Θανάσης Κουρλαμπάς: «Το θέατρο ήταν, είναι και θα παραμείνει μπουλούκι»

Θανάσης Κουρλαμπάς: «Το θέατρο ήταν, είναι και θα παραμείνει μπουλούκι»

Ο Θανάσης Κουρλαμπάς είναι ηθοποιός υψηλής τεχνικής με βαθύ αίσθημα. Γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Ήρθε στην Αθήνα για σπουδές στην Πάντειο και παράλληλα γράφτηκε στη δραματική.

Τα πολλά χρόνια δίπλα στον Σπύρο Ευαγγελάτο και το Αμφι-Θέατρο, τον καθόρισαν. Η τηλεόραση ήρθε πολύ αργότερα στη ζωή του. Πατέρας δύο παιδιών, έπαιξε με επιτυχία τον ρόλο του πατέρα στον «Άγιο Έρωτα» (Alpha). Τώρα ετοιμάζεται για καλοκαιρινή περιοδεία μ’ένα έργο του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο για τα μπουλούκια και τίτλο «Ο Σώζων Εαυτώ Σωθήτω», παρέα με συναδέλφους του απ’την σειρά. Είναι 55 χρόνων.

«Γεννήθηκα στην Καλαμάτα. Πάντα λέω ότι χρωστάω το θέατρο στον Θόδωρο Βραχάτη και την Κυριακούλα Κακριδώνη, δύο φιλόλογους που είχαμε στο σχολείο. Κάναμε τον “Πλούτο” του Αριστοφάνη κι εκεί μπήκε μέσα μου το μικρόβιο. Ιδιαίτερη σχέση με την τέχνη δεν είχα. Ο πατέρας μου ήταν εμποροϋπάλληλος, η μητέρα μου μοδίστρα. Αλλά είχα την τύχη, όταν ήμουν μαθητής, να είναι το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας στη χρυσή του εποχή και με το χαρτζιλίκι μου έβλεπα κάποιες παραστάσεις. Εκείνο το καθαρό θέατρο, με τον Κώστα Χαλκιά, τον Γιάννη Μελισσάρη, επί Νίκου Χαραλάμπους, Γιάννη Κακλέα, άνοιξε μέσα μου έναν αποκαλυπτικό κόσμο. Εκεί μαγεύτηκα. Αλλά δεν είπα ότι “εγώ μπορώ να γίνω κάτι τέτοιο”.

Θανάσης Κουρλαμπάς/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

»Με είχε επηρεάσει και η τηλεόραση της εποχής, μ’εκείνα τα διαμάντια -“Αστροφεγγιά” με τον Ξενίδη, τον Καφετζόπουλο, τον Ρέτσο, “Γαλήνη”, “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, “Μεθυσμένη Πολιτεία”, “Μεθοριακός σταθμός”…

»Στα 15 μου έχασα τον πατέρα μου. Ήταν δύσκολα. Πολλά ήταν τα πράγματα που δεν είχαμε την πολυτέλεια να’χουμε. Έπρεπε να σπουδάσω, ν’ανέβω στην Αθήνα όπου ήδη σπούδαζε η αδελφή μου. Έδωσα τρεις φορές Πανελλήνιες -κι έτσι μου δόθηκε η δυνατότητα να παίξω σε δύο παραστάσεις ερασιτεχνικού θεάτρου της Καλαμάτας. Την τρίτη χρονιά που πέρασα στην Πάντειο, Κοινωνιολογία με κατεύθυνση Εγκληματολογία, ανέβηκα στην Αθήνα και το πρώτο πράγμα που έκανα αφού γράφτηκα στη σχολή ήταν να ψάξω τη θεατρική της ομάδα -ανεβάσαμε τον “Μικρό Πρίγκηπα”. Πολύ γρήγορα ξεκαθάρισα μέσα μου ότι ήθελα να στραφώ στο θέατρο. Τότε έφτιαχνε Δραματική Σχολή ο Νίκος Βασταρδής, το Θεμέλιο και πήγα. Ήμουν ο πρώτος που γράφτηκε, ο μαθητής Νο 1. Απ’το δεύτερο έτος με πήρε μαζί του, να παίζω στις παραστάσεις του. Σύντομα μπολιάστηκα και με την πρακτική του θεάτρου. Η σχολή σου δίνει πολλά αλλά το θέατρο το μαθαίνεις πάνω στη σκηνή.

»Η πρώτη μου δουλειά μετά το πτυχίο ήταν ο “Βυσσινόκηπος” με την Ελένη Τσαλδάρη. Μετά είχα την τύχη να μπω, από ακρόαση, στην “Ερωφίλη” του Σπύρου Ευαγγελάτου. Από τότε ακολούθησαν τριάντα έργα μαζί του, στο πλευρό του, μαζί με τη Λήδα Τασοπούλου. Για σχεδόν είκοσι χρόνια ήμουν στο Αμφι-Θέατρο του Ευαγγελάτου, γνώρισα ανθρώπους, κείμενα. Ουσιαστικά το μεγαλύτερο κομμάτι που είμαι, ό,τι είμαι, το οφείλω σ’αυτή την θητεία. Ήμουν και στο κύκνειο άσμα του, τον “Αμύντα”. Αυτός ο άνθρωπος εμένα με δίδαξε πάρα πολλά, πέρα απ’τη σκηνή. Με δίδαξε τι κάνεις πάνω στη σκηνή, πίσω απ’τη σκηνή, στο πλάι, τι κάνεις κάτω απ’τη σκηνή. Μας έλεγε ότι κάνουμε μια απ’τις πιο ευλογημένες δουλειές, με την έννοια του τι προσφέρει στην ψυχή σου, κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο δώρο. Κι ότι σου δίνει την πολυτέλεια, το δικαίωμα και την τεράστια υποχρέωση να προσφέρεις ταξίδια στον κόσμο μέσα από σένα, ότι είσαι το εργαλείο, το όργανο. Αλλά μ’έμαθε και ότι το θέατρο είναι ένα παιχνίδι. Δεν λέμε τυχαία “που παίζεις φέτος;” Πολύτιμο, ευλογημένο, πολύπλοκο παιχνίδι. Αν ξεχαστείς και το πάρεις σοβαρά, παραπάνω από ό,τι το ίδιο ζητάει, κατευθύνεσαι σε άλλες περιοχές, που προσπαθώ ν’αποφύγω. Αισθάνομαι πως είμαι και πως έχω κατακτήσει να με θεωρώ έναν πρόθυμο ηθοποιό. Πάω κάθε μέρα στη δουλειά πρόθυμος να συνεννοηθώ με τον εαυτό μου, με τον ρόλο που έχω αναλάβει, με τους συναδέλφους-υπόλοιπους ρόλους. Γιατί πρέπει να θυμόμαστε τη χημεία που έχουν οι ρόλοι μεταξύ τους πέραν απ’τους ηθοποιούς που θα τους ενσαρκώσουν. Και να συνεννοηθώ με όλους, με τους συντελεστές, προεξάρχοντος του σκηνοθέτη, να καταλάβω το όραμά του, να το κάνω δικό μου, να φέρω κι εγώ τη δική μου πρόταση. Έχω κατακτήσει τη διάθεση και την πρόθεση να πηγαίνω όσο γίνεται πιο ανοιχτός. Με την πάροδο των ετών και την εμπειρία σου βέβαια, διαμορφώνεις κι εσύ το κριτήριό σου, τη συμπεριφορά σου, τα εργαλεία δουλειάς, το πως θα προσεγγίσεις έναν ρόλο. Δεν μπορώ να πω ότι κολλάω πάντα με όλους τους ανθρώπους. Κι όσο περνάνε τα χρόνια αυτό με διευκολύνει. Γιατί αποκτάς μια εμπειρία και μια σοφία πάνω στο τι είναι η δουλειά και πόσο ανοιχτή πρέπει να είναι αλλά και μια δυσκολία να μπεις σε καινούργιες φόρμες που δεν τις έχεις συνηθίσει. Ομολογώ στον εαυτό μου ότι δεν μπορώ να κάνω όσα έχω δει να κάνουν συνάδελφοι που θαυμάζω. Αλλά προσπαθώ να είμαι ανοικτός και νομίζω ότι έχω κατακτήσει την πρόθεση να δουλεύω μαζί με όλους για το κοινό αποτέλεσμα. Έμαθα δίπλα στον Ευαγγελάτο ότι εν αρχή ην ο λόγος, το κείμενο, ο σεβασμός γι’αυτό που έγραψε κάποιος αλλά και ο σεβασμός απέναντι στους υπόλοιπους.

»Το θέατρο μόνο μοναχικό πράγμα δεν είναι ενώ είναι και πάρα πολύ μοναχικό -ταλαιπωρείς εσύ μόνος σου τον εαυτό σου. Οπότε καλείσαι αυτή τη μοναχικότητα, αυτό το φάγωμα μέσα σου γι’αυτή τη δουλειά που είναι ευλογία και όχι δουλειά, να το κάνεις όσο καλύτερα γίνεται.

 Θανάσης Κουρλαμπάς/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

»Ναι, το θέατρο έχει ένα περιορισμένο κοινό. Όταν ξεκινούσα δεν υπήρχε και το διαδίκτυο ή τα μέσα κοινωνική δικτύωσης -ούτε κινητά δεν είχαμε τότε. Όταν όμως έκανες θέατρο και ανήκες σ’ένα σχήμα, συνδιαλεγόσουν μ’ένα συγκεκριμένο κοινό που αν το κέρδιζες, ο καθένας απ’το μετερίζι του, σιγά-σιγά, το κέρδιζες περισσότερο σε βάθος από ό,τι, ευκολότερα, κερδίζεις το τηλεοπτικό κοινό. Το τηλεοπτικό κοινό μπορεί να το κερδίσεις μια χρονιά, την άλλη μπορεί να σε ξεχάσει. Ενώ μπορείς να κερδίσεις τον θεατή του θεάτρου και την επόμενη χρονιά, που θα ξανάρθει, θα σε προσέξει. Στο θέατρο γίνονται πιο αργά τα βήματα, αλλά η δική μου εμπειρία λέει, και πιο σταθερά. Αλλά η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό, είναι σημαντική. Δεν το’χω νιώσει ποτέ ενοχλητικό -πιστεύω ότι μπορείς να διαχειριστείς την ιδιωτικότητά σου. Δεν είναι μόνο τροφή για τον ναρκισσισμό μας, γιατί ένα κομμάτι ναρκισσισμού όλοι έχουμε. Σύντομα κατάλαβα ότι αυτό που κάνουμε δεν με εξυψώνει παραπάνω απ’τον απέναντί μου. Διάσημος είναι ο Τσαρούχης, ο Χατζιδάκις, ο Βασίλης Λογοθετίδης… Για να γίνεις διάσημος πρέπει να καταθέσεις μεγάλο έργο, πολύ έργο, για μεγάλο διάστημα. Άλλο το διάσημος, άλλο το αναγνωρίσιμος. Η διασημότητα, αν έρθει, θα’ρθει αργά και με σταθερά βήματα δημιουργίας.

»Τηλεόραση άργησα πολύ να κάνω. Παραστάσεις ξεκίνησα επαγγελματικά το ’93, στην τηλεόραση μπήκα για πρώτη φορά το 2002. Είχε προηγηθεί, μόλις είχα τελειώσει τη σχολή, η συμμετοχή μου, στο “Η αγάπη άργησε μια μέρα” του Κώστα Κουτσομύτη. Αλλά ουσιαστικά το πρώτο μου σίριαλ ήταν το “Κανείς δεν λέει σ’αγαπώ” του Αλέξανδρου Ρήγα, στον οποίο χρωστάω ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της τηλεόρασης -με πίστεψε. Η τηλεόραση μου έκανε ένα άλλου είδους καλό, μου σμίλεψε τα εκφραστικά μου μέσα, με τον τρόπο της. Και προσπαθώ πια να συνταιριάξω το θέατρο και την τηλεόραση σε μια ενιαία αντιμετώπιση της δουλειάς μου, κάνοντάς την όσο καλύτερα μπορώ, ψάχνοντας την αλήθεια της.

»Ναι, με τις “Μέλισσες” έγινε το μεγάλο μπαμ για μένα στην τηλεόραση. Ως τότε είχα πιο πολύ ρόλους guest. Εκεί ανέλαβα έναν ιδιαίτερο και δύσκολο ρόλο -χάρηκα τρομερά όταν μου δόθηκε ο Κλεομένης. Κατάλαβα ότι έχει πολύ ψωμί για να δείξεις πράγματα πέρα από σένα και να τον ερμηνεύσεις. Ήταν ένας πολύ δύσκολος, κομβικός, σκοτεινός χαρακτήρας, ιδιαίτερης σεξουαλικότητας στη δεκαετία του ’50. Έπρεπε να βρεις την αλήθεια του, να τον αγαπήσεις, να βρεις τις ρωγμές του. Είχα την τύχη και τη χαρά να εισπράξω μεγάλη ανταπόκριση απ’το κοινό -μου’λεγαν ότι ήθελαν να πεθάνω στη σειρά αλλά και ότι τους έλειπα. Είναι σημαντικό να εισπράττεις αγάπη και εκτίμηση έχοντας κάνει έναν πολύ αρνητικό ρόλο. Όπως αισθάνθηκα και την ανάγκη να δικαιώσω τη διαφορετικότητά του. Ο Κλεομένης είχε διαπράξει φόνο στην Αγγλία. Η πρώτη φορά που σκότωσε ήταν έναν εραστή του -τον ερμήνευε ο εξαιρετικός Μιχάλης Μιχαλακίδης, και θυμάμαι ότι την ώρα που τον έπνιγα είχα βουρκώσει γιατί σκότωνα κάποιον που αγαπούσα. Τον φίλησα στο μέτωπο κι αυτό το κράτησαν στο πλάνο.

 Θανάσης Κουρλαμπάς/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

»Τώρα στον “Άγιο Έρωτα” ερμηνεύω έναν πατέρα που ανάμεσα σ’αυτά που έχει να αντιμετωπίσει έχει να αντιμετωπίσει και την ομοφυλοφιλία της κόρης του -σ’ένα χωριό, τη δεκαετία του ’50. Έπιασα τον εαυτό μου να μαλακώνει το σενάριο, να μαλακώνει τον Κυριάκο γιατί δεν θα μπορούσα, σήμερα, εγώ, να συμπεριφερθώ έτσι. Την ίδια στιγμή αυτομάτως έπιανα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν το παρακάνει ως ηθοποιός. Νομίζω ότι υπήρξαν στιγμές που δεν ήμουν τόσο πιστός στο σενάριο, δίνοντας στον ρόλο ό,τι αισθανόμουν, σαν να’θελα να φέρω στοιχεία από αυτό που σιγά-σιγά προχώρησε μέσα στα χρόνια. Ο Κυριάκος δεν παύει να’ναι πατέρας. Αγαπά την κόρη του, θέλει να κρατήσει την ισορροπία ανθρώπου-πατέρα.

»Ευτυχώς έχουμε αποδεχτεί πολύ περισσότερα από όσα οι γονείς και οι παππούδες μας. Ίσως μέσα απ’τη δουλειά μας να δίνουμε το ερέθισμα στους ανθρώπους να συζητάνε αυτά τα θέματα. Δεν είναι λίγο. Αν μέσα από έναν ρόλο καταφέρεις ν’ανοίξεις δέκα κουβέντες σε δέκα σπίτια για τον γιο ή την κόρη τους, κέρδος είναι. Είμαι κι εγώ πατέρας. Όταν είσαι γονιός σκέφτεσαι και μ’ένα τρίτο μάτι, πέρα απ’τη λογική του κόσμου και της εποχής -πως θα ήταν αν συνέβαινε στο παιδί μου. Κι εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Δεν μπορώ να σκεφτώ να συμβεί κάτι στο παιδί μου ή να κάνει κάτι κάποιος στο παιδί μου. Όταν δεν έχεις παιδιά ίσως δεν είναι τόσο εύκολο να μπεις σ’αυτή την θέση. Όταν έχεις παιδιά και συμβεί κάτι, εκεί παίζεις με άλλα όρια, βγαίνουν πρωτόγονα πράγματα μέσα σου.

»Αν θα έφτανα σε ακρότητες για τα παιδιά μου; Μια παροιμία λέει “μην σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς ν’αντέξεις ή όσα μπορείς να υπερβείς”. Φοβάμαι να με φανταστώ. Δυστυχώς σήμερα στην κοινωνία αισθάνεσαι και τόσο ευάλωτος. Ο σύγχρονος Έλληνας έχει πίσω του τον φόβο αν θα δικαιωθεί, αν θα βρει την ανταπόκριση που πρέπει, αν θα τον συνδράμουν αυτοί που πρέπει, αν του συμβεί κάτι.

»Το μεγάλο στοίχημα για τον γονιό είναι να δώσει στα παιδιά του εκείνο το πλαίσιο για να πάνε παραπέρα, πέρα απ’τον γονιό. Το θέμα είναι να σε ξεπεράσουν. Δεν θέλω τα παιδιά μου να γίνουν ίδια με εμένα, θέλω να γίνουν καλύτερα. Κι αυτό έχει πολλές προεκτάσεις -απ’την αυτοκριτική που κάνεις για τον εαυτό σου, τις ρωγμές σου ως τα σκοτάδια σου. Στα σκοτάδια οι άνθρωποι είναι κατά βάση μόνοι και δεν θες να τα βιώσουν τα παιδιά σου. Αν καταφέρεις να τους δώσεις μια υποψία τι είναι η ζωή, με τα λάθη που έκανες, ίσως αυτό να’ναι και το μεγαλύτερο μάθημα. Καμιά φορά ίσως πρέπει να ευλογούμε τους γονείς μας για τα λάθη τους παρά για τα σωστά τους. Στη ζωή με δυσκόλεψε πολύ ο ρόλος του πατέρα. Μου’βγαλε όλες μου τις αδυναμίες, τις ρωγμές, μου τις άπλωσε μπροστά μου. Ακόμα και τώρα και νομίζω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου, θα συνδιαλέγομαι μ’αυτές.

»Η κόρη μου είναι 21, ο γιος μου 18. Έχω την αίσθηση ότι κατάφερα να μην έχω ανάγκη να’ναι συνεχιστές μου σε τίποτα. Κι ευτυχώς προς το παρόν ισχύει. Έχω αποδεχτεί, σε πολύ μεγάλο βαθμό τα θέλω των παιδιών μου. Είδαμε από νωρίς κάποιες κλίσεις τους. Προσπαθήσαμε να τους πάμε προς τα εκεί. Προσπαθώ να τα στηρίξω, να τους παρέχω ό,τι μπορώ για να δοκιμάσουν, να κάνουν τα δικά τους πράγματα και να βρουν τον δρόμο τους -όπως τον βρήκα κι εγώ, ψάχνοντας, παλεύοντας. Εγώ δεν είχα κάτι να με στηρίξει, να με βοηθήσει από πίσω. Πάλεψα πολύ, σαν μοναχικός λύκος.

 Θανάσης Κουρλαμπάς/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

»Όσο μπορώ είμαι ένας άνθρωπος συνθετικός, δοτικός, καλοπροαίρετος. Έτσι είναι ο χαρακτήρας μου, έτσι ήταν κι οι γονείς μου. Μετά γαλουχήθηκα δίπλα σ’έναν άνθρωπο που ήταν η επιτομή της ευγένειας και της αξιοπρέπειας, τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Έμαθα πολύ γρήγορα ότι το θέατρο είναι ένα πάρε-δώσε κι ότι πρέπει να’χεις πραγματική ενσυναίσθηση και μαζί να’χεις τον νου σου και στον απέναντι, γιατί όσο καλύτερα είναι όλα, τόσο καλύτερος θα’σαι κι εσύ. Τι νόημα έχει να παίξω έναν κεντρικό ρόλο σε μια παράσταση που είμαστε ασυντόνιστοι, που υπάρχει τοξικότητα, που δεν τα πάμε καλά; Καλύτερα να’σαι τέταρτος, τρίτος ρόλος και να εξελίσσεσαι σε μια σπουδαία ομάδα, μια σπουδαία επιλογή, ένα σπουδαίο όραμα, που έχει κάτι να πει. Μετά τον Ευαγγελάτο συνεργάστηκα με την Αθανασία Καραγιαννοπούλου, την Κωνσταντίνα Νικολαΐδη -ξεκινήσαμε τους “12 Ενόρκους”, έμεινα πέντε χρόνια, μετά κάναμε κι άλλες, “Ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς”, “Zoo Story”, “Άνθρωπος χωρίς όνομα”, με τον Βασίλη Νικολαΐδη, κάναμε μεταξύ άλλων την “Ανθρώπινη φωνή” του Κοκτώ για πρώτη φορά ως ένας άντρας ομοφυλόφιλος -ένα σπουδαίο ταξίδι για μένα. Συνεργάστηκα με τον Χανιωτάκη, πέρυσι-πρόπερσι, πρώτη φορά με τον Αιμίλιο. Στα 33 χρόνια που δουλεύω έχω συνεργαστεί με λίγους σκηνοθέτες. Επενδύω στη σταθερότητα. Όταν, με κόπο, αποκτάς σιγά-σιγά, έναν κοινό κώδικα, έναν κοινό τρόπο συνομιλίας, γίνονται ωραία πράγματα.

»Έχω σταθερές φιλίες, είμαι κοινωνικός, έχω χιούμορ, μ’αρέσει να περνάω καλά στη δουλειά. Και επανέρχομαι στον Ευαγγελάτο γιατί είχε έναν μαγικό τρόπο: Ξεκινούσε την πρόβα με συνέπεια, οργάνωση, πρόγραμμα. Δεν μπορούσες εύκολα ν’αργήσεις, ν’αφήσεις να χτυπήσει το κινητό σου. Αλλά χωρίς αυστηρότητα. Έλεγε κάτι σοβαρό πάνω στη δουλειά, το τελείωνε με χιούμορ και σ’έκανε να θες να πας και την επομένη μέρα στην πρόβα. Στη γενική δοκιμή ήταν τα πάντα έτοιμα. Μετά, αφού μας άφηνε να ξεκουραστούμε λίγο, να κάνουμε κανένα τσιγάρο, μας μάζευε για τις παρατηρήσεις. Μετά έκλεινε το ντοσιέ του κι έλεγε “τώρα η δική μου δουλειά, το δικό μου ταξίδι μόλις τελείωσε. Εγώ εδώ θα’μαι, αλλά από αύριο ξεκινά το δικό σας ταξίδι” και μπορεί να σου χτυπούσε και την πλάτη λέγοντας “τώρα το παίρνετε στις πλάτες σας, είναι δικό σας”. Ήταν τόσο συγκινητικό αυτό και συγχρόνως σου έβγαζε κι ένα μεγαλείο -ότι κάνουμε κάτι μεγάλο και υπεύθυνο. Μακαρίζω την τύχη που μ’ έφερε κοντά του, αλλά βέβαια κι εγώ το εκτίμησα όλο αυτό. Θυμάμαι, με τον καιρό, όταν τον ευχαριστούσα για το επόμενο που μου έδινε μου’λεγε ότι “το ευχαριστώ είναι ως ένα σημείο, γιατί μετά αρχίζει μια σχέση ισάξια” με την έννοια ότι είναι μια δουλειά συν-δημιουργίας».

 Θανάσης Κουρλαμπάς/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Με την παρέα από τον «Άγιο Έρωτα»

«Στον “Άγιο Έρωτα” δέσαμε μια ωραία παρέα. Κι εγώ με τα “παιδιά” μου, με τους νεότερους, με όλους. Δεν υπήρχε τοξικότητα. Και πριν τελειώσει η πρώτη χρονιά, έτσι όπως ήμασταν σ’ένα γενικό γύρισμα, σ’έναν γάμο, έπεσε η ιδέα να κάνουμε κάτι στο θέατρο. Και λέει τότε η Ταμίλλα “έχω κάτι στο μυαλό μου”. Ήμασταν ο Δημήτρης Παπανικολάου, ο Μιχάλης Πανάδης, η Δανάη Παππά, εγώ. Έλαμψαν τα μάτια μας. Αυτό δεν μου’χει ξανατύχει: Από σίριαλ και γύρισμα να βγει θεατρική συνεργασία. Δέσαμε αυτοί οι πέντε, βρήκαμε κι άλλα δύο παιδιά, τον Ιάσονα Βροχίδη και τον Πάνο Κλάδη κι έχουμε κάνει έναν πολύ ωραίο θίασο, μια ωραία συντροφιά. Βέβαια από πίσω είναι το θέατρο, με τον καθένα μας να’χει την θεατρική του εμπειρία.

Ο Θανάσης Κουρλαμπάς στον Άγιο Έρωτα.

»Το έργο είναι καταπληκτικό. Γιατί μετά από μια τηλεοπτική επιτυχία, κι αυτό δεν το ήθελε κανένας μας, υπάρχει ο κίνδυνος να πας αμέσως σε μια εύκολη λύση και να βγεις σε περιοδεία για να την εισπράξεις. Ήταν κόκκινη γραμμή για όλους μας. Στόχος μας ήταν να βρούμε ένα έργο που να το θέλουμε κι όχι απλά να εμφανιστούμε πέντε απ’τον “Άγιο Έρωτα”. Δεν θέλαμε μια “αρπαχτή”. Και το έργο του Ντε Φιλίππο “Ο Σώζων Εαυτώ Σωθήτω” (“A Man and a Gentleman”), μιλάει για τα μπουλούκια, την ουσία μας, τις καταβολές μας. Για τον ίδιο μας τον εαυτό, τους ηθοποιούς, γι’αυτή τη χρυσή περίοδο του θέατρου που τα μπουλούκια όργωναν την Ελλάδα και μοίραζαν θέατρο στον κόσμο εκτός αστικών κέντρων.

 Ο Σώζων Εαυτώ Σωθήτω

»Ένας παλιός θεατρίνος μου΄λεγε, γιατί είχα τη χαρά και την τύχη να προλάβω αρκετούς και να “κλέψω” ό,τι μπορούσα, ιδίως στα χρόνια που ήμουν δίπλα στον Ευαγγελάτο, ότι μια απ’τις ωραιότερες προσφωνήσεις που μπορούν να κάνουν σ’έναν νέο ηθοποιό είναι το “είσαι μπουλουκτσής”. Τι σημαίνει; Ότι είσαι ένας άνθρωπος της δουλειάς που μπορείς να μπεις γρήγορα στον ρόλο, στις δύσκολες συνθήκες. Γιατί αυτό έκαναν. Το θέατρο ήταν, είναι και θα παραμείνει μπουλούκι. Είναι ένας χώρος όπου οι άνθρωποι, σε πολύ συμπυκνωμένο χώρο και χρόνο, μέσα σε μεγάλες ταχύτητες, ζουν πολλές ζωές. Έπαιζαν λαϊκά έργα σε σχολεία, αυλές, αγρούς, αυτοσχέδιες σκηνές, για να προσεγγίσουν τον κόσμο. Είχαν 2-3 έργα έτοιμα και τα άλλαζαν ανάλογα με την κατάσταση, την συνθήκη, την ανταπόκριση του κόσμου -γι’αυτό και είχαν πάντα έναν καλό υποβολέα. Σκέφτομαι καμιά φορά, όταν κάνω πρόβα, με την “πολυτέλεια” που έχουμε τώρα -το νερό μας, τον καφέ μας, την ανάλυση, τα βοηθήματα, το διάβασμα, την κουβέντα, πως θα ήταν ένας άνθρωπος που μέσα σε μία εβδομάδα έπρεπε ν’ανεβάσει “Ριχάρδο Γ΄” ή “Γκόλφω”. Τι δυναμικές είχαν αυτοί οι ηθοποιοί, τι ικανότητες, τι δυνατότητες. Νομίζω ότι το καλό θέατρο πρέπει να μοιάζει με το μπουλούκι».

 Μια σύγχρονη ανάγνωση του έργου «Ο Σώζων Εαυτώ Σωθήτω» του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο με τον Θανάση Κουρλαμπά.

«Ο Σώζων Εαυτώ Σωθήτω» του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο. Μετάφραση-σκηνοθεσία Ταμίλλα Κουλίεβα. Παίζουν: Δημήτρης Παπανικολάου, Θανάσης Κουρλαμπάς, Δανάη Παππά, Μιχάλης Πανάδης, Πάνος Κλάδης, Ιάσων Βροχίδης και η Ταμίλλα Κουλίεβα.

Πρεμιέρα: Βεάκειο (29/6), ακολουθεί περιοδεία.