Νάνσυ Μπούκλη: Ποια είναι η «Ιουλία» από «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι»
Στη συνέντευξή της στο Bovary.gr, η ηθοποιός Νάνσυ Μπούκλη μιλά για τα πρώτα της βήματα στην υποκριτική, τους ρόλους που τη σημάδεψαν σωματικά και συναισθηματικά, τον τρόπο που προετοιμάζεται για κάθε νέα δουλειά, αλλά και για τη σημασία της ισορροπίας ανάμεσα στη σκηνή και την προσωπική ζωή.
Η Νάνσυ Μπούκλη διανύει μια περίοδο έντονης δημιουργικότητας, μοιράζοντας τον χρόνο της ανάμεσα στην τηλεόραση και το θέατρο. Τη βλέπουμε στη σειρά
«Σπίτι δίπλα στο Ποτάμι», ενώ παράλληλα ετοιμάζεται να ανέβει στη σκηνή με τον «Γλάρο» του Τσέχοφ στο Θέατρο ΦΙΑΤ, σε σκηνοθεσία Γιώργος Βάλαρης και με συμπρωταγωνίστρια την Κατερίνα Διδασκάλου.
Η Νάνσυ Μπούκλη μάς συστήνεται:
Γυρίζοντας πίσω στα πρώτα της βήματα, θυμάται έντονα την πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση: «Η πρώτη μου επαγγελματική παράσταση ήταν το 2010, με αγαπημένους φίλους και συμφοιτητές από τη δραματική σχολή, σ’ ένα θέατρο που ονειρευόμουν να παίξω ως φοιτήτρια, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου». Εκείνη η εμπειρία στάθηκε καθοριστική για τη συνέχεια της διαδρομής της, ανοίγοντας έναν δρόμο που μέχρι σήμερα παραμένει ζωντανός και απαιτητικός.
Από τους ρόλους που την έχουν σημαδέψει, ξεχωρίζει έναν που άφησε αποτύπωμα όχι μόνο συναισθηματικά αλλά και σωματικά: «Ο ρόλος της Ιούς στον “Προμηθέα Δεσμώτη”, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη. Έχει γράψει μέσα μου και στο σώμα μου ανεξίτηλα, η προετοιμασία που κάναμε με τα ξυλοπόδαρα και ο τρόπος του Άρη, σαν να είναι προπονητής και να προπονεί μια πυγμάχο. Ένιωσα σαν να παίζω στο “Million Dollar Baby”. Αυτή η παράσταση ήταν πολύ σημαντική για μένα».
Η προετοιμασία για έναν δύσκολο ρόλο, είτε θεατρικό είτε τηλεοπτικό, δεν περιορίζεται για εκείνη στο κείμενο. Όπως λέει, «φροντίζω ακόμη περισσότερο τον εαυτό μου. Ξεκουράζομαι, προσέχω τι τρώω, δεν ξενυχτάω πολύ, γυμνάζομαι και μελετάω γύρω από το έργο και όχι μόνο - ό,τι μπορεί να σχετίζεται μ’ αυτό και μπορώ να αντλήσω έμπνευση». Το θέατρο και η τηλεόραση, αν και διαφορετικοί κόσμοι, δεν μπαίνουν σε σύγκριση: «Δεν είναι καθόλου ο ίδιος τρόπος δουλειάς, οπότε θα πω ότι με εμπνέουν και τα δύο μέσα πολύ, αναλόγως την περίσταση».
Μετά από μια απαιτητική πρόβα ή ένα δύσκολο γύρισμα, η αποφόρτιση έρχεται με απλά πράγματα: «Μια βόλτα, μια ωραία ταινία, ένα ωραίο φαγητό και πολλές φορές να μην μιλάω καθόλου». Στον τρόπο που επιλέγει τις δουλειές της, έχει περάσει από τη λογική της συγκυρίας στην εμπιστοσύνη, στο ένστικτο: «Παλιά πίστευα πως γίνεται τυχαία ή λόγω συγκυριών και χρονοδιαγραμμάτων. Τον τελευταίο καιρό καταλαβαίνω πως λειτουργώ με το ένστικτό μου τελικά».
Μικρές προσωπικές συνήθειες λειτουργούν ως καταφύγιο δημιουργικότητας, όπως η απλή πράξη του να στέκεται στο μπαλκόνι της: «Να κοιτάζω έξω τη θέα από το μπαλκόνι μου». Για το σήμερα της ελληνικής τηλεόρασης και του θεάτρου, η άποψή της είναι ξεκάθαρη: «Ιδανικά, θα ήθελα να μην αποτελούν αυτοσκοπό τα μεγάλα νούμερα τηλεθέασης ή, αντίστοιχα, τα sold out στο θέατρο, ούτε να λειτουργούν ως ο βασικός λόγος για τον οποίο μια δουλειά συνεχίζεται ή σταματά. Δεν λέω ότι δεν έχουν σημασία, φυσικά είναι σημαντικά. Αλλά θα ήθελα να μην είναι το απόλυτο κριτήριο».
Η ισορροπία ανάμεσα στην καριέρα και την προσωπική ζωή είναι κάτι που διεκδικεί συνειδητά: «Ευτυχώς βρίσκω χώρο για όλα, το θέλω πια να υπάρχει μια ισορροπία. Και προσπαθώ να μην φέρνω την κάθε εργασία που συμμετέχω στο σπίτι ή όταν βγαίνω με τους φίλους μου. Δεν πετυχαίνει πάντα, αλλά πάει καλά». Στον ελεύθερο χρόνο της γυμνάζεται και τραγουδά, ενώ για απόδραση προτείνει έναν προορισμό εκτός των συνηθισμένων: «Πρόσφατα πήγα στην Ευρυτανία, στο Καρπενήσι και στα χωριά γύρω και είναι υπέροχα - ειδικά τον χειμώνα».
Από τα πιο απρόβλεπτα περιστατικά που έχει ζήσει επί σκηνής, θυμάται μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι σκηνή από φαρσοκωμωδία: «Σε μια παράσταση που συμμετείχα, μια μέρα αρρώστησε ένας ηθοποιός και ο σκηνοθέτης τον αντικατέστησε φορώντας βοηθητικό ακουστικό για να ακούει τα λόγια. Το ακουστικό στη σκηνή χάλασε, οπότε για να συνεχίσουμε έλεγα και των δύο τα λόγια σαν ερώτηση-απάντηση. Ευτυχώς το έργο ήταν κωμωδία!».
Η σχέση της με την τέχνη έχει τις ρίζες της στο σινεμά: «Το σινεμά και οι ταινίες νομίζω από μικρή μου έφτιαχναν τον κόσμο μου και με ενέπνεαν, οπότε σίγουρα όλοι οι σκηνοθέτες που έχω δει ταινίες τους είναι μέντορές μου». Από τις πιο πρόσφατες τηλεοπτικές εμπειρίες που την εντυπωσίασαν, ξεχωρίζει σειρές με πρωταγωνιστή τον Στήβεν Γκράχαμ: «Τις προτείνω, γιατί ο τρόπος που παίζουν όλοι οι ηθοποιοί είναι τόσο ρεαλιστικός, που ξεχνάς ότι βλέπεις σειρά».
Σε όσους ξεκινούν τώρα την πορεία τους στην υποκριτική, αποφεύγει τις εύκολες συνταγές: «Μου έρχονται πάρα πολλά στο μυαλό, όχι συμβουλές· πιο πολύ πράγματα που μπορεί να ήθελα να μου έχουν πει κι εμένα στην αρχή, αλλά καταλήγω πως καλύτερα που δεν μου τα είπαν. Είναι πολύ προσωπικός ο δρόμος του καθένα».
Μέσα από τις λέξεις της, γίνεται φανερό πως για τη Νάνσυ Μπούκλη, η υποκριτική δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα, αλλά τρόπος να αφουγκράζεται τον κόσμο και τον εαυτό της, με ένστικτο, πειθαρχία και μια ήσυχη ανάγκη για αλήθεια.