Θεόβη Στύλλου: «Εμείς οι γυναίκες, σκληραγωγούμε η μία την άλλη στο να αντέχει, γιατί αυτό ξέρουμε»

Θεόβη Στύλλου: «Εμείς οι γυναίκες, σκληραγωγούμε η μία την άλλη στο να αντέχει, γιατί αυτό ξέρουμε»

Τα τελευταία χρόνια η Θεόβη Στύλλου έχει ξεχωρίσει. Ένα νέο, όμορφο κορίτσι, έξω απ’τα συνηθισμένα πρότυπα. Διακριτική, μοιάζει αυστηρή (δεν είναι) και πειθαρχημένη (είναι), δουλεύει πολύ και δεν βιάζεται. Γεννήθηκε στην Κοζάνη.

Ήρθε στην Αθήνα για σπουδές (Νομική). Έκανε μεταπτυχιακά στο Λονδίνο, δούλεψε ως δικηγόρος και κάπου εκεί, ξαφνικά (;) μπήκε το θέατρο στη ζωή της.
Φέτος ξεχωρίζει στον «Κύριο Ζυλ», κάνει πρόβες στο «Όνειρο» και τα δύο του Θωμά Μοσχόπουλου στο Πόρτα ενώ παίζει στο τηλεοπτικό «Μπαμπά σ’αγαπώ»: Είναι η Τζένη, ένας ρόλος που μοιάζει να γράφτηκε για εκείνη -χωρίς να το ξέρει.

«Φέτος, πράγματι, είναι η πρώτη φορά που κάνω πρόβα για μια παράσταση, παίζω σε μια άλλη κι έχω και γυρίσματα. Είμαι όμως καλή στο να βγάζω πρόγραμμα, αλλιώς θα είχα καταρρεύσει. Είναι όλα υπολογισμένα στο nanosecond, απ’το τι θα φάω μέσα στη μέρα -το κουβαλάω σ’ένα μικρό ψυγειάκι, ως το που θα πάω και τι θα κάνω. Αυτή είναι η καθημερινότητά μου, οπότε κάθε τι που λίγο την ταράζει, κάτι έκτακτο, είναι μη διαχειρίσιμο.

Θεόβη Στύλλου/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.

»Πάντα ήμουν έτσι. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό. Γιατί υπάρχει κι αυτή η ιδέα για τους καλλιτέχνες ότι είναι λίγο πιο ελεύθερα πνεύματα, πιο παιδιά. Εγώ, ακόμα κι όταν ήμουν παιδί, δεν ένιωθα παιδί. Ένιωθα ότι κάθε τι που θα κάνω έχει ευθύνη και θα έχει και μια συνέπεια. Θυμάμαι ήμουν στο δημοτικό στην Κοζάνη και κάποιοι συμμαθητές μου ήθελαν να κρυφτούμε και να πετάξουμε αυγά σε διερχόμενα αυτοκίνητα. Κι εγώ ήμουν πολύ αντίθετη σ’αυτό, λέγοντας ότι αν τρομάξει ο οδηγός και συμβεί κανένα ατύχημα, τι θα γίνει… Με είχαν τότε αντιμετωπίσει σαν φυτό.

»Έχω ρομαντικοποιήσει και κάποιες ηθοποιούς, όπως την Ατζανί, που ήταν φευγάτη από μόνη της. Κάποιες φορές αυτόν τον παρορμητισμό, αυτό το “να φύγω για λίγο”, δεν το έχω ζήσει ποτέ. Εγώ είμαι πάντα εδώ. Ούτε στον έρωτα ξεφεύγω τόσο πολύ, ίσως μικρότερη. Ειλικρινά δεν ξέρω αν γνώριζαν στη σειρά όλα αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα μου και με διάλεξαν για την Τζένη στο “Μπαμπά σ’αγαπώ”. Αλλά και η Κριστίν στον “Κύριο Ζυλ” είναι κάπως έτσι -έστω σε μια πιο ειδική συνθήκη.

»Αν και δεν το έχω κάνει ποτέ στην προσωπική μου ζωή αυτό που κάνει η Τζένη στη σειρά, να βάζει τόσο πολλά εμπόδια στον έρωτα, μ’αρέσει, έστω που το κάνω στα ψέματα. Ας ζοριστεί και κάποιος άλλος…

 Θεόβη Στύλλου/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.

»Πάντα είχα πρόγραμμα κι αυτό με κάνει, μερικές φορές, να αισθάνομαι ότι προγραμματίζω τη ζωή ως την τελευταία ανάσα, κάτι που δεν μ’αφήνει ν’απολαύσω τη στιγμή. Όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω ότι γίνομαι πιο απόλυτη για το πως θέλω να ικανοποιηθώ μέσα στη μέρα και ότι το πρόγραμμα με ανακουφίζει, με βάζει σε μια σειρά. Δεν θέλω δηλαδή να μου πεις τελευταία στιγμή να βγούμε για φαγητό -θα το κάνω αλλά… Έτσι ήμουν από μικρή.

»Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κοζάνη. Ο μπαμπάς μου είναι οφθαλμίατρος, η μαμά μου δικηγόρος. Αδέλφια δεν έχω. Η μαμά μου λέει ότι ήμουν ένα πολύ χαρούμενο παιδί κι εγώ δεν έχω κάποια ανάμνηση μεγάλης δυσκολίας ή δυστυχίας, αλλά θυμάμαι ότι πάντα έκανα πολλά πράγματα. Υπήρχε μια περίοδος στη ζωή μου, απ’το Δημοτικό ως τη Α’-Β’ Λυκείου που έκανα taekwoνdo, αγγλικά, γερμανικά, πιάνο, θεωρητικά και χορωδία πιάνου. Σε μια φάση έκανα ακόμα τα Σάββατα τένις και Κυριακή απόγευμα βόλεϊ. Ήμουν άριστη μαθήτρια, πάντα απουσιολόγος.

»Υπήρχε ένα πρόγραμμα που δεν παρέκκλινε από τίποτα. Το έμαθα ως κάτι αυτονόητο, πολύ χρήσιμο ίσως και απαραίτητο για τη ζωή. Δεν έχω μάθει να λειτουργώ έξω απ’αυτό το πλαίσιο. Θα το κάνω στις διακοπές, αλλά την πρώτη εβδομάδα θα νιώθω άχρηστη, απ’τη δεύτερη και μετά μπορεί να χαλαρώσω. Δεν υπήρχε ποτέ άλλος τρόπος για μένα ούτε μ’άφησαν να πιστέψω ότι υπάρχει εναλλακτική.

»Ποτέ δεν ήξερα τι ήθελα. Ακολούθησα τη Νομική. Η μάνα μου, επειδή είναι πολύ καλή δικηγόρος, μου είχε πει να τελειώσω τη Νομική και μετά να κάνω ό,τι θέλω -ακόμα και δημοσιογράφος, που το σκεφτόμουν από μικρή. Κι έτσι με στρίμωξε, με εγκλώβισε, με την καλή έννοια.

 Θεόβη Στύλλου/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.

»Μπήκα στη Νομική και κατέβηκα στην Αθήνα. μάνα μου είχε αρχίσει από πριν να με κατεβάζει σιγά-σιγά στην Αθήνα. Με γλύκαινε, με πήγαινε θέατρο, να φάω μεξικάνικο που δεν είχαμε στην Κοζάνη κι έτσι μου δημιούργησε ένα σύστημα ότι θα περάσω και καλά εκτός απ’τις σπουδές. Μετά κατάλαβα ότι για να τελειώσω τη Νομική έπρεπε να διαβάζω τουλάχιστον οκτώ ώρες τη μέρα. Υπήρχαν μαθήματα που μ’έκαναν να κλαίω -την έπαιρνα τηλέφωνο και έκλαιγα, για να της υπενθυμίζω ότι “εξαιτίας σου τα περνάω όλα αυτά” και συνέχιζα το διάβασμα. Ήθελα να τελειώσω τη Νομική μ’έναν αξιοπρεπή βαθμό για να κάνω μεταπτυχιακό. Μόλις πήρα το πτυχίο έφυγα για το Λονδίνο -εκεί ένιωσα φοβερά ξένη.

»Παρέες είχα, αλλά δεν είχα ποτέ πολλές. Είχα πάντα 2-3 φίλες. Σε μεγάλες παρέες χάνεται κάπως η σύνδεση.

»Αν ήταν ανατροπή το θέατρο; Ναι, σε σημείο που δεν καταλάβαινα αν είμαι εγώ αυτή που κάνει την επιλογή να γίνει ηθοποιός ή αν δεν ήμουν εγώ αυτή πριν, που έκανε, ερήμην της, την επιλογή να γίνει δικηγόρος.

»Ως δικηγόρος δούλεψα τρία χρόνια στην Αθήνα -δεν ξαναγύρισα ποτέ στην Κοζάνη. Ξεκίνησα την άσκηση, έδωσα στον Σύλλογο, άρχισα να δουλεύω και πολύ σύντομα ήρθε κι η Δραματική. Στον πρώτο χρόνο της Δραματικής δούλευα στον Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης για τα Δικαιώματα σκηνοθετών-σεναριογράφων («Αθηνά») και ο τότε πρόεδρος με βοήθησε πολύ. Αν δεν ήταν εκείνος θα’πρεπε να είχα πάρει πολύ νωρίτερα την απόφαση να παρατήσω τη δικηγορία και δεν ήμουν έτοιμη να το κάνω.

»Η Δραματική προέκυψε κατά τύχη. Θέατρο έβλεπα αλλά περισσότερο μ’άρεσε ο κινηματογράφος. Όταν ήμουν στο Λονδίνο και κατάλαβα ότι η Νομική δεν με κάνει χαρούμενη, σκεφτόμουν να γυρίσω στην Αθήνα να σπουδάσω σκηνοθεσία κινηματογράφου. Τελικά συνάντησα μια φίλη που έκανε μαθήματα υποκριτικής και κατέληξα να κάνω κι εγώ, για χόμπι. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να κάνω μαθήματα μαζί με άλλα άτομα. Τότε, η δασκάλα μου, η Δήμητρα Δερμιτζάκη, μου πρότεινε να δώσω κι επειδή δεν είχα απάντηση σ’αυτό, πήγα και έδωσα. Χρειαζόμουν μια σχολή που θα μπορούσα το πρωί να δουλεύω -η “Δήλος” μου το επέτρεψε αυτό. Επιτέλους κάποιος μου είπε ότι “και ν’αργήσεις λίγο δεν πειράζει”.

»Τελειώνοντας τη σχολή, ζήτησα απ’το γραφείο που δούλευα να μην μου ανανεώσουν τη σύμβαση. Είπα στη μάνα μου “δώσε μου ένα περιθώριο τριών με πέντε χρόνων κι αν δεν καταφέρω να επιβιώσω (σ.σ. στο θέατρο), εγώ θα είμαι αυτή που πρώτη θα γυρίσει και θα ξαναγίνει δικηγόρος”. Πριν τελειώσω τη σχολή είχε κάνει ο Λιβαθινός ακρόαση για το “Berlin Alexanderplatz” και χωρίς να το καταλάβω με πήρε. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι αυτή ήταν μια αρχή, μια πολύ καλή αρχή έμαθα πολλά. Κι αυτό βοήθησε ώστε να το δουν και οι γονείς μου ως κάτι επαγγελματικό.

»Οτιδήποτε δεν ήταν της αντίληψης των γονιών μου, και τα καλλιτεχνικά δεν ήταν, ένιωθα ότι πρέπει να τους το φέρω μ’έναν τρόπο ώστε να μην αντιδράσουν έντονα. Γιατί δεν είμαι και πολύ καλή στις ρήξεις -με βγάζουν απ’το πρόγραμμα. Είναι μη προβλέψιμος ο χρόνος που θα διαρκέσει ένας καβγάς, άσε που έχει και απόνερα.

 Θεόβη Στύλλου/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.

»Πήρα λοιπόν ένα ΟΚ απ’τη μητέρα μου για το θέατρο, κάτι που χρειαζόμουν ψυχολογικά. Η υποκριτική και γενικότερα η τέχνη, ειδικά στην Ελλάδα, είναι κάτι πάρα πολύ ρευστό. Δεν υπάρχει σιγουριά. Ακόμα κι όταν υπάρχει δουλειά δεν υπάρχει οικονομική εξασφάλιση ή δεν υπάρχει εξασφάλιση ότι τα λεφτά που θα πάρω από αυτή τη δουλειά θα με βοηθήσουν να ζήσω τον χρόνο που δεν θα έχω δουλειά. Αυτό, στην αντίληψη που είχα περί ευθύνης, καλλιεργημένη απ’τους γονείς μου, ήταν μη διαχειρίσιμο για μένα. Το πως δηλαδή θα καταφέρω ν’αφεθώ έστω λίγο, σ’αυτό το ρέμα, που πηγαίνει κάπου. Χρειαζόμουν να μου πουν ότι δεν θα μου δημιουργήσουν πρόβλημα.

»Μετά το ένα έφερε το άλλο. Δεν είχα κλείσει την πόρτα της δικηγορίας, γιατί δεν μ’αρέσει να κλείνω πόρτες. Είμαι τέσσερα χρόνια ηθοποιός και τώρα έχω αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι αφήνω τη Νομική για τα καλά -κι ότι δεν θέλω να την ξαναπιάσω. Γιατί φορτώνομαι ένα άγχος που δεν είναι και δικό μου. Και καταλήγω να είμαι ένα άγχος που περπατάει στον δρόμο…

 Θεόβη Στύλλου/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.

»Όχι, το θέατρο δεν με ηρεμεί. Υπάρχουν στιγμές, όπως συνέβη πέρυσι στις πρόβες και στις παραστάσεις του “Κυρίου Ζυλ” με τα αγόρια, που είχαμε τόσο καλή χημεία και επικοινωνία μεταξύ μας που ήταν σαν να κάλυπτε όλα τα άλλα… Δεν είναι ότι ένιωθα ελεύθερη αλλά ένιωθα πολύ λιγότερο μόνη -στιγμιαία. Κι αυτό ήταν κάτι υπερβατικό, διαρκεί μια στιγμή και δεν επαναλαμβάνεται. Οπότε δεν νομίζω ότι με κάνει χαρούμενη αυτό που κάνω, ίσα-ίσα βγάζει στην επιφάνεια όλα τα θέματα που δουλεύω με τον εαυτό μου. Επειδή κάνω μια δουλειά που ασχολούμαι μόνο με τον εαυτό μου -πως θα είμαι, πως θα φανώ, κλπ. Και στο τέλος της ημέρας δεν ξέρω αν και για ποιο λόγο μπορεί να είμαι συμπαθής -όποτε γίνομαι συμπαθής. Και εντέλει αναθεωρώ συνεχώς τον εαυτό μου, κάτι που είναι πολύ κουραστικό και ελπίζω να γίνει δημιουργικό. Θέλω μια φορά να γυρίσω σπίτι και να πω “κοριτσάρα μου, τι ωραία μέρα που είχες σήμερα…”. Ποτέ δεν το κάνω, αντιθέτως: Διαρκείς, ημιτελείς κριτικές προς τον εαυτό μου, χωρίς τέλος, μια εκκρεμότητα αυτοτιμωρίας. Σαν να θρέφω το ανικανοποίητο, σαν να μ’αρέσει να μένω εκεί και συνέχεια κάτι να σιγοβράζει μέσα μου. Έχει όμως και μια γοητεία η ηρεμία. Δεν έχει;

 Η Θεόβη Στύλλου πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Ο Κύριος Ζυλ», σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, στο θέατρο Πόρτα.
 Η Θεόβη Στύλλου στον ρόλο της Κριστίν στην παράσταση «Ο Κύριος Ζυλ».

»Για το “Μπαμπά σ’αγαπώ” με πήραν τηλέφωνο για κάστινγκ, ενώ έκανα πρόβες με τον Χουβαρδά («Οιδίπους», Επίδαυρος, 2025). Μπήκα σε μια αναμπουμπούλα πως θα τα συνδυάσω, αλλά τελικά όταν κάποια πράγματα τα κάνεις χωρίς να τα πολυσκέφτεσαι, βγαίνουν καλύτερα. Οπότε και η σειρά μπήκε σε μια σειρά. Σαν από ένστικτο ένιωσα ότι αυτούς τους ανθρώπους μπορώ να τους εμπιστευτώ.
»Απ’την αρχή με ήθελαν για τον ρόλο της Τζένης. Είχε προηγηθεί η “Διάφανη αγάπη”, μια ιδιαίτερη σειρά που την χάρηκα πολύ. Με ενέπνευσε.

 Η Θεόβη Στύλλου σε σκηνή από την τηλεοπτική σειρά «Μπαμπά σ’ αγαπώ».

»Το να είμαστε ηθοποιοί και να λέμε ότι δεν μας αρέσει η δημοσιότητα είναι το μεγαλύτερο ψέμα στους εαυτούς μας. Είναι κάτι πολύ όμορφο να θέλει να σου πει κάποιος ότι σ’αγαπάει, ενώ εσύ δεν τον ξέρεις καθόλου. Κάποιες φορές είναι πολύ συγκινητικό, αυτή η σύνδεση που αναπτύσσεται με το κοινό και σε κάνει να θες να συνεχίσεις να το κάνεις και να’χει νόημα.

 Μετά τη «Διάφανη αγάπη», η Θεόβη Στύλλου επέστρεψε στην τηλεόραση με τη σειρά «Μπαμπά σ’ αγαπώ».

»Στα πρώτα γυρίσματα με κέρδισε το κλίμα. Δεν γνώριζα κανέναν απ’τους ηθοποιούς. Άρχισα όμως να περνάω πολύ καλά. Μπήκα χωρίς να ξέρω πως θα πάει, πως θα είμαι εγώ, πως θα το προσεγγίσω. Τα γυρίσματα με τα παιδιά είναι μια δύσκολη συνθήκη, διαφορετική. Πέρυσι δυσκολευόμουν παραπάνω από ό,τι φέτος. Δεν ξέρω και πως θα μιλήσω με παιδιά, δεν έχω και πολλές επαφές -κρατάω μια απόσταση. Οριακά ξέρω να παίζω λίγο -έχω παίξει με τα μικρά μου ξαδέλφια. Με τα παιδιά υπάρχει κάτι πολύ ωραίο, γιατί θα αντιδράσουν με το παραμικρό, το οποίο θα σε αναγκάσει να αντιδράσεις κι εσύ -εκτός σεναρίου, χωρίς φίλτρο. Φέτος είναι πολύ καλύτερα, τα παιδιά έχουν εξελιχθεί, παίζουν κανονικότατα. Έτσι κι αλλιώς είναι φοβερό ότι μπορούν και μαθαίνουν λόγια. Είναι πιο ελεύθερα μέσα σ’ένα πιο περιοριστικό σύστημα. Είναι πολύ πιο άνετα στις συνθήκες και την τρέλα του γυρίσματος, στους γρήγορους ρυθμούς.

»Ο Θωμάς; (σ.σ. Μοσχόπουλος); Είχα κάνει ένα σεμινάριο με τον Θωμά. Είχα δει το “Πόσο κοστίζει να ζεις” και έπαθα σοκ. Είχα “ερωτευτεί” την Αμαλία Καβάλη σ’αυτή την παράσταση και έτσι έμαθα ότι κάνει σεμινάρια ο Θωμάς. Πήγα και τρελάθηκα. Πώς μπορείς τελικά να το κατασκευάσεις όλο αυτό κι ότι αυτό δεν είναι κάτι που έρχεται μια φορά. Άνοιξε το μυαλό μου. Μετά όταν σκέφτηκε τον “Κύριο Ζυλ”, με πήρε τηλέφωνο για την Κριστίν.

»Ναι, με δυσκόλεψε ο “Κύριος Ζυλ” και το παρατηρώ τώρα που παίζουμε για δεύτερη χρονιά. Τώρα καταλαβαίνω τι θα πει να ανακαλύπτεις καινούργια πράγματα. Η Κριστίν είναι και κοντά σε μένα και μακριά… Ένα σουηδικό μοντέλο από μεσογειακούς ηθοποιούς. Είναι αναζωογονητικό ότι και οι τρεις μας παίζουμε το ίδιο παιχνίδι, δεν παίζει ο καθένας το δικό του. Ο Θωμάς έθεσε τους κανόνες τους παιχνιδιού, το πλαίσιο κι εκεί μέσα παίζουμε μπάλα. Γι’αυτό και χρειάζεται προσπάθεια, κάθε φορά, κι αυτό μ’αρέσει. Θα μπορούσα να παίζω αυτή την παράσταση κάθε χρόνο. Επιπλέον περνάω πάρα πολύ καλά με τα αγόρια, είναι μια πολύ γλυκιά συνάντηση.

 Θεόβη Στύλλου/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.

»Ο Θωμάς είναι ένας άνθρωπος που σε καθοδηγεί μ’έναν τρόπο που αν δεν βγάζει κανένα νόημα στην αρχή, θα βγάλει στο τέλος. Το δικό μου στοίχημα είναι να βουτήξω σ’αυτό χωρίς να καταλαβαίνω τι θέλει να κάνει. Ακόμα κι αν δεν το καταλάβω, θα καταλάβω κάτι άλλο. Αλλά πρέπει να ορμήσω…

»Ο Σαίξπηρ είναι πολύ παιχνιδιάρης. Δεν ξέρω πως θα είναι η παράσταση, δεν έχω καταλάβει, ούτε νομίζω ότι έχει καταλάβει κανένας μας. Μέσα από αυτοσχεδιασμούς και παιχνίδια αρχίζει σιγά-σιγά να αχνοφαίνεται κάτι…

»Κάνω παρέες μέσα απ’τη δουλειά αλλά δεν τις θεωρώ τόσο κολλητές. Τα πρώτα χρόνια το έκανα, δενόμουν και δινόμουν και μετά οι συνθήκες μας απομάκρυναν -ήταν πολύ πληγωτικό. Όλες αυτές οι μικρές οικογένειες που δημιουργούνται, οι μικρές φιλίες, οι μικροί έρωτες δεν είναι τόσο μεγάλα, γιατί δεν έχουν διάρκεια, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει πολλή αγάπη. Βασική μου παρέα είναι οι τρεις καλύτερές μου φίλες, που δεν έχουν σχέση με το θέατρο, κι αυτό με ανακουφίζει -έχω κι άλλες δύο που ζουν στο εξωτερικό. Γιατί υπάρχει κι αυτή η άλλη ζωή, της πραγματικότητας, κι όχι αυτό το φαντασιακό που ζούμε μπαίνοντας απ’το ένα παπούτσι στο άλλο.

»Μαμά; Όχι, δεν με βλέπω ούτε ξέρω αν θα με δω ποτέ. Δεν με έχω δει ποτέ έτσι. Υπάρχει πολλή έντονη πίεση απ’έξω, ιδίως τώρα που έχει γίνει πολύ μεγάλο trend το να καταψύχεις ωάρια. Είναι μια μόνιμη κουβέντα που ταυτόχρονα είναι και πολύ προσωπική. Ως δικηγόρος έχω ακούσει την ερώτηση αν θέλω να κάνω παιδί για να ξέρουν αν θα με προσλάβουν ή όχι -και μάλιστα και από γυναίκες που είχαν παιδιά.

»Δεν έχουμε μάθει εμείς οι γυναίκες απ’τις μάνες μας κι εκείνες απ’τις δικές τους, ν’αγαπάμε άνευ όρων η μία την άλλη. Η μάνα τον γιο τον αγαπάει ολοκληρωτικά ενώ την κόρη είναι σαν να θέλει να την σκληραγωγήσει για όσα πέρασε και η ίδια. Κι αυτό είναι που καθιστά τη σχέση μάνας-κόρης πιο ανταγωνιστική. Τα σκέφτομαι όλα αυτά, τα έχω συζητήσει και με τη δική μου μάνα. Με απασχολούν και στο επίπεδο αν θα γίνω εγώ ποτέ μάνα. Βλέπω εμένα, τις φίλες μου, τις γυναίκες γύρω μου είναι κάποιες φορές πιο σκληρές γιατί δεν θα επιβίωναν αλλιώς. Και όλο αυτό το σκόρπισμα που κάνουν οι γυναίκες σε τόσα πράγματα ταυτόχρονα, γιατί δεν είναι ποτέ αρκετό να είσαι απλώς μάνα ούτε είναι ποτέ αρκετό να είσαι απλώς μια εργαζόμενη. Ενώ για τους άντρες είναι μια χαρά να κάνουν απλώς τη δουλειά τους. Δεν ρωτάνε έναν άντρα αν θα γίνει πατέρας -έστω κι αν έχουν αρχίσει τελευταίως να το κάνουν.

 Θεόβη Στύλλου/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.


»Είναι πολλά τα θέματα τα οποία όμως συζητάνε οι γυναίκες κι όχι οι άντρες. Αν δεν επικεντρωνόμαστε στις διαφορές μας αυτό θα μας φέρει πιο κοντά στην ισότητα. Αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω κάποια άλλα τα οποία όντως συμβαίνουν πιο πολύ στη γυναίκα. Και δεν μπορώ να θεωρώ τον εαυτό μου φεμινίστρια και σύμμαχο των γυναικών άμα δεν τα θέσω, γιατί είναι και δικοί μου προβληματισμοί. Εμείς οι γυναίκες, σκληραγωγούμε η μία την άλλη στο να αντέχει, γιατί αυτό ξέρουμε.

»Δεν έχω σχέδια για το μέλλον και δεν κάνω. Δεν θέλω να κάνω μεγάλα όνειρα. Δεν ξέρω αν είμαι ευχαριστημένη με τον εαυτό μου -είμαι και δεν είμαι. Και όταν δεν είμαι, με μαζεύω λέγοντας να μην είμαι αχάριστη. Γιατί τώρα είμαι περισσότερο από ό,τι έχω υπάρξει. Νιώθω πολύ πιο κοντά σ’αυτό που ίσως μικρή φανταζόμουν ότι θα γίνω».

Η Θεόβη Στύλλου παίζει στο θέατρο Πόρτα:

«Ο Κύριος Ζυλ» του Θωμά Μοσχόπουλου βασισμένο στο έργο «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ. Με τους Γιάννη Καράμπαμπα και Νίκο Κοσώνα. Κάθε Δευτέρα & Τρίτη (21.00).

«(Για ένα) Όνειρο (Καλοκαιρινής Νύχτας)» του Θωμά Μοσχόπουλου, που βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό του Σαίξπηρ. Πρεμιέρα 20/11.
Και παίζει στη σειρά του Alpha «Μπαμπά σ’αγαπώ», κάθε Τετάρτη & Πέμπτη στις 21.00.