όμως, φαίνεται να την χωρίζει ένας ολόκληρος αιώνας μεταβολών από την κοσμική Κρουαζέτ... Ανέγγιχτο στο πέρασμα του χρόνου, ανάμεσα στην πλατεία, όπου οι κάτοικοι παίζουν ακόμη πετάνκ με βώλους και τα λιθόστρωτα σοκάκια της παλιάς πόλης, το πανδοχείο «La Colombe d'Or» αποτελεί μία εκπληκτική παραδοξότητα. Ένας κήπος των επίγειων ηδονών και, κυρίως, της δημιουργίας και της τέχνης, που έχει φιλοξενήσει τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες, συγγραφείς και κοσμοπολίτες του εικοστού αιώνα στη μικρή του έκταση.
«Εδώ βρίσκουν στέγη όσοι ταξιδεύουν με άλογο, πεζή ή με τη ζωγραφική τους…», είχε πει ο Paul Roux ιδιοκτήτης, του μικρού καφέ «Chez Robinson» με την ευήλια ταράτσα, όταν το πρωτοέφτιαξε το 1920. Κι αυτό γράφει ακόμη η ένδειξη στην υποδοχή. Χωρίς φανταχτερές ταμπέλες, μπροσούρες και οδηγούς πόλης να φωνάζουν για την ύπαρξή του, το προφίλ του διατηρεί την ίδια εκείνη αυθεντικότητα, μακριά από τις σύγχρονες προσπάθειες προβολής. Το στέκι των καλλιτεχνών, που αναζητούσαν το θερμό φως της Προβηγκίας αλλά και έναν τόπο διαφυγής από το Παρίσι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε ο δικός τους μαγνήτης.
Ο Paul και η γυναίκα του, Baptistine (Titine για τους καλλιτέχνες φίλους της), επέκτειναν το καφέ to 1931, δημιουργώντας έναν λιτό ξενώνα με τρία δωμάτια και μία γωνιά για να δειπνείς, μετονομάζοντάς το σε «La Colombe d’Or». Το «Χρυσό Περιστέρι», όπως σημαίνει το όνομά του εξελίχθηκε στο πιο φιλόξενο ησυχαστήριο, εκεί όπου χτυπούσε η ψυχή των μποέμ στην Κυανή ακτή.
Ο Roux, ο ίδιος ζωγράφος, ανέπτυξε γρήγορα στενούς δεσμούς με τους καλλιτέχνες της γαλλικής πρωτοπορίας, όπως ο Φωβιστής Raoul Dufy, ο ζωγράφος του Νεοϊμπρεσιονισμού Paul Signac και ο εξπρεσιονιστής Chaïm Soutine, προσφέροντάς τους φαγητό και στέγη με αντάλλαγμα τα έργα τους ή κρατώντας τα απλά ως ενθύμιο φιλίας.
Ο νωχελικός τρόπος ζωής κάθε Σαββατοκύριακο μεταμορφωνόταν σε «guinguette», έναν υπαίθριο χώρο διασκέδασης με μουσική, χορό και καλή παρέα. Η πινελιά του Roux δημιούργησε ένα μωσαϊκό ανθρώπων με την ίδια ανάγκη για «joie de vivre», παίζοντας χαρτιά και απολαμβάνοντας ζωηρές συζητήσεις μέχρι το πρωί.
Στα μεταπολεμικά χρόνια η φήμη του Colombe μεγάλωσε με τις επισκέψεις περισσότερων καλλιτεχνών να προσθέτουν το χάρισμα της τέχνης στους χώρους του. Ανάμεσά τους, ο αδερφός του Marcel Duchamp, κυβιστής Jacques Villon, o Georges Braque, ο Pablo Picasso, ο Marc Chagall και ο Henri Matisse. Ποιητές και συγγραφείς, όπως ο Jacques Prévert και ο Francis Picabia συνυπήρχαν με τους αστέρες του σινεμά, όπως ο Yves Montand και η Simone Signoret. Εκεί φλέρταρε η Marlene Dietrich με τον Jean Gabin. Και η μεγάλη συγγραφέας Colette έγραψε στο βιβλίο των επισκεπτών «περίμενέ με Colombe, θα ξαναγυρίσω».
Λέγεται ότι ο, ηλικιωμένος πλέον, Matisse έβαζε τον οδηγό του να τον πηγαίνει εκεί μόνο και μόνο για να πιει τσάι μέσα στο αυτοκίνητό του με τον Paul Roux. Ο Picasso, επίσης, στενός του φίλος δεν άφησε το καλλιτεχνικό του αποτύπωμα εκεί, παρά μόνο ως φόρο τιμής στον Roux λίγο πριν φύγει από τη ζωή το 1953. Τότε ήταν που ο γιος του Paul, Francis μαζί με τη σύζυγό του Yvonne, ανέλαβε τη διαδοχή συνεχίζοντας με το ίδιο αυθόρμητο πνεύμα και αναπτύσσοντας φιλίες με καλλιτέχνες της γενιάς του, όπως ο Alexander Calder, o Nicolas de Staël και ο Arman.
Το καταφύγιο των εκλεκτών σύντομα έγινε προορισμός για τις λαμπερές προσωπικότητες της δημόσιας ζωής, ειδικά με την καθιέρωση του Φεστιβάλ των Καννών. Τη δεκαετία του ’60, σταρ της Nouvelle Vague, όπως η Brigitte Bardot, ο Jean-Paul Belmondo και ο σκηνοθέτης François Truffaut έβρισκαν αντίδοτο στα φλας στην καλοδεχούμενη σκιά της αυλής του Colombe. Το ζευγάρι της γαλλικής διανόησης Jean-Paul Satre και Simone de Beauvoir δεν παρέλειπε να διαμείνει με κάθε ευκαιρία, όπως και οι βασιλικές οικογένειες. Τον Alain Delon, τον Orson Welles, τον Charlie Chaplin ή τη Sophia Loren άρχισε να διαδέχεται η νέα γενιά, όπως ο Michael Caine, ο Roger Moore και ο Jack Nicholson.
Η κλοπή και το ιερό προσκύνημα των φιλότεχνων
Η οικογένεια συνέχισε να αναπτύσσει τη συλλογή της μέσα από αναθέσεις ή επισκέψεις στις γκαλερί. Η φήμη του Colombe, όμως, δεν το άφησε αλώβητο. Το 1959 αποτέλεσε αφορμή για ένα ριφιφί. Ένα πρωί η κεφαλή της οικογένειας, Titine κατέβηκε τις σκάλες για να αντικρίσει το ξενοδοχείο απογυμνωμένο από τα πολύτιμα έργα του. Όλα εκτός από ένα έργο του Marc Chagall, το οποίο λόγω μεγέθους δεν μπορούσε να μεταφερθεί. «Είμαι κι εγώ μεγάλος ζωγράφος, μα γιατί δεν με κλέβετε;» είχε αναρωτηθεί ο ίδιος χαριτολογώντας, όταν αντίκρισε το θέαμα. Με την εύνοια της τύχης, τα έργα ανακτήθηκαν έναν χρόνο μετά, εγκαταλελειμμένα σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό της Μασσαλίας και ένα σύστημα ασφαλείας απέτρεψε νέες τέτοιες απόπειρες.
Το Colombe d’ Or είναι ένα μοναδικό παράδειγμα συμβίωσης ανθρώπων και έργων. Η τέχνη που ενοικεί στους χώρους έχει διαποτίσει την ίδια του την ύλη. Στις διαδοχές διαφορετικών ζωγραφικών στιλ, πειραματισμών και ρευμάτων βλέπεις μία συνάντηση. Τη μαρτυρία μιας κοινότητας από δημιουργούς, που βρήκαν ένα πεδίο ανοιχτό. Το ξενοδοχείο αποτελεί, πλέον, ευλαβικό τόπο για τους ενθουσιώδεις γνώστες της μοντέρνας τέχνης.
Στην είσοδο ένας γιγάντιος μαρμάρινος αντίχειρας, ο «Le Pouce», του César Baldaccini από το 1983 μοιάζει με σουρεαλιστική χειραψία. Τους λιτούς, ασβεστωμένους τοίχους της τραπεζαρίας κοσμούν έργα των κορυφαίων, όπως ο Picasso, ο Braque, ο Chagall και ο Kandisnsky. Στα υπνοδωμάτια με τα ξύλινα κεφαλάρια και τα οριεντάλ χαλιά, μπορείς να αποκοιμηθείς με πίνακες των Marice Bompard και Yves Klein για θέα. Το κινούμενο γλυπτό (mobile) του Alexander Calder περιστρέφεται με τις διαθέσεις του ανέμου δίπλα στην πισίνα, ενώ το κεραμικό ψηφιδωτό του Fernand Léger με τους χρυσούς και πράσινους τόνους δεσπόζει στην αυλή, μοιάζοντας με προέκταση της φύσης. Μέχρι και το 2023, πριν από τη δημοπρασία του στον οίκο Christie’s ο πίνακας του Joan Miró «Peinture» (Femmes, lune, étoiles) που αποκτήθηκε το 1950 βρισκόταν στη μεγάλη τραπεζαρία του Colombe.
Ένα σύγχρονο καταφύγιο για το βλέμμα και την ψυχή
Στην τρίτη του γενιά, υπό την καθοδήγηση του εγγονού François και της συζύγου του, Danièle το ξενοδοχείο αν και προσελκύει τους λάτρεις των τεχνών, του σινεμά και της μόδας παραμένει ένας χώρος για να σταθείς, να δεις και να υπάρχεις. Όχι για να σε δουν. Με λιγότερα από τριάντα δωμάτια, χωρίς spa ή μενού υψηλής γαστρονομίας το La Colombe διαθέτει τη γοητεία των περασμένων θρύλων, την αύρα της ιστορίας και μερικά από τα σπανιότερα έργα τέχνης σε απόσταση αναπνοής. Μία χρονοκάψουλα και μαζί ο γενέθλιος τόπος της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το αίσθημα της συνέχειας σε κάτι που έχει διαφυλαχθεί τρυφερά και το περιθώριο για νέες συζητήσεις. Η δουλειά του Jean-Charles Blais hang δίπλα στη Sonia Delaunay. Ένα κεραμικό έργο του Ιρλανδού Sean Scully στην πισίνα στέκει πλησίον του Calder. Οι δημιουργοί ενώνονται εσαεί, περιβάλλοντας το ξενοδοχείο που προστάτευσε την τέχνη, με αγάπη.