Αλεξάνδρα Αϊδίνη: «Θα έκανα παιδί και μόνη μου»
Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη μεγάλωσε σε ένα ανοιχτό περιβάλλον γεμάτο τέχνη. Ήθελε να γίνει κτηνίατρος αλλά μια παράσταση την οδήγησε στο θέατρο.
Ξεκίνησε τις σπουδές της στη Δραματική του Εθνικού και τις ολοκλήρωσε στη σχολή του Γιώργου Αρμένη. Ενδιάμεσα έπαιξε στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το λιβάδι που δακρύζει» (2004). Μητέρα της είναι η Ιταλίδα, ακτιβίστρια και δημοσιογράφος Ελιζαμπέτα Καζαλότι και πατέρας της ο ζωγράφος Διαμαντής Αϊδίνης. Γεννήθηκε στη Ρώμη. Στην Ελλάδα ήρθε σε ηλικία έξι ετών. Τα τελευταία πέντε χρόνια μοιράζεται τη ζωή της με τον Σπύρο Γιανναρά. Τον περασμένο Φεβρουάριο γέννησε την κόρη της.
Με τις «Σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας» του Στήβεν Μπαίρφους επιστρέφει, μετά τη μητρότητα, στη σκηνή και συμμετέχει στα 30χρονα απ’την ίδρυση του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Είναι η μητέρα μιας «δύσκολης» κόρης (Χριστίνα Χειλά Φαμέλη) στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης.
«Μεγάλωσα σ’ένα σπίτι που η τέχνη υπήρχε παντού. Ο πατέρας μου (σ.σ. ο ζωγράφος Διαμαντής Αϊδίνης) με έτρεχε σε γκαλερί, σε εικαστικά δρώμενα, σε συναυλίες. Ούτε εκείνος ούτε η μητέρα μου (σ.σ. η ακτιβίστρια - δημοσιογράφος Ελιζαμπέτα Καζαλότι) είχαν βάλει το θέατρο στη ζωή μας. Η μαμά είχε έρθει απ’την Ιταλία, προσπαθούσε να προσαρμοσθεί. Είναι βέβαια και μισή Ελληνίδα αλλά στην Ιταλία ζούσε. Γνώρισε τον πατέρα μου όταν ήρθε για διακοπές στην Ελλάδα. Τον πήρε μαζί της στην Ιταλία. Εκεί γεννήθηκα εγώ, στη Ρώμη. Έμεινα ως τα έξι μου χρόνια. Κάποια στιγμή όμως ο πατέρας μου ήθελε να γυρίσει πίσω και έτσι επιστρέψαμε. Αδέλφια δεν έχω. Ήμασταν τρεις. Για τη μαμά μου η επιστροφή ήταν δύσκολη. Τώρα αγαπάει πιο πολύ την Ελλάδα.
»Πρώτη φορά σε παράσταση με πήγε η γιαγιά μου κι έτσι πάνω εφηβεία μου ήρθα σε επαφή με το θέατρο. Ήταν το “Ημερολόγιο της Αννας Φρανκ” με την Ελένη Κούρκουλα, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, στο Κάππα. Για μένα ήταν συνταρακτικό και είπα αμέσως ότι αυτό θέλω να κάνω. Ως τότε δεν είχα στο νου μου τίποτα το καλλιτεχνικό, ήμουν τελείως κόντρα και ονειρευόμουν να γίνω κτηνίατρος. Πήγαινα σε ιατρεία, καθόμουν, παρακολουθούσα, διάβαζα. Είχα Κι σκύλο. Ήμουν σίγουρη ότι θα γίνω κτηνίατρος αλλά όταν είδα το θέατρο έσβησαν όλα τα υπόλοιπα και άνοιξε αυτή η πόρτα. Δεν ξέρω πως. Οι γονείς μου έπαθαν σοκ. Το αγκάλιασαν με μεγάλη αμφιβολία και τρόμο, όχι για το τι μέλλον θα έχω, αλλά επειδή ήμουν ντροπαλή, εσωστρεφής, η φωνή μου ίσα που ακουγόταν -αναρωτιόντουσαν. Ίσως αυτός είναι ο λόγος και ο τρόπος να βγει η φωνή μου, να μιλήσω δυνατά. Πάντα ήμουν σε μια γωνία, είχα μόνο μια φίλη, είχα τρόμο με τις παρέες.
»Πέρασα πάρα πολύ ωραία παιδικά χρόνια με τους γονείς μου -δεν ξέρω πόσο υγιές είναι αυτό. Ήμασταν ένα τρελό παρεάκι οι τρεις μας. Ήταν και πολύ νέοι, είχαν και τα μυαλά που είχαν, πολύ ανοιχτοί. Μεγαλώσαμε μαζί. Η μητέρα μου ψάχτηκε σε διάφορους τομείς, έκανε μ’έναν τρόπο ακτιβισμό πριν περάσει στην δημοσιογραφία κι αρχίσει να γράφει -ήταν στο αντι-απαγορευτικό κίνημα, δούλεψε στο Κέντρο Ζωής με ανθρώπους με Aids κλπ. Κι έτσι μπήκε στη δημοσιογραφία για να υπερασπιστεί μειονότητες, αγώνες, καταστάσεις. Το σπίτι ήταν σε διαρκή αναβρασμό, ένα κέντρο ερεθισμάτων για μένα. Όλα αυτά καταγράφονταν μέσα μου. Οι γονείς μου ήταν εξωστρεφείς, περιπετειώδεις. Εγώ, απ’την άλλη, αν μπορούσα θα κρυβόμουν κιόλας -υπήρχε μια περίοδος που πήγαινα ακόμα και στην εκκλησία. Μ’έχαναν οι γονείς μου κι εγώ ήμουν στην εκκλησία…
»Έκανα μια τρομερή βουτιά προς τα μέσα για να μπορέσω πια να απελευθερωθώ και να χρησιμοποιήσω όλα τα στοιχεία που είχα στις αποσκευές μου. Και το θέατρο με απελευθέρωσε.
»Πώς έπαιξα στην ταινία του Αγγελόπουλου; Ήταν κι αυτό σαν κινηματογραφική ταινία. Πολύ απλά είχα πάει να παρακολουθήσω τις διπλωματικές εξετάσεις της σχολής του Εθνικού -εγώ μόλις είχα τελειώσει το πρώτο έτος. Εκεί ήταν ο Χάρης Παπαδόπουλος που έκανε το κάστινγκ για την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου “Το λιβάδι που δακρύζει”. Είχε έρθει να δει τους τριτοετείς-τελειόφοιτους. Εγώ καθόμουν στο κοινό. Τι τον φώτισε, τι σκέφτηκε δεν ξέρω -ο Θεός τον φώτισε, και σε ένα διάλειμμα ήρθε και με ρώτησε αν είμαι ηθοποιός. Του είπα ότι σπουδάζω. Μου είπε το όνομά του, μου ζήτησε το δικό μου και το τηλέφωνό μου. Το θεώρησα κάτι πολύ περαστικό, αλλά όντως χτύπησε το τηλέφωνο και όντως μου ζήτησε να κάνουμε ένα δοκιμαστικό. Κι έτσι ξεκίνησε μια περίοδος δοκιμαστικών όπου δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει. Πήγαινα αλλά δεν το πίστευα. Όλο το καλοκαίρι δοκιμάζαμε… Έφτασα σε μια δυάδα και μετά έλαβα το τελικό ναι. Ήρθε και ο Αγγελόπουλος να δει τις εξετάσεις μας. Τότε είδε και τον Νίκο Πουρσανίδη (σ.σ. συμπρωταγωνιστής της στην ταινία), ήμασταν στο ίδιο έτος.
»Ο Αγγελόπουλος ήταν ένας κόσμος ολόκληρος. Ό,τι έζησα είναι μια μαθητεία ζωής, μια βαθιά μύηση του τι σημαίνει δημιουργία, επαγγελματισμός, συνέπεια, σκληρή δουλειά. Τα έμαθα λίγο σκληρά όλα αυτά. Άφησα τη σχολή του Εθνικού για να ξεκινήσω τα γυρίσματα χωρίς κανένα δίλημμα. Κατάλαβα ότι αυτό συμβαίνει μια φορά στη ζωή οπότε ή παίρνεις αυτό το τρένο ή όχι. Δεν είχα δει τις ταινίες του Αγγελόπουλου και έκατσα και τις είδα όλες μέσα σε τέσσερις μέρες. Χάθηκα μέσα σ’αυτόν τον κόσμο. Τα γυρίσματα κράτησαν δύο χρόνια, με κάποιες διακοπές. Ήταν ένα Πανεπιστήμιο. Ήταν τρομερά απαιτητικός, αυστηρός, τελειομανής. Οι συνθήκες της δουλειάς ήταν απίστευτα απαιτητικές, η θερμοκρασία, το κρύο. Βλέποντάς τα τώρα πίσω θα πω ότι είχαν κάτι το πολύ ξεκάθαρο. Γινόταν δουλειά, κουραζόμασταν πολύ, κρυώναμε πολύ, υπήρχε μεγάλο δέος και φόβος. Δεν χαριζόταν αλλά ήταν κομμάτι της δουλειάς. Δεν υπήρχε τίποτα πέραν της δουλειάς. Κι αν κάτι υπήρχε ήταν καλό: Η χαρά μετά από μια σκληρή μέρα δουλειάς, η ικανοποίηση μετά από ένα ωραίο πλάνο, το μπράβο αφού το είχες παλέψει και το είχε παλέψει κι εκείνος μαζί σου. Ήταν καθαρά τα πράγματα. Δεν υπήρχαν δεύτερα, τρίτα επίπεδα. Μπορεί να ήταν σκληρό αλλά δεν είχε καμία νοσηρότητα. Απαιτητικό και σκληρό γιατί όλοι ήταν απαιτητικοί και σκληροί πρώτα απ’όλα με τη δουλειά τους και πάνω από όλα ο ίδιος με τον εαυτό του. Δεν ήταν κάποιος που απολάμβανε να σε βλέπει να’σαι δυστυχής. Ήταν και ο ίδιος μέσα στη λάσπη, μέσα στο κρύο, με το καφεδάκι στο χέρι και το μάτι να γυρίζει. Εκ των υστέρων το εκτίμησα πολύ και κατάλαβα. Εκεί πολλές φορές μπορώ να πω ότι τα χρειάστηκα -ήθελα τη μαμά μου, παιδικά πράγματα…
»Υπήρχαν στιγμές που βρισκόμουν εκεί και έλεγα “δεν το πιστεύω”. Θυμάμαι που ήμασταν σε κάτι αναχώματα στην Κερκίνη, στο χωριό, και έλεγα από μέσα μου “τι ωραία, δεν το πιστεύω”… Κι ας έκανε κρύο, κι ας είχαμε παγώσει. Άκουσα το “πάμε” και ένιωσα σαν να ανοίγουν οι ουρανοί. Την ανακαλώ συχνά εκείνη τη στιγμή…
»Μετά την ταινία επέστρεψα στη σχολή, όχι του Εθνικού, αλλά του Γιώργου Αρμένη. Ήθελα να συσχετιστώ πάλι με παιδιά της ηλικίας μου, να ακούσω διαφορετικές απόψεις. Είναι πολύτιμα αυτά τα χρόνια της σχολής. Ήθελα να την τελειώσω. Ενδιάμεσα όμως πάλι την άφησα, αυτή τη φορά για να δουλέψω με τον Λευτέρη Βογιατζή -άλλο όνειρο κι αυτό, στο “Bella Venezia”. Αλλά δεν έπαιξα τελικά. Λύγισα. Δουλέψαμε βέβαια έξι μήνες, πολύ και σκληρά. Έζησα αποκαλυπτικές στιγμές μαζί του και μαζί αποφασίσαμε να μην συνεχίσω. Θυμάμαι ότι με είχε ρωτήσει αν μπορώ να δουλέψω “κι άλλο” και εγώ επειδή είχα φτάσει να νιώθω άρρωστη στο μυαλό και στο σώμα, επειδή δεν κοιμόμουν, δεν ήξερα από που να αντλήσω αυτό το “κι άλλο”. Και του είπα ότι μάλλον δεν μπορώ. Τότε είναι που είπαμε να διακόψουμε και με τον τρόπο που έγινε, του το χρωστάω.
»Όταν τελείωσα πια με τη σχολή, βγήκα στον χώρο. Ξεκίνησα από έναν μικρό ρόλο με τη Βαρβάρα Μαυρομάτη στο θέατρο Άλμα με τον Άρη Λεμπεσόπουλο και την Κατερίνα Μαραγκού, μπήκα με οντισιόν στην Πειραματική Σκηνή με τον Στάθη Λιβαθινό, μεγάλη ευτυχία, και τα πράγματα ξαναπήραν τον δρόμο τους.
»Ο στόχος μου πάντα, και στις οντισιόν -τις οποίες αγαπούσα πολύ κι έχω πάει σε πολλές, ήταν να ανατρέπω την εικόνα μου και το πως με βλέπουν οι άλλοι. Σαν ένα παιχνίδισμα, ότι δεν είναι μόνο αυτό που βλέπεις. Έτσι έπαιξα σε έργα όπως “Το Κουρδιστό Πορτοκάλι” ή το “Underground”. Πιστεύω ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο, χωρίς να σημαίνει ότι δεν αγαπώ τους ρόλους σε έργα πιο ταιριαστά με αυτό που εκπέμπει η εικόνα μου -όπως η Μαρίνα στη “Μεγάλη Χίμαιρα”».
Όλα για τη μητρότητα…
«Τη μητρότητα την ήθελα πάρα πολύ, από μικρή, αλλά μάλλον αποδείχτηκε ότι μπορεί να ήταν πιο πολύ στο φαντασιακό μου, στον τρόπο που είχα σκεφτεί τα πράγματα και να μην ήμουν ώριμη συναισθηματικά για να το κάνω. Ήμουν παιδί εγώ η ίδια και είχα ανάγκη να ζω σαν παιδί, να αγαπηθώ σαν παιδί, να κάνω λάθη σαν παιδί. Και η δουλειά επίσης μας παρασύρει σε κάτι που γεμίζει τη ζωή σου με έναν τρόπο που καλύπτει διάφορες, τέτοιου είδους ανάγκες. Κι έτσι έμενε πάντα πίσω. Ήταν σαν να νόμιζα ότι θέλω κάτι και ό,τι βήμα έκανα ήταν από την αντίθετη πλευρά, και σε επίπεδο σχέσεων και σε επίπεδο ζωής. Κάποια στιγμή όμως άρχισα να καταλαβαίνω ότι ο χρόνος περνάει κι ότι αυτή η σκέψη ζούσε μέσα μου -με το βιολογικό ρολόι που έλεγε ή τώρα ή ποτέ. Και ξεκίνησα σχεδόν μόνη μου λέγοντας ότι εγώ, ό,τι και να γίνει, θέλω να γίνω μαμά. Από τη στιγμή που το είπα και πήρα την απόφαση να αφήσω τον χώρο για να συμβεί αυτό και να το προετοιμάσω, ήρθε και ο άνθρωπος. Χωρίς να σημαίνει ότι τον έψαχνα. Γιατί θα έκανα παιδί και μόνη μου ή με έναν αγαπημένο μου άνθρωπο, έναν φίλο μου…
»Ήταν ένα μεγάλο δώρο, μια κοινή απόφαση, μια ωραία συνάντηση. Με τον Σπύρο (σ.σ. Γιανναρά, τον σύντροφο και πατέρα της κόρης της) είμαστε μαζί πέντε χρόνια. Είχαμε δοκιμαστεί μεταξύ μας, το είχαμε παλέψει. Άλλωστε και η διαδικασία για το παιδί, η προετοιμασία μας ένωσε. Έκανα εξωσωματική.
»Ναι, πράγματι, η εγκυμοσύνη μου δεν μαθεύτηκε αλλά και γιατί να μαθευτεί. Είναι τόσο ιερό και τόσο σημαντικό αυτό που συμβαίνει. Και πολύ δικό μας. Σταδιακά το μάθαιναν άνθρωποι πολύ κοντινοί μου.
»Αφού γέννησα ένιωθα για πολύ καιρό ότι αυτό δεν έχει συμβεί, ότι είναι μια περίοδος ονείρου και ότι κάποιος θα έρθει, θα ξυπνήσω, και θα μου την πάρουν, ότι δεν θα είναι εκεί. Τώρα αρχίζω και το συνειδητοποιώ αλλά ακόμα λέω “θα είναι και αύριο εδώ;”. Θυμάμαι πως έλεγα στον μπαμπά μου, “είναι δικιά μας, θα μείνει εδώ…”. Όταν την κράτησα για πρώτη φορά αγκαλιά ένιωθα ότι κρατάω ένα υπέροχο σύννεφο ευτυχίας που πρέπει να το κερδίσω κι ότι έχουμε δρόμο. Δεν περιγράφεται η εμπειρία της πρώτης φοράς που γίνεσαι μαμά. Δεν έκλαψα όταν την πήρα στα χέρια μου γιατί δεν είχα τη δύναμη να συνειδητοποιήσω ότι είναι αλήθεια. Νόμιζα ότι βλέπω μια ταινία ή ένα όνειρο. Ως τότε έβλεπα όνειρα -ότι γεννάω ένα γατάκι, ότι γεννάω ένα μικρό κουκλάκι. Κι όταν το είδα ήταν σαν να αναρωτιέμαι αν είναι αλήθεια. Κι ακόμα ζω μια πορεία συνειδητοποίησης, κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Την έχω αγκαλιά και την σφίγγω ακόμα πιο πολύ, μη μου την πάρουν, μη μου την πάρει η κούρασή μου… Ο στόχος, ο τρόμος και η κούραση, πιο πολύ, είναι να είμαι αντάξιά της και νιώθω ότι δεν είμαι. Αλλά λέω στον εαυτό μου έστω και μια όχι τέλεια μαμά, μια μέτρια μαμά, είναι μια μαμά κι αυτό είναι καλύτερο. Το να πηγαίνεις προς μια αλήθεια δίνει νόημα στη ζωή, τουλάχιστον με τον εαυτό σου. Είναι πολύ δύσκολο, ήδη είναι δύσκολο, οπότε ό,τι μπορείς να πεις αλήθεια, πες το, γιατί υπάρχουν άλλα τόσα ψέματα…
»Τώρα πια νιώθω πιο ασφαλής ότι θα είναι εκεί όταν γυρίσω. Αλλά κάθε φορά που ανοίγω την πόρτα και την βλέπω ή όταν τρέχω σπίτι για να δω αυτό το πρόσωπο, ανυπομονώ, ανυπομονώ…».
«Σεξουαλικές νευρώσεις…» επί σκηνής
«Είχα δει τις “Σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας” στην παράσταση του 2005 και μου έχει μείνει έντονα εντυπωμένη στο μυαλό μου. Ήταν μια συνολική εμπειρία που με είχε ταρακουνήσει και θυμάμαι πολύ ζεστά την ερμηνεία της Κόρας (σ.σ. Καρβούνη). Είχε αυτό το μέτρο ανάμεσα σε κάτι που κατέληξε δραματικά αλλά ήρθε τρυφερά και αστεία, με ένα παραξένισμα που μας συγκέντρωνε όλους σ’αυτόν τον χαρακτήρα. Το θεωρώ σχεδόν μάθημα. Με επισκέπτεται συχνά εκείνη η παράσταση τώρα που κάνουμε πρόβες στο ίδιο έργο, με μια ωραία συγκριτική διάθεση στο τι θυμάμαι, πως το αντιμετωπίζουμε τώρα, τι χάνουμε, τι κερδίζουμε -είναι εκεί. Κάποια πράγματα στο θέατρο τα κουβαλάς. Βέβαια όσο περνάει ο καιρός και εντυπώνεται η δική μας συνάντηση με το έργο, ξεθωριάζει.
»Στο έργο η σχέση μάνας-κόρης έρχεται σε μια στιγμή που έχω γίνει κι εγώ μητέρα. Κι ενώ μου άρεσε πάρα πολύ το υλικό, η πρόταση, η συνεργασία, παράλληλα με τρόμαζε γιατί ήξερα ότι θα συμπέσει με την δική μου μητρότητα -ήμουν ήδη έγκυος. Διαβάζοντας το έργο σφίχτηκα λίγο, λόγω του θέματος. Ένιωσα ότι μια τόσο τρυφερή στιγμή γεμάτη φροντίδα, θαλπωρή, αγάπη, θα συμπέσει με μια ιστορία όπου η μαμά δεν φέρει όλο αυτό το συναίσθημα. Κι όλο αυτό σε σχέση με το παιδί που, κατά κάποιον τρόπο, νοσεί, εγκαταλείπεται στη μοίρα του και αφήνεται, με τάραζε αρκετά.
»Τώρα νομίζω ότι πιο πολύ λειτουργεί το πρακτικό του πράγματος: Χαίρομαι που γύρισα στη δουλειά με τη μικρή. Ήταν τελικά πολύ σημαντικό για μένα, παρ’ότι ένιωθα ότι δεν μου έλειπε. Είναι τόσο δυνατή η εμπειρία στο σπίτι που μοιάζει να μην συνδέονται καθόλου. Σαν να κλείνω υποσυνείδητα τη δουλειά έξω από το σπίτι. Ωστόσο το έργο και το θέμα του με βάζουν σε πολλές σκέψεις -τι θα γινόταν αν, πόσο σημαντικό είναι το να είσαι σε επαφή με αυτό που συμβαίνει. Κυρίως όμως τι θα γινόταν αν, πως ζουν οι γονείς όταν αντιμετωπίζουν τόσο δύσκολες καταστάσεις. Μια τρίχα μας χωρίζει από μια τέτοια προοπτική. Σαν να μου ξυπνάνε οι φόβοι που έχει μια μάνα όταν το παιδί της μεγαλώνει. Ερωτήματα, πολλά ερωτήματα, φόβοι, κίνδυνοι. Το θέατρο μου υπενθυμίζει τα βαθιά που δεν είναι ακόμα η ώρα τους.
»Και, ναι, μου έκανε εντύπωση ότι δεν μου έλειψε το θέατρο. Ήθελα τόσο πολύ να έρθει η μητρότητα στη ζωή μου που σχεδόν ένιωσα ότι ξαφνικά όλα τα άλλα δεν είχαν νόημα -μου φαίνονταν τόσο μικρά. Ήταν και λίγο τρομακτικό γιατί αναρωτιόμουν αν, μετά την κόρη μου, θα βρω το κουράγιο να επιστρέψω σε κάτι που έχει χάσει τη μαγεία του. Όλα τα πράγματα που ένιωθα τόσο δυνατά στο θέατρο, μέσα σε λίγους μήνες τα ένιωθα σε υπερδιπλάσιο βαθμό μέσα στο σπίτι μου και μέσα στην καρδιά μου. Ένιωθα ότι θέλω να χορτάσω κι άλλο όλο αυτό.
»Κι όμως όλο αυτό άλλαξε τη στιγμή που μπήκα στην πρόβα και πιάσαμε κουβέντα για το κείμενο. Σαν το ποδήλατο που είναι εκεί και λες “άραγε ξέρω να κάνω ακόμα”, μαζί και ο φόβος “μπορώ να σταθώ ξανά στο θέατρο ή τελείωσε”. Μπορούμε όμως να συνυπάρξουμε σε πολλά επίπεδα και το καθένα να έχει τη δική του αξία και δύναμη.
»Τώρα καταλαβαίνω ότι το θέατρο με ορίζει. Είναι μια δουλειά που αγαπώ και διάλεξα. Δεν είμαστε χειρουργοί, είμαστε τσαγκάρηδες και θέλουμε να φτιάξουμε ένα καλό παπούτσι κι εξακολουθώ να το πιστεύω αυτό. Απλώς κατάλαβα ότι για μένα το θέατρο είναι πολλά παραπάνω. Μου δίνει τη χαρά, μου δίνει τη δύναμη. Ο λόγος που το διάλεξα ήταν γιατί ήμουν ένας άνθρωπος πολύ κλειστός και μέσα σε αυτό χτυπούσε η καρδιά μου με άλλους παλμούς. Κι αυτό το έχω ανάγκη».
«Οι Σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας»: Θέατρο Νέου Κόσμου-Κεντρική Σκηνή: Πρεμιέρα 16 Οκτωβρίου