Μανίνα Ζουμπουλάκη - Φωτογραφία Εκδόσεις Παπαδόπουλος

«Η κακοποιημένη γυναίκα δεν φταίει ποτέ»: Η Μανίνα Ζουμπουλάκη για την ενδοοικογενειακή βία μέσα από το νέο της βιβλίο

Με αφορμή την επικαιρότητα, η Μανίνα Ζουμπουλάκη γράφει για την ενδοοικογενειακή βία στο νέο της μυθιστόρημα «Πεθαίνω για σένα».

Μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας που αναμετριέται με το παρελθόν της, η συγγραφέας δείχνει πώς μια σχέση που ξεκινά με αγάπη μπορεί σταδιακά να οδηγήσει στον φόβο, τον έλεγχο και την απώλεια της προσωπικής ελευθερίας. Παράλληλα, φωτίζει τις αθέατες πλευρές μιας κακοποιητικής σχέσης και τη δύσκολη διαδρομή προς την αυτονομία και την επανασύνδεση με τον εαυτό.

Η Μανίνα Ζουμουλάκη μίλησε στο Bovary για την έρευνα πίσω από το βιβλίο «Πεθαίνω για σένα», για τις ιστορίες πραγματικών γυναικών που την συγκλόνισαν, για τα σημάδια μιας σχέσης ελέγχου που συχνά περνούν απαρατήρητα, αλλά και για το μήνυμα που θέλει να μείνει στον αναγνώστη.

Για τη συγγραφή του βιβλίου, η Μανίνα Ζουμπουλάκη επικοινώνησε με γυναίκες που έχουν βιώσει διαφορετικές μορφές κακοποίησης, αλλά και με ειδικούς, συγκεντρώνοντας πραγματικές ιστορίες που αποτυπώνουν τη σκληρή πραγματικότητα πίσω από τις κλειστές πόρτες. Όπως εξηγεί, ήθελε να δείξει ότι μια γυναίκα μπορεί να παραμείνει σε μια κακοποιητική σχέση για πολλούς λόγους.

 «Πεθαίνω για εσένα» από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος

Το «Πεθαίνω για Σένα» ξεκινά ως μια ερωτική ιστορία και εξελίσσεται σε ένα σκοτεινό χρονικό κακοποίησης. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να καταπιαστείτε με ένα τόσο δύσκολο θέμα;

«Η επικαιρότητα. Το ότι κάθε τρεις και λίγο (για την ακρίβεια: τουλάχιστον μία φορά το μήνα) μαθαίνουμε για κάποια γυναικοκτονία – κατά μέσο όρο στην Ελλάδα έχουμε 12 γυναικοκτονίες το χρόνο. Αυτές είναι όσες βγαίνουν προς τα έξω γιατί σίγουρα υπάρχουν και "ατυχήματα", "αιφνίδιοι θάνατοι", "τραγικά δυστυχήματα" κλπ, που δεν φτάνουν ποτέ στην δημοσιότητα. Το γεγονός ότι σχεδόν κάθε γυναίκα άνω των 50 ετών έχει υποστεί κακοποίηση σε σχέση της, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ήταν άλλος ένας λόγος που με έκανε να γράψω για το θέμα. Όχι μόνον είναι καυτό, δηλαδή, ως θέμα, είναι και πάρα πολύ διαδεδομένο, δυστυχώς».

Στο βιβλίο βλέπουμε ότι η βία ξεκινά με την υποτίμηση και τη χειραγώγηση. Ποια θεωρείτε ότι είναι τα πρώτα σημάδια που συχνά περνούν απαρατήρητα;

«Συνήθως ξεκινάει στην αρχή της σχέσης, με αυτό που Άγγλοι αποκαλούν "backhand compliment", ανάποδο κομπλιμέντο, ή τάχαμου-κομπλιμέντο που όμως στόχος του είναι να σε κάνει να νοιώσεις άσχημα. Μπορεί να είναι απλό, πχ: ‘Ωραίο φόρεμα αγάπη μου αλλά αν έχανες/έπαιρνες πέντε κιλά θα ήταν ακόμα ωραιότερο’. Μετά περνάμε στο πιο ουσιαστικό, στο μη-κομπλιμέντο ή στην πλάγια κριτική, πχ: "Εντάξει ρε μωρό μου, δουλεύεις τώρα κι εσύ, δεν είσαι και σε ορυχείο, σιγά τη δουλειά που κάνεις!"

»Το "Σιγά" επεκτείνεται, λάου-λάου, σε όλα όσα είσαι ή κάνεις: σιγά την κολλητή που έχεις, σιγά το κατόρθωμα που κατάφερες, σιγά το αμάξι, το σπίτι, σιγά το βιβλίο που έγραψες, σιγά το κασκόλ που έπλεξες, σιγά το φαΐ που μαγείρεψες, σιγά το συναίσθημα, το επίτευγμα, το οτιδήποτε. Η αμφισβήτηση απλώνεται σε όλες τις μπάντες και επειδή είναι ανάλαφρη στην αρχή, μπορεί μέχρι και να μην την προσέξεις.

»Να μη δώσεις σημασία για δύο, τρία ή περισσότερα χρόνια απλώς να αισθάνεσαι μια κούραση, μια απογοήτευση, ένα ρίξιμο γενικότερα, καθώς η ιδέα που έχεις για τον εαυτό σου, τη δουλειά, τις σχέσεις σου, τις ικανότητές σου, υποσκάπτεται συστηματικά από τον άνθρωπο που είναι δίπλα σου. Ο ίδιος μπορεί να το αποκαλεί ‘εποικοδομητική κριτική’ αυτό που κάνει, αλλά μη τσιμπάς, πρόκειται για (ψυχολογική/συναισθηματική) κακοποίηση».

«Με τρελαίνει που ενοχοποιείται η γυναίκα, ακόμα κι όταν είναι θύμα!»

Το ερώτημα «Γιατί δεν έφευγε;» εξακολουθεί να ακούγεται κάθε φορά που μια γυναίκα κακοποιείται ή δολοφονείται. Πώς απαντά το βιβλίο σας σε αυτή την απλή απορία;

«Με τρελαίνει που ενοχοποιείται η γυναίκα, ακόμα κι όταν είναι θύμα! Προσπαθώ να το εξηγήσω στο βιβλίο, το "γιατί δεν φεύγει". Η ηρωίδα του "Πεθαίνω για σένα" αποδυναμώνεται οικονομικά -αυτό είναι το κλασσικό τέχνασμα, το κόλπο γκράντε του μέσου κακοποιητή: το οικονομικό άρμεγμα μέχρι να φτάσεις να μην έχεις λεφτά δικά σου. Ξεκινάει από το "ρε μωρό μου πλήρωσε εσύ το νοίκι/ρεύμα/γουατέβερ αυτό το μήνα, έχω μια δυσκολία, τον επόμενο μήνα τα αναλαμβάνω εγώ όλα", μόνο που τον επόμενο μήνα δεν αναλαμβάνει τίποτα, ή κι αν αναλάβει, τον μεθεπόμενο μήνα είναι τα ίδια.

»Ο δεύτερος και πιο σημαντικός λόγος που δεν φεύγει μια κακοποιημένη, είναι τα παιδιά: δεν το συζητάει να φύγει χωρίς τα παιδιά της, κι αν τα πάρει μαζί θα τα αποσταθεροποιήσει, θα τα βγάλει από το σπίτι που μεγαλώνουν, άσε που δεν είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει την επιμέλεια (αν δεν έχει περιουσία ή καλή δουλειά, πχ, πολύ, μα πολύ δύσκολα θα πάρει την επιμέλεια των παιδιών της). Η γυναίκα που φεύγει από ένα σπίτι με τα παιδιά της, καταφεύγει σε δομή φιλοξενίας ή σε φιλικό/συγγενικό σπίτι, αν υπάρχει -αλλά για πόσο καιρό; Αν τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο, πόσο εύκολο είναι να τα γράψει σε άλλο σχολείο, να τα ξεσηκώσει, να τους αλλάξει τη ζωή; Ε, αυτά σκέφτεται η μέση κακοποιημένη γυναίκα και καταπίνει την κακοποίηση, "κάνει υπομονή", πολλές φορές για δέκα, είκοσι χρόνια, μερικές φορές μέχρι να έρθει το τέλος της από τα χέρια του συντρόφου της».

Πόση έρευνα προηγήθηκε της συγγραφής; Μιλήσατε με ειδικούς ή με γυναίκες που έχουν επιβιώσει από κακοποιητικές σχέσεις;

«Και τα δύο. Μίλησα με γυναίκες διαφορετικών κοινωνικών τάξεων που έχουν υποστεί κακοποίηση, ψυχική, ψυχολογική και συναισθηματική ή σωματική. Άκουσα τρομερές ιστορίες. Από ιδιωτική υπάλληλο που πήγαινε στην δουλειά της για μήνες με μαυρισμένα μάτια και μελανιές σκεπασμένες με makeup μέχρι μια κυρία με οικογενειακή περιουσία που πλήρωσε ένα μεγάλο ποσόν στον άντρα της για να της δώσει διαζύγιο και να την αφήσει ήσυχη. Στο βιβλίο αναφέρεται η περίπτωση της Κικής, που την έσφαξε ο πρώην της έξω από το αστυνομικό τμήμα, της Παναγιώτας, που μέχρι να πεθάνει έμεινε για μήνες σε κώμα μετά από άγριο ξυλοδαρμό από τον άντρα της, μιας φίλης, που έσπασε το πόδι της σε τρεις μεριές πηδώντας από το μπαλκόνι όταν ο άντρας της πήγε να την πνίξει και όλα τα περιστατικά που περιγράφω, ψυχολογικής/συναισθηματικής βίας, έχουν συμβεί σε κάποια κανονική γυναίκα σαν εσένα και σαν εμένα. Τίποτα, όσον αφορά τις κακοποιητικές συμπεριφορές που θα διαβάσεις στο βιβλίο, τίποτα από όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά δεν το κατέβασα από το μυαλό μου. Δεν έχω τόση φαντασία, απλώς διαβάζω ειδήσεις, ακούω τις γυναίκες, και προσέχω τις ιστορίες τους».

Τι θα θέλατε να αναγνωρίσει μια γυναίκα που διαβάζει το βιβλίο και ίσως ζει ήδη μια σχέση με στοιχεία ελέγχου ή κακοποίησης;

«Να δώσει σημασία στις Κόκκινες Σημαίες, που δεν τις μετράμε όταν είμαστε ερωτευμένες και που θα πέσουν να μας πλακώσουν, είτε με το πέρασμα του χρόνου στη σχέση, είτε μετά την γέννηση των παιδιών (οπότε και θα είναι αργά). Να ακούει την φωνή μέσα της που της ψιθυρίζει ότι κάτι δεν πάει καλά. Να μοιράζεται τις εμπειρίες της με άλλες γυναίκες».

Έχοντας ένα τόσο δυνατό κοινωνικό θέμα, θα μπορούσατε να φανταστείτε την ιστορία αυτή να μεταφέρεται στο μέλλον στο θέατρο ή στην οθόνη;

«Ναι, εννοείται. Αλλά δεν είναι στο χέρι μας. Την καταθέσαμε σαν πρόταση σεναρίου στο Κέντρο Κινηματογράφου με την σκηνοθέτη Όλγα Μαλέα, τώρα, αν θα εγκριθεί ή όχι, δεν έχω ιδέα. Δυστυχώς ξέρουμε ότι οι ανδρικές ιστορίες, ως "πιο περιπετειώδεις", προτιμώνται από τις γυναικείες ιστορίες».

Η Μανίνα Ζουμπουλάκη σε παρουσίαση βιβλίου/Φωτογραφία NDP

Τι πιστεύετε ότι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την έμφυλη βία; Και τι εξακολουθεί να μένει ίδιο;

«Υπάρχει πιο πλατιά ενημέρωση, οι περισσότερες γυναικοκτονίες βγαίνουν στη φόρα, και γίνονται πια προσεκτικές έρευνες όταν εμφανίζεται ένας "ανεξήγητος" θάνατος γυναίκας. Στήθηκε ένα ειδικό Τμήμα της Αστυνομίας στο Μενίδι, στο οποίο οι αστυνομικοί εκπαιδεύονται ώστε να αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά τα περιστατικά ενδο-οικογενειακής βίας και κακοποίησης. Ως τώρα, το να καταφύγει μια γυναίκα στο Τμήμα της γειτονιάς της και να πει τον πόνο της, δεν είχε αποτέλεσμα -στις πιο πολλές περιπτώσεις οι υπάλληλοι την καθησύχαζαν και την έστελναν σπίτι της, ή έξω από το Τμήμα, όπου οι πιθανότητες να δολοφονηθεί ήταν πολλές, όπως έχουμε δει. Οι ενημερωμένοι, ευαισθητοποιημένοι αστυνομικοί υπάλληλοι είναι ένα θετικό βήμα, μακάρι να δημιουργηθούν και άλλα τέτοια Τμήματα».

«Η κακοποιημένη γυναίκα δεν φταίει ποτέ»

Υπάρχει ένα μήνυμα που θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο;

«Η κακοποιημένη γυναίκα δεν φταίει ποτέ, το να λέμε "ας έφευγε, να σωζότανε", είναι τρομερή χοντράδα, ειδικά όταν δεν ξέρουμε τις συνθήκες της ζωής της, αν είχε μικρά παιδιά, κατά πόσον είχε λεφτά στη τράπεζα, δουλειά της προκοπής, υποστηρικτικό περιβάλλον. Ήθελα να δείξω ότι ακόμα και μια μορφωμένη, έξυπνη, ικανή γυναίκα, μπορεί να πέσει θύμα κακοποίησης επειδή ακριβώς η κακοποίηση είναι ύπουλη, συνεχής και απρόσμενη. Ήθελα να δείξω ότι η γυναίκα, άσχετα με το κατά πόσον έχει οικονομική αυτονομία ή όχι, μένει στην κακοποιητική σχέση επειδή εξακολουθεί να πιστεύει σε αυτήν, μένει από ρομαντισμό, από την καλή της την καρδιά, από ελπίδα, από αισιοδοξία.

»Πιστεύει ότι όλα θα στρώσουν αν η ίδια κάνει εκείνο ή το άλλο, και δεν θα στρώσουν, θα χειροτερεύουν όσο υποχωρεί, όσο "κάνει τουμπεκί", όσο προσποιείται ότι δεν ακούει τις προσβολές. Το χαστούκι και η κλωτσιά, η ανάποδη, η σφαλιάρα, η γροθιά, δεν είναι η μοναδική μορφή κακοποίησης. Ας είναι υποψιασμένα τα νέα κορίτσια, να πιάνουν την κακοποίηση στον αέρα, πριν χοντρύνει. Από την άλλη, ήθελα να γράψω ένα γρήγορο μυθιστόρημα, στημένο σαν θρίλερ, αισιόδοξο στο βάθος, πατώντας σε ένα σύγχρονο και μέχρις στιγμής πολύ διαδεδομένο κοινωνικό πρόβλημα. Οπότε, το "Πεθαίνω για σένα" το εκλαμβάνεις είτε με την μία είτε την άλλη πλευρά, ή και με τις δύο αντάμα -και ελπίζω ότι το διαβάζεις στο φτερό, χωρίς να το αφήνεις από τα χέρια σου μέχρι την τελευταία σελίδα!»