Η Άντι ΜακΝτάουελ/Φωτογραφία: AP

Η ψυχολογία λέει: Οι άνθρωποι που δεν βάφουν τα γκρίζα τους μαλλιά δεν «παραιτούνται», επιλέγουν την αυθεντικότητα αντί της κοινωνικής αποδοχής

Όλο και περισσότερες γυναίκες αποφασίζουν να αφήσουν στην άκρη τις βαφές και να αναδείξουν τα γκρίζα τους μαλλιά.

Είναι πλέον συνηθισμένο να βλέπει κανείς στο δρόμο γυναίκες των οποίων η λευκή ρίζα έχει ήδη μεγαλώσει αρκετά εκατοστά. Στους από έξω, αυτή η μεταβατική περίοδος μπορεί λανθασμένα να εκληφθεί ως ένδειξη ατημέλητης εμφάνισης ή έλλειψης ενδιαφέροντος για την εικόνα τους.

Ωστόσο, πίσω από αυτή τη μετάβαση κρύβεται μια πολύ βαθύτερη εξήγηση. Η ψυχολογία επισημαίνει ότι το να αφήνει κανείς τα γκρίζα ή λευκά μαλλιά του να μεγαλώσουν δεν συνδέεται απαραίτητα με αμέλεια, εγκατάλειψη του εαυτού ή «παραίτηση» από την προσωπική φροντίδα, αλλά με μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ταυτότητά τους, την εικόνα τους και την κοινωνική πίεση.

Την επόμενη φορά που θα δεις μια γυναίκα να περνά αυτή την ενδιάμεση φάση, όπου συνυπάρχουν η λευκή ρίζα και τα βαμμένα μαλλιά, ίσως ο τρόπος με τον οποίο θα ερμηνεύσεις την εικόνα της να είναι διαφορετικός.

Όλο και περισσότερες γυναίκες αναδεικνύνουν τα γκρίζα τους μαλλιά/Φωτογραφία: Shutterstock

Τι πίστευαν για τα γκρίζα μαλλιά μέχρι πρότινος

Για δεκαετίες, τα γκρίζα μαλλιά θεωρούνταν κάτι που έπρεπε να κρύβεται. Η εμφάνιση των πρώτων λευκών τριχών αντιμετωπιζόταν πολιτισμικά ως ένα σημάδι γήρανσης που έπρεπε να διορθωθεί, να καθυστερήσει ή να καλυφθεί. Πράγματι, η βιομηχανία της ομορφιάς έχει οικοδομήσει επί χρόνια μεγάλο μέρος των προϊόντων της γύρω από την ιδέα της διατήρησης μιας πιο νεανικής εμφάνισης.

Ωστόσο, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν έναν διαφορετικό δρόμο: Να αφήσουν τα μαλλιά τους να γερνούν φυσιολογικά. Και, σύμφωνα με την ψυχολογία, αυτή η απόφαση μπορεί να συνδέεται με αξίες όπως η αυθεντικότητα, η αυτοαποδοχή και η ανάγκη να ζει κανείς με τρόπο πιο συνεπή προς τον πραγματικό του εαυτό.

Από την απόκρυψη των γκρίζων μαλλιών στην αποδοχή μιας νέας ταυτότητας

Μία από τις εξηγήσεις που δίνει η ψυχολογία βασίζεται στη Θεωρία της Αυτοπροσδιοριζόμενης Συμπεριφοράς (Self-Determination Theory), η οποία αναπτύχθηκε από τους ψυχολόγους Edward Deci και Richard Ryan. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι βιώνουν μεγαλύτερη ευημερία όταν οι αποφάσεις τους είναι ευθυγραμμισμένες με τις προσωπικές τους αξίες και όχι αποκλειστικά με τις προσδοκίες των άλλων.

Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση να σταματήσει μια γυναίκα να βάφει τα μαλλιά της μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο να ανακτήσει την αυτονομία της ως προς την εικόνα της. Το ερώτημα παύει να είναι «Τι θα σκεφτούν οι άλλοι;» και μετατρέπεται σε «Τι θέλω πραγματικά εγώ;».

Η ψυχολογία εξηγεί ότι πολλές αποφάσεις που σχετίζονται με την εμφάνιση δεν αφορούν στην πραγματικότητα τα μαλλιά, τα ρούχα ή τη σωματική εικόνα, αλλά τη σχέση που έχουμε με την ίδια μας την ταυτότητα. Έτσι, τα γκρίζα μαλλιά μετατρέπονται σε σύμβολο κάτι πολύ ευρύτερου: Της ελευθερίας να μην αισθανόμαστε την υποχρέωση να αλλάζουμε διαρκώς ό,τι αποτελεί μέρος του εαυτού μας.

Η διαφορά ανάμεσα στην προσωπική φροντίδα και τη συμμόρφωση στις κοινωνικές προσδοκίες

Μια ακόμη θεωρία που συμβάλλει στην κατανόηση αυτού του φαινομένου είναι η θεωρία της αυτοαντίληψης του Carl Rogers. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι άνθρωποι βιώνουν μεγαλύτερη ψυχική ευημερία όταν υπάρχει αρμονία ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται στον κόσμο.

Για πολλά χρόνια, πολλές γυναίκες διατηρούσαν τη συνήθεια να βάφουν τα μαλλιά τους όχι επειδή το επιθυμούσαν πραγματικά, αλλά επειδή ένιωθαν ότι αυτό ήταν το κοινωνικά αναμενόμενο. Για ορισμένες, η εγκατάλειψη αυτής της πρακτικής σημαίνει ότι σταματούν να παλεύουν ενάντια σε ένα φυσικό χαρακτηριστικό της εμφάνισής τους.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όσοι βάφουν τα μαλλιά τους το κάνουν επειδή υποκύπτουν σε κοινωνικές πιέσεις. Η ψυχολογία επισημαίνει επίσης ότι η βαφή των μαλλιών μπορεί να αποτελεί μια απολύτως θεμιτή προσωπική επιλογή, όταν πηγάζει από την ατομική επιθυμία. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στο κίνητρο: άλλο να βάφει κανείς τα μαλλιά του επειδή το θέλει πραγματικά και άλλο επειδή φοβάται να δείξει τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος.

Η πιο δύσκολη στιγμή: Η μετάβαση

Παραδόξως, πολλές γυναίκες που αποφασίζουν να αφήσουν τα γκρίζα τους μαλλιά περνούν από μια περίοδο που είναι ακριβώς η πιο δύσκολη οπτικά: Τη φάση κατά την οποία η λευκή ρίζα συνυπάρχει με το προηγούμενο χρώμα.

Από έξω μπορεί να μοιάζει με μια περίοδο αμέλειας, όμως στην πραγματικότητα αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας αλλαγής. Δεν πρόκειται μόνο για το να σταματήσει κανείς να βάφει τα μαλλιά του, αλλά για την αποδοχή μιας νέας εικόνας και την αναμονή μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η μεταμόρφωση.

Η ψυχολογία της γήρανσης επισημαίνει επίσης ότι με την πάροδο του χρόνου πολλοί άνθρωποι αλλάζουν τις προτεραιότητές τους. Η θεωρία της κοινωνικο-συναισθηματικής επιλεκτικότητας, που αναπτύχθηκε από την Laura Carstensen, εξηγεί ότι καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν τείνουν να επικεντρώνονται περισσότερο σε όσα έχουν πραγματική συναισθηματική αξία και να αφιερώνουν λιγότερη ενέργεια στην ικανοποίηση εξωτερικών προσδοκιών.

Έτσι, το να αφήνει κανείς τα γκρίζα μαλλιά του να φαίνονται μπορεί να είναι λιγότερο μια παραίτηση και περισσότερο μια συνειδητή επιλογή για το πού αξίζει να επενδύσει τον χρόνο και την ενέργειά του.

Η αυθεντικότητα ως νέα μορφή ομορφιάς

Η ψυχολογία μελετά ολοένα και περισσότερο τη σχέση ανάμεσα στην αυθεντικότητα και την ψυχική ευημερία. Το να είναι κανείς αυθεντικός δεν σημαίνει ότι απορρίπτει τη φροντίδα του εαυτού του ή ότι εγκαταλείπει την προσωπική του εικόνα, αλλά ότι παίρνει αποφάσεις που αντανακλούν πραγματικά το ποιος είναι.

Γι’ αυτό, πίσω από μια λευκή κόμη μπορεί να κρύβεται πολύ περισσότερα από μια αισθητική επιλογή. Μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει αποφασίσει να σταματήσει να κρύβει ένα φυσικό κομμάτι του εαυτού του και να αρχίσει να σχετίζεται με την εικόνα του από μια διαφορετική οπτική.