Στέφανος Κακαβούλης: «Δεν γίνεται το 2026 να μιλάμε ακόμη για το γυμνό στο θέατρο»
Ο Στέφανος Κακαβούλης δεν είναι απλώς ένας δημιουργός που ανεβαίνει στη σκηνή ή γράφει κείμενα. Είναι κάποιος που ζει μέσα από την τέχνη του, που ακούει και παρατηρεί τον κόσμο γύρω του με ανοιχτές αισθήσεις, και μετατρέπει αυτή την παρατήρηση σε σκηνική εμπειρία.
Κάθε ρόλος που ερμηνεύει, κάθε λέξη που γράφει, κάθε σκηνοθετική του επιλογή μοιάζει να πηγάζει από μια εσωτερική ανάγκη να εξερευνήσει την ανθρώπινη ψυχή, τις συγκρούσεις, τις αγωνίες και τις αλήθειες που κρύβουμε μέσα μας.
Η πορεία του, από τη γέννησή του στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας μέχρι τη διαρκή παρουσία του στο ελληνικό θέατρο από το 2004, αποτυπώνει έναν δημιουργό που δεν περιορίζεται σε έναν ρόλο: είναι ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης και δάσκαλος, με μια βαθιά ανάγκη να αφηγείται ιστορίες που αγγίζουν τον άνθρωπο στον πυρήνα του.
Απόφοιτος σκηνοθεσίας και υποκριτικής της Δραματικής Σχολής του Γιώργου Αρμένη, έχει διαγράψει μια πολυσχιδή διαδρομή με σημαντικούς ρόλους στο θέατρο, από τον Μότσαρτ και τον Ουάιλντ μέχρι τον Πεσόα και τον Ρίπλεϊ, αλλά και με έντονη συγγραφική δραστηριότητα, καθώς δεκατρία έργα του έχουν ήδη παρουσιαστεί σε αθηναϊκές σκηνές. Η γραφή του, όπως και η σκηνική του παρουσία, χαρακτηρίζεται από μια εσωτερικότητα, μια αγωνία για το «μέσα» του ανθρώπου. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει βραβευθεί τόσο για την υποκριτική του όσο και για τα κείμενά του, ενώ η δημιουργική του πορεία επεκτείνεται και στον κινηματογράφο και το ντοκιμαντέρ.
Παράλληλα, η σχέση του με τη διδασκαλία αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη που δεν κρατά τη γνώση για τον εαυτό του, αλλά τη μοιράζεται, τη μεταδίδει, τη μετατρέπει σε ζωντανή εμπειρία για τους άλλους. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η τελευταία του θεατρική δουλειά έρχεται σχεδόν σαν φυσική συνέχεια της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Με αφετηρία ένα από τα πιο εμβληματικά σχέδια της Αναγέννησης, τον «Άνθρωπο του Βιτρούβιου» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο Στέφανος Κακαβούλης φέρνει στη σκηνή μια παράσταση που επιχειρεί να φωτίσει όχι το σύμβολο, αλλά τον άνθρωπο πίσω από αυτό.
Στη θεατρική παράσταση που, μετά την επιτυχημένη της πορεία στην Αθήνα, ανεβαίνει στις 14 και 15 Μαΐου στο ΚΘΒΕ, στη Μονή Λαζαριστών, ο ίδιος υπογράφει το κείμενο και ερμηνεύει έναν ρόλο απαιτητικό και πολυεπίπεδο, ισορροπώντας ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη φιλοσοφική αναζήτηση.
Με έναν εξομολογητικό μονόλογο, δίνει φωνή σε μια φιγούρα που δεν γνωρίζουμε αν υπήρξε ποτέ, επιχειρώντας να αποτυπώσει την ψυχοσύνθεση και την υπαρξιακή της διάσταση. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία αυτής της δουλειάς: όχι στο να απαντήσει, αλλά στο να ρωτήσει. Να ανοίξει έναν χώρο όπου ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά αναμετριέται με τον εαυτό του.
Ο ίδιος μιλά για τη γοητεία που του ασκεί ο Ντα Βίντσι, για τη διαδικασία δημιουργίας ενός «αόρατου» χαρακτήρα, για τις δυσκολίες της σκηνικής έκθεσης και του γυμνού, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη μπορεί και ίσως οφείλει να οδηγεί τον θεατή σε μια βαθύτερη εσωτερική αναζήτηση.
Και τελικά, αυτή είναι και η πιο ειλικρινής περιγραφή του Στέφανου Κακαβούλη: ένας καλλιτέχνης που δεν φοβάται να εκτεθεί, γιατί ξέρει πως μόνο μέσα από αυτή την έκθεση μπορεί να υπάρξει αλήθεια. Ο ίδιος ξεκινά τη συνέντευξη στο bovary.gr λέγοντας πώς «Είκοσι δύο χρόνια τώρα στον χώρο παλεύω ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας, για να δώσω ένα στίγμα στον χώρο, μία προσωπική ταυτότητα...»
Ποια είναι η προσωπική ταυτότητα που θα ήθελες να αφήσεις με τα έργα σου Στέφανε;
Κάτι που μπορεί να βάλει τον κόσμο σε σκέψη, αυτούς κυρίως που διαβάζουν τα έργα μου και βλέπουν τις παραστάσεις μου. Να τους ανοίξει δρόμους στο μυαλό τους, να τους προβληματίσει, να τους αφήσει μέσα τους ένα σημάδι. Να μην είναι απλώς άλλη μία παράσταση, άλλο ένα θεατρικό που απλά πέρασε και το είδαμε. Να τους ακολουθεί στη ζωή τους μετά.
Ποια είναι τα θέματα που πραγματεύεσαι στα θεατρικά σου έργα;
Η ειλικρίνεια. Με το να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και με τους άλλους. Και νομίζω ότι αυτό, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Γιατί δεν συμβαίνει στη ζωή. Δεν μας θέλουν οι άλλοι αληθινούς. Ούτε οι άνθρωποι που έχουμε κοντά μας, ούτε η κοινωνία. Δεν θέλουν την αλήθεια μας. Θέλουν τον ρόλο. Τους ρόλους. Γι’ αυτό οι χαρακτήρες μου μέσα από τα έργα ξεγυμνώνονται καταθέτοντας τη δική τους αλήθεια.
Με απασχολεί επίσης πάρα πολύ το θέμα της ενοχής. Πώς την κουβαλάμε. Από πού προέρχεται. Πώς τη διαχειριζόμαστε. Με αφορούν οι σχέσεις. Και οι ερωτικές και οι οικογενειακές. Το πώς μεγαλώνουμε και μας «φοριούνται» πράγματα από τους γονείς, από τον περίγυρο. Και μετά πρέπει αυτά που μας φοριούνται να τα βγάζουμε, να τα διώχνουμε, να τα πετάμε από πάνω μας.
Γι’ αυτό έχεις δίνεις έμφαση στο γυμνό; Η αλήθεια δηλαδή για σένα είναι αποκλειστικά γυμνή ή...;
Η αλήθεια είναι μόνο γυμνή για μένα. Ντυμένη δεν μπορεί να είναι. Μπορεί να είμαι ο μόνος από τη γενιά μου ηθοποιός που έχει κάνει το πιο πολύ γυμνό στο θέατρο, νομίζω.
Αυτή η έκθεση του σώματος προς τα έξω, για σένα, πέρα από την αλήθεια, τι άλλο σημαίνει;
Μου αρέσει το γυμνό και αισθητικά και συμβολικά. Μου αρέσει γιατί θεωρώ ότι είναι μέρος απελευθέρωσης. Και το χρησιμοποιώ συνεχώς γιατί, δυστυχώς, η κοινωνία ακόμα προκαλείται και θεωρείται το γυμνό σε μεγάλο βαθμό. Ειδικά το αντρικό γυμνό. Και κυρίως το full frontal.
Δεν γίνεται εν έτει 2026 να μιλάμε και να τίθεται θέμα γυμνού στο θέατρο, στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο. Δηλαδή αντί να πηγαίνουμε μπροστά, πηγαίνουμε πίσω. Και γι’ αυτό έχω εμμονή, και προσπαθώ, δικαιολογημένα πάντα μέσα από τα έργα μου, να έχω γυμνές σκηνές. Εάν η κοινωνία μας ήταν πιο απελευθερωμένη, ίσως και να μην υπήρχε λόγος να το κάνω.
Με θυμώνει να λένε ότι πια στο θέατρο όλοι ξεγυμνώνονται, ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να κρατήσουν τα ρούχα τους. Δεν είναι έτσι. Γιατί ηθοποιός σημαίνει έκθεση: έκθεση ψυχής και σώματος. Ακόμα και άνθρωποι που θα έρθουν στην παράστασή μου για το γυμνό, για την πρόκληση, και δεν θα μπουν στην ουσία του πράγματος, μέχρι κι αυτό κέρδος είναι για μένα.
Το κοινό στην τελευταία σου παράσταση, τον «Βιτρούβιο», πώς αντιμετώπισε το πλήρες γυμνό από τη δική σου πλευρά; Σοκάρεται ή το αποδέχεται;
Στο «Βιτρούβιο» το γυμνό σώμα αισθητικά και φωτιστικά είναι προστατευμένο και είναι απόλυτα μέσα στο πνεύμα του έργου, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Δεν έχω αντιληφθεί να σοκάρεται το κοινό. Είναι τόσα τα νοήματα που πραγματεύεται, που είναι κρίμα, αν μείνεις εκεί, θα έχεις χάσει πολλά.
Τι πραγματεύεται;
Πραγματεύεται, καταρχάς, το διάσημο έργο του Ντα Βίντσι που όλοι γνωρίζουμε, το οποίο επιφανειακά μιλάει για τις αναλογίες του ανθρώπινου σώματος, τη συμμετρία, τη χρυσή τομή. Αλλά πίσω από αυτά, όπως και σε όλα τα έργα του Ντα Βίντσι, όπως και σε όλα τα έργα αυτών των μεγάλων φυσιογνωμιών, υπάρχουν κώδικες, άλλα νοήματα, άλλοι συμβολισμοί, που φτάνουν και σε τελείως φιλοσοφικό και υπαρξιακό επίπεδο.
Διαβάζοντας και μελετώντας το έργο, όταν ανακάλυψα τι κρύβεται από πίσω, είπα «κάτι θέλω να κάνω με αυτό, οπωσδήποτε». Έτσι γεννήθηκε ο «Βιτρούβιος». Όμως, για να σταθεί ένα θεατρικό έργο, δεν φτάνουν μόνο αυτά τα πράγματα. Έπρεπε να χτιστούν χαρακτήρες. Οπότε μου ήρθε η ιδέα να δημιουργήσω, να δώσω ζωή σε αυτόν τον άντρα, που δεν ξέρουμε καν αν υπήρξε, δεν ξέρουμε αν όντως κάποιος πόζαρε. Θέλησα να δημιουργήσω τον άντρα που επέλεξε ο Ντα Βίντσι να του ποζάρει. Έδωσα ζωή σε αυτόν τον άντρα, ο οποίος μαθαίνουμε γιατί πάει εκεί, γιατί δέχεται, τι θέλει, τι περιμένει από αυτή τη συνεργασία με τον Ντα Βίντσι. Το έργο επομένως γίνεται ανθρωποκεντρικό και «ζούμε» τις αγωνίες του.
Στέφανε, δεν είσαι απλώς ηθοποιός. Είσαι και σκηνοθέτης και δάσκαλος υποκριτικής, αλλά και συγγραφέας θεατρικών έργων.
Και ποιητής.
Και ποιητής. Όλο αυτό, γενικά, πώς το διαχειρίζεσαι στην καθημερινότητά σου; Μπορείς να υπηρετείς όλους αυτούς τους ρόλους εξίσου καλά;
Το «καλά» δεν μπορώ να το πω εγώ, σε καμία περίπτωση. Εγώ αυτό που ξέρω και μπορώ να βάλω σε λόγια είναι ότι αυτές οι ιδιότητες δεν είναι συνειδητές. Ακολουθώ τις ανάγκες μου. Υπάρχουν ερεθίσματα ή φάσεις όπου λες ότι αυτό που νιώθω, αυτό που θέλω, αυτό που οραματίζομαι, μόνο μέσα από έναν ποιητικό λόγο μπορεί να βγει. Τώρα θα μου πώς τα υπηρετείς όλα αυτά; Θέλει συνεχή άσκηση. Δεν μπορείς να ξυπνήσεις ένα πρωί και να πεις «θα γράψω ποίηση». Πρέπει να διαβάζεις, να γράφεις, να έχεις επαφή με τη λέξη. Το ίδιο και με το θέατρο. Πρέπει να υπάρχει τριβή. Αυτή είναι η λέξη: τριβή. Τώρα, αν το αποτέλεσμα είναι καλό, δεν μπορώ να το πω εγώ.
Μπορώ να πω ότι όταν κάνω κάτι, εκείνη την ώρα είμαι αυτό. Όταν σκηνοθετώ, είμαι σκηνοθέτης. Όταν παίζω, είμαι ηθοποιός. Σαφώς και μέσα μου φιλτράρονται πράγματα και λέω «εγώ, φίλε, θα το έκανα αλλιώς», αλλά δεν προσπαθώ να το δείξω ούτε να το επιβάλω, γιατί θα χαλάσει η συνεργασία. Ο ηθοποιός πρέπει να υπηρετεί το όραμα του σκηνοθέτη. Τέλος.
Όταν γράφω ένα θεατρικό έργο και πρέπει να γεννήσω έναν ολόκληρο κόσμο, εκεί αφήνω όλη μου τη φαντασία ελεύθερη, γιατί είναι μια πρωτογενής τέχνη η γραφή και πρέπει να φτιαχτεί ένα ολόκληρο σύμπαν από το μηδέν.
Λένε ότι ο συγγραφέας γράφει για το τραύμα του. Το δικό σου ποιο είναι;
Η έννοια της ματαιότητας με απασχολεί πολύ. Η ζωή είναι μάταιη και προσπαθείς να της δώσεις νόημα. Εκεί έρχεται η τέχνη.
Έχεις νιώσει ματαίωση;
Σε πάρα πολλά πράγματα. Σε έρωτες, σε δουλειές, στο θέατρο. Κάθε φορά πρέπει να αποδεικνύεις τον εαυτό σου από το μηδέν. Δεν έχει σημασία τι έχεις κάνει πριν. Αυτό είναι ψυχοφθόρο. Αλλά έτσι λειτουργεί.
Εκτός από τη θεατρική παράσταση που ανεβαίνει στο κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδας βγαίνει και η ταινία «Εξορία» στην οποία πρωταγωνιστείς, σωστά;
Ναι. Η ταινία έγινε το 2019 και είναι του Βασίλη Μαζωμένου. Είναι στα πλαίσια μιας τριλογίας που είχε κάνει: «Γραμμές», «Εξορία» και «Καθαρτήριο». Θα γίνει ένα αφιέρωμα στη streaming πλατφόρμα Cinobo και θα προβληθούν και οι τρεις ταινίες, τέλος Απρίλη. Εγώ εμφανίζομαι στις δύο από τις τρεις. Παίζω στην «Εξορία», που όλη η ταινία είναι πάνω μου, και με εμπιστεύτηκε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Βασίλης. Και παίζω στο «Καθαρτήριο» έναν μικρό, συμβολικό ρόλο.
Η «Εξορία», για την οποία είμαι πάρα πολύ χαρούμενος, ήταν ένα πολύ μεγάλο στοίχημα για μένα γιατί είχε την εξής πρόκληση: ο ήρωας δεν μιλάει. Λέει μόνο τρεις ατάκες σε μια ταινία μίας ώρας και σαράντα λεπτών. Όλο το υπόλοιπο είναι έκφραση και σώμα. Πρέπει όλα να τα δείξεις με την έκφραση. Ήταν φοβερή πρόκληση και τεράστιο υποκριτικό σχολείο για μένα.
Ποια είναι η απόψή σου για τον κινηματογράφο στην Ελλάδα σήμερα;
Ο κινηματογράφος είναι ένα πάρα πολύ ακριβό σπορ. Έχει τεράστιο τεχνικό κομμάτι που δεν γίνεται χωρίς αυτό. Κάμερες, φώτα, ήχος, μοντάζ, είναι πανάκριβα. Οπότε χρειάζονται πολλά χρήματα για να κάνεις έστω και μια μικρή, επαγγελματική ταινία.
Γίνονται κάποιες ταινίες. Η δική μου ένσταση είναι όταν προσπαθούμε να μιμηθούμε τον αμερικανικό κινηματογράφο. Δεν γίνεται. Όσες τέτοιες προσπάθειες γίνονται είναι κακέκτυπα. Δεν θέλω να πω ονόματα, αλλά το βλέπουμε. Σαν Ελλάδα πρέπει να κάνουμε κάτι πιο ιδιαίτερο, πιο «weird», πιο ψαγμένο, με ταυτότητα. Όπως έκανε ο Λάνθιμος. Γιατί έφτασε εκεί που έφτασε; Επειδή δεν προσπάθησε να μιμηθεί. Έδωσε κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν είχαν ξαναδεί. Αυτό πρέπει να κάνουμε.
Τι σε ενδιαφέρει περισσότερο στον κινηματογράφο;
Είμαι γαλουχημένος στον κινηματογράφο. Από εκεί ξεκίνησαν τα ερεθίσματά μου και προέρχονται από τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Μπέργκμαν, Παζολίνι, Γκοντάρ, Ρενέ... Από τον ποιητικό κινηματογράφο. Και σήμερα ακόμα με συγκινεί αυτό. Θέλω τον κινηματογράφο που σε βάζει σε σκέψη.
Τι σε συγκινεί γενικά στην Τέχνη;
Θέλω να νιώθω ότι ο καλλιτέχνης έχει βουτήξει βαθιά. Δεν μπορώ την επιφάνεια. Θέλω να νιώθω τη βουτιά, που συνήθως έχει σκοτάδι. Αλλά μέσα από το σκοτάδι γεννιέται το φως. Χωρίς σκοτάδι δεν υπάρχει δημιουργία.