Αλέκος Συσσοβίτης/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

Αλέκος Συσσοβίτης: «Κρατάω μικρό καλάθι. Έχω φίλους που έκαναν παιδιά στα 65»

Ο Αλέκος Συσσοβίτης είναι αυτοδημιούργητος. Χωρίς θεατρικές σπουδές, αλλά με μια αγάπη για το σινεμά, βρήκε τελικά την θέση του στη σκηνή και την οθόνη, μεγάλη και μικρή. Πριν γίνει ηθοποιός δούλεψε στην οικοδομή, έγινε μοντέλο, εντός και εκτός Ελλάδας. Παραμένει ανήσυχος και ονειρεύεται μεγάλα ταξίδια. Τον Νοέμβριο θα κλείσει τα 62.

Η φετινή σεζόν κλείνει με δύο τηλεοπτικές σειρές, «Πόρτο Λεόνε» - «Από ήλιο σε ήλιο». Απόψε έχει πρεμιέρα: «Τακούνια στο βάλτο» του Άκη Δήμου.

«Όλο το σόι μου ήταν οικοδόμοι. Τον χειμώνα πήγαινα σχολείο και τα καλοκαίρια μ’ έπαιρναν στην οικοδομή, απ’ τα 13 μου. Πριν γίνω ηθοποιός ήμουν μοντέλο. Δεν πήγα Πανεπιστήμια, τεχνική σχολή μηχανικών αυτοκινήτων έβγαλα -δεν πήρα και το πτυχίο. Ήμουν ατίθασος και αλήτης. Δεν είχα και την οικονομική ευμάρεια -έπρεπε να δουλεύω. Δούλευα στα μπαρ, Θεσσαλονίκη, Αθήνα και σεζόν στη Μύκονο. Ένας στιλίστας, που δεν ζει πια, έφερε εκεί στο μπαρ τον Τιερί Μιγκλέρ. Μέσα απ’ τη γνωριμία μας με κάλεσε στο Παρίσι σε μια επίδειξη. “Θα χρησιμοποιήσω μόνο τέσσερις άντρες και θα σε βγάλω στην πασαρέλα με μια σταρ”, μου είπε. “Ποια σταρ;” τον ρώτησα. Δεν απάντησε. Εγώ τότε ήθελα να φύγω κι απ’ τη νύχτα. Τα μάζεψα και πήγα. Ναι, ρισκάρω, για μένα, όχι για άλλους.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

»Γίνεται η επίδειξη στο Παρίσι, ήταν το 1990-’91. Και με βγάζει με την Νταϊάνα Ρος. Τότε γνώρισα διάφορους, την Μαντόνα, τον Τζορτζ Μάικλ. Γυρνώντας εδώ έγινε ντόρος οπότε δούλεψα δύο χρόνια φουλ, εντός και εκτός, αλλά δεν με γέμιζε. Ήμουν πολύ ανήσυχος με το σινεμά. Μάλιστα δεν είχα φιλοδοξία να γίνω ηθοποιός, μ’ ενδιέφερε η οπτική ματιά του σκηνοθέτη, παρατηρούσα το κάδρο, πως ένας άνθρωπος έλεγε μια ιστορία. Δεν τόλμησα ποτέ να πάω να σπουδάσω. Όταν ήρθε η στιγμή της υποκριτικής -ο Πανουσόπουλος μ’ έφερε στη δουλειά το ’95, και ρώτησα για τις σχολές, ήμουν ήδη 27-28 και το όριο ήταν τα 25. Κι όταν μ’ έβαλε ο Χουβαρδάς στο θέατρο του είπα ότι “εγώ δεν έχω πατήσει στο θέατρο ούτε σαν θεατής”. Ήμουν σινεφίλ. Βγήκα στο Αμόρε το 1997-’98, με το «Μπελβεντέρε» του Χόρβατ. Θυμάμαι έκανα δοκιμαστικό με τη Μάγια Λυμπεροπούλου και τον Άρη Λεμπεσόπουλο. Με πήρε. Έγραψε τότε ο Γεωργουσόπουλος “πολύ καλός ο Συσσοβίτης, αν και άγουρος. Μπράβο του”. Με το που μπήκα σ’ αυτόν τον χώρο δεν έφυγα ποτέ. Δεν είναι τυχαίο.

»Είχα διαβάσει σ’ένα βιβλίο -“Ο άνθρωπος και η σκέψη”, ότι “δεν υπάρχει τύχη, υπάρχει η σωστή προετοιμασία που θα βρει την καλή συγκυρία”. Κάνοντας μια αναδρομή, σκέφτομαι πόσο δίκιο είχε. Όσο για τη μόρφωση, την ατομική και τη συλλογική κοινωνική παιδεία, πάσχουμε. Έχω αδυναμία στον Κρισναμούρτι. Μας δείχνει γιατί οδεύουμε σε λάθος δρόμους. Έχουμε λάθος ζωή, ζούμε μόνο για το χρήμα. Οι νέοι δεν είναι υποψιασμένοι, δεν έζησαν στη φύση. Παιδεία τους έγινε ο καταναλωτισμός.

»Ναι, προσπάθησα να καλύψω τα κενά μου, σε προσωπικό επίπεδο. Ψυχανεμιζόμουν και προσπαθούσα να καταλάβω τι γίνεται σε μένα, στους γονείς μου, στις σχέσεις, στους ανθρώπους γύρω μου, στους φίλους μου, είχα μεγάλη δίψα. Με τράβηξε το διάβασμα, ετεροχρονισμένα, αλλά τελικά ήταν η στιγμή που έπρεπε. Έδωσα για εννιά χρόνια την τηλεόραση στον κουμπάρο μου. Άρχισα να αγοράζω βιβλία. Κι αν έχω 300 απ’ τα οποία έχω διαβάσει τα μισά, τότε τα διάβασα, απ’ τα 30 στα 40. Άργησα μια δεκαετία. Θαύμαζα τους άστεγους, τους ρακοσυλλέκτες, ενδιαφερόμουν για τον ψυχικό τους κόσμο, αναρωτιόμουν τι τους έφερε εκεί. Σπουδή μου ήταν η σοφία του δρόμου -μπορείς να μάθεις πολλά.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

»Έχω κάνει 45-50 παραστάσεις. Την περίοδο των μνημονίων, αυτονομηθήκαμε μαζί με τον συνέταιρό μου, και φτιάξαμε το “Faust”, μια θεατρική στέγη. Είχαμε μια ανησυχία. Ταξιδεύαμε, φέρναμε έργα. Δεν μπορείς να δουλεύεις με σημαντικούς σκηνοθέτες και να μην έχεις μια βάση. Όταν είσαι στην παρέα του Χουβαρδά και κάνεις τον «Ληρ» στο Εθνικό δεν γίνεται να μην κινητοποιηθείς. Τέτοιοι άνθρωποι μου έδωσαν αυτοπεποίθηση, γιατί πέρασα και μια περίοδο μεγάλης ανασφάλειας. Ήμουν μοντέλο, αδιάβαστος, ασπούδαστος. Υπάρχει ένας ανταγωνισμός, μια ζήλεια απέναντι στο ωραίο -και δεν σταματάει. Πρέπει να’ χεις έναν ψυχισμό ανοιχτό, να αποδέχεσαι πράγματα. Ήμουν και πολύ αφελής. Δεν είμαι ανταγωνιστικός με τους άλλους. Η πρώτη μου ματιά στις συνεργασίες δεν είναι πονηρή ή μνησίκακη, είναι καλοπροαίρετη. Για χρόνια δεν είχα προτάσεις σαν αυτές που θα’ θελα, δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Μου έλεγαν ότι αυτό συμβαίνει λόγω ανταγωνισμού. Έτσι είναι. Ξεκίνησα από “ποιοτικό” θέατρο και έλεγαν “ωραίος, αδιάβαστος και “ποιοτικό” είναι πιο μεγάλη απειλή από “ωραίος, αδιάβαστος και “εμπορικό”.

»Η τηλεόραση φυσικά και έπαιξε τον ρόλο της, σ’ όλους παίζει. Ένας περιπτεράς στη γειτονιά μου μου’ λεγε παλιά “Αλεκάρα, γιατί δεν τα παίρνεις τώρα που στα δίνουνε”. Μπορεί να έχω κάνει το 10-15% των προτάσεων που μου έχουν δοθεί. Μετά το “Είσαι το ταίρι μου” είχα πάνω από επτά προτάσεις για σίριαλ τον χρόνο. Πριν όμως, όταν ήρθε η Πηγή Δημητρακοπούλου και μου έκανε την πρόταση να παίξω τον γιο του Αλέκου Αλεξανδράκη στην “Αίθουσα του θρόνου”, ένα πράγμα μου είπε: “Σε παρακολουθώ εδώ και δύο χρόνια. Προσέχεις τις κινήσεις σου. Δεν κάηκες και ξέρω ποιοι σε πλησίασαν και είπες όχι”. Ο Τάσος Αθανασιάδης μου είχε πει ότι τον δικαίωσα πολύ μ’ αυτόν τον ρόλο. Κι όταν στο λέει ο συγγραφέας, σημαίνει πολλά.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

»Τι να πρωτοπώ για τη συνεργασία μου με τον Αλεξανδράκη; Τέτοια ευγένεια, τέτοιος χαρακτήρας. Θυμάμαι είχαμε καθίσει στον Μαραθώνα, σ’ένα παγκάκι, δύο 8ωρα, μέχρι να κάνουμε πλάνο. Και το γυρίσαμε στο τέλος της δεύτερης μέρας. Μου είχε ζητήσει να του μιλάω στον ενικό, είχαμε γίνει φίλοι. Τον ρώτησα λοιπόν τότε γιατί δεν αντιδρά σ’ όλη αυτή την αναμονή. Εγώ ήμουν καινούργιος, εκείνος κουβαλούσε εκατό ταινίες. “Ο ηθοποιός πληρώνεται για να περιμένει. Μάθε το”, μου είπε. Ήταν σπουδαίος.

»Είχα πολύ καλές συνεργασίες. Την τελευταία πενταετία, μετά τον κορονοϊό, είμαι κάθε χρόνο στην τηλεόραση -πρώτα ήταν η «Στοργή» με τη Ναυπλιώτου, μετά για δύο χρόνια ο «Έρωτας φυγάς» και φέτος το «Πόρτο Λεόνε» και το «Από ήλιο σε ήλιο» (Alpha-ΕΡΤ, αντιστοίχως). Και στις δύο σειρές είμαι ένας πατέρας που έχει δύσκολες σχέσεις με τα παιδιά του.

»Παίζω τον κακό; Μ’ ενδιέφερε η αμφισημία στον ρόλο του Δρακούλη, στο “Από ήλιο σε ήλιο”. Είχε ερωτευτεί τη γυναίκα του, αγαπάει την κόρη του, αλλά μην ξεχνάμε και την εποχή που εξελίσσεται η ιστορία. Όλες αυτές οι σειρές ξεκίνησαν απ’ τον «Έρωτα φυγά», όπου είχα μια πολύ καλή σχέση με τον Πάνο Παπαχατζή, τον παραγωγό (και τους Αργοναύτες). Εκεί ξανασυνεργάστηκα με τον Βασίλη Τσελεμέγκο, τον σκηνοθέτη κι ένα τεχνικό συνεργείο που σε αγκαλιάζει και σου δίνει τα μέγιστα, με πολύ σπαρτιάτικες συνθήκες. Και στα τρία σήριαλ -μαζί με το “Πόρτο Λεόνε”, βλέπεις ότι υπάρχει μια καλλιτεχνική δίψα που σε προστατεύει, μια κάποια σοβαρή προσέγγιση στα σενάρια.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

»Με το που έγινε η πρόταση για το «Πόρτο Λεόνε» πήγα στα βιβλία του Χαριτόπουλου για τον Πειραιά και έμαθα τι ήταν η Τρούμπα. Γκρίνιαξα για τα σενάρια γιατί πίστευα ότι ο ήρωάς μου, ο Καπετανάκος, θα έπρεπε να έχει πάρει μεγαλύτερη πρωτοβουλία στα χέρια του. Βλέποντάς τα τώρα καταλαβαίνεις ότι του δόθηκε δικαίωμα σε μια στωικότητα που του δίνει, συνειδητά-υποσυνείδητα, μια πιο γενναιόδωρη ουμανιστική θέση. Κι αυτό είναι πολύ ωραίο. Η αχίλλειος πτέρνα του είναι τα παιδιά του.

»Εμπνεύστηκα απ’ τη φτωχή οικογένεια των οικοδόμων που μεγάλωσα. Είχα κάποιους άνδρες που ήταν σίδερο, έτοιμους να σηκώσουν βουνά ολόκληρα. Στον θάνατο του μπαμπά μου αυτά τα σίδερα γίνανε κουρέλι. Ήταν το μεγαλύτερο σοκ της ζωής μου. Κι όταν πήγα στο γύρισμα του “Από ήλιο σε ήλιο”, είπα “αυτό θα κάνω”. Έτσι και ο Δρακούλης: Προσπαθεί να είναι σίδερο ενώ από μέσα είναι βαμβάκι, γιατί το ένστικτο είναι μεγάλο πράγμα. Κι αν η αγάπη ζητάει χώρο δεν μπορείς να μην την αφήσεις να βγει. Αυτά αγαπάει ο κόσμος, αυτά αγαπάμε κι εμείς, αυτά μας ταλανίζουν. Όταν μου πρότειναν τον ρόλο του κακού, είπα “πάλι τον κακό θα κάνω;”. “Έχει ενδιαφέρον”, αντέτειναν. Κάθισα και διάβασα τα βιβλία της συγγραφέως, της Μαίρης Κόντζογλου και κατάλαβα ότι αυτός ο ήρωας είναι χαμαιλέων.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

»Έχει ενδιαφέρον για μένα, αν μπορώ, να υποστηρίζω τους χείριστους, τους κάκιστους χαρακτήρες ώστε ο κόσμος να καταλάβει τι είναι αυτό που βρίσκεται γύρω μας και μέσα μας, παρά να κυνηγάω να παίξω τον καλό. Η μονοδιάστατη προσέγγιση είναι ούτως ή άλλως ουτοπική. Κανείς μας δεν είναι μόνο ένα απ’ τα δύο. Όλοι μας έχουμε και άγγελο και διάβολο μέσα μας. Πας βαθιά και μ’ αυτούς τους χαρακτήρες όπως και με τους Ριχάρδους Γ’.

»Η πατρότητα με συγκινεί παρόλο που δεν την έχω γνωρίσει. Με συγκινεί γιατί αν έχω ένα ίνδαλμα, ένα πρότυπο, αυτό είναι ο πατέρας μου -έχω δύο πρότυπα βέβαια, και τη μάνα μου. Δεν ήταν ποτέ στο όνειρό μου να κάνω παιδί. Και πιστεύω πολύ στα όνειρα. Μπορεί να χαλάσω σχέσεις μόνο και μόνο γιατί στον ύπνο μου κάτι μου λέει βαθιά “δεν είσαι έτοιμος για εκεί”. Θα το πληρώσω μεν με μεγάλο κόστος, αλλά δεν μπορώ να προδώσω την ειλικρίνειά μου, την αλήθεια. Δεν θα κάνει καλό σε κανέναν. Ίσως αυτό που αγαπούσα πολύ, την οικογένεια, το οικογενειακό περιβάλλον, που θα μπορούσε να μου γεννήσει την διάθεση της πατρότητας, την ίδια στιγμή, επειδή ζούσα πολύ σκληρά πράγματα εκεί μέσα, με φόβιζε να γίνω πατέρας. Φυσικά τα πράγματα δεν τελειώνουν ούτε βάζω ταμπέλες κι ετικέτες -εργένης, παντρεμένος. Κρατάω μικρό καλάθι. Έχω φίλους που έκαναν παιδιά στα 65. Είναι κι ο Αλ Πατσίνο.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

»Εγώ την πατρότητα την έζησα ως γιος. Η ψυχή του πατέρα μου ακούμπαγε το άγιο. Ήμασταν πολύ συνδεδεμένοι μέσα απ’ τη σιωπή. Αν ο Μπέκετ έφτασε στη σιωπή, νομίζω ότι ο πατέρας μου είναι μια τέτοια εικόνα, μέσα απ’ αυτόν τον διχασμό της λογικής και του παραλόγου. Με τον πατέρα μου δεν χρειαζόταν να λέμε πολλά -έλεγε πολλά η μάνα μου, την οποία αγαπούσα παθολογικά. Αλλά με τον πατέρα μου έβρισκα μια ησυχία, έναν τόπο. Κι αν κάποιες φορές αμφισβήτησα την επιλογή μου να μη γίνω πατέρας, που δεν είναι ακριβώς επιλογή, αυτό έχει να κάνει με τη σχέση.

»Κάποια στιγμή επειδή η σχέση ήταν σε μια καλή φάση έβλεπα την προοπτική του παιδιού. Μετά συνέβησαν διάφορα κι αυτό αναιρέθηκε. Αν θέλει κανείς να κάνει ένα παιδί εξαρτάται με ποιον θα το κάνει. Επειδή το θέλει δεν σημαίνει ότι πρέπει κιόλας. Ωστόσο μου δημιουργήθηκε η ανάγκη επειδή ήταν μια ευοίωνη περίοδος στη σχέση και μου αναιρέθηκε επειδή η σχέση πέρασε κρίση. Αν λοιπόν θα έκανα παιδί θα το έκανα λόγω αυτής της εμπειρίας που είχα με τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου πέθανε το 2005 και για μένα είναι ακόμα ζωντανός. Είμαστε τα κύτταρα των γονιών μας, η ιστορικότητά μας, υπάρχει κυτταρική μνήμη.

»Δεν παντρεύτηκα ποτέ. Είμαι της ανοιχτής θάλασσας. Έχω σταματήσει σχέσεις που αν τις δούλευα καλύτερα θα μπορούσαν να είχαν προοπτική. Αλλά επειδή κάτι μ’ έτρωγε μέσα μου, ότι δεν θα πάει καλά, προτίμησα να μείνω ελεύθερος και να δοκιμάσω το νέο. Ίσως μετά, στην πορεία του χρόνου, επειδή δεν βγήκε το νέο που ήθελα, να μετάνιωσα, αλλά η ζωή συνεχίζεται.

»Έχω υπάρξει των μεγάλων ερώτων, των μεγάλων παθών, τα έχω ζήσει. Ο Μπουκόφσκι έγραφε “new body, new war”. Γιατί τι είναι ο έρωτας; Πόλεμος είναι. Τώρα πια είμαι πιο μετρημένος. Μ’ αρέσουν τα καινούργια πράγματα, πάντα τα τολμούσα, όπως και τα μεγάλα ταξίδια. Όσο περνάει ο καιρός, λιγότερο, γιατί έχω δίψα για διαφορετικά πράγματα.

»Η σταθερότητα δεν μου λείπει. Την έχω υπηρετήσει. Αλλά αν νιώσω ότι πρέπει να σεβαστώ τη φύση μου και να πάω πάλι σε κάτι καινούργιο, θα το κάνω. Δεν θα μείνω σε μια σταθερότητα, συμβιβαστικά, επειδή φοβάμαι την πάροδο του χρόνου και το γήρας -γιατί περί αυτού πρόκειται. Νιώθω ότι αν μείνω σε μια μετριότητα αυτό μπορεί να γίνει και βάλτος και κινούμενη άμμος. Το άλλο μπορεί να’ ναι πιο επικίνδυνο, αλλά εμένα τουλάχιστον, ιδιοσυγκρασιακά με καλεί, μου πάει-δεν μου πάει, κοστίζει-δεν κοστίζει. Για πόσο ακόμα, δεν ξέρω.

Ο Αλέκος Συσσοβίτης στο Porto Leone

»Είναι καθαρά ατομική υπόθεση το πως διαπραγματεύεται κανείς τον χρόνο, τη φθορά. Μιλώντας για μένα πρέπει να πω ότι τα καλά κόποις κτώνται. Δεν έχω αφήσει το γυμναστήριο, και πάω στα 62. Αν μου το επιτρέπει ο χρόνος μου, πηγαίνω καθημερινά. Φροντίζω τον εαυτό μου, γιατί ξέρω ότι όταν δουλεύεις για κάτι, κερδίζεις. Σ’ένα ταξίδι μου στην Αφρική, μιλούσα μ’ έναν ντόπιο σε μια καλύβα και μου είπε σε σπαστά αγγλικά “ο χρόνος δεν φεύγει από εμάς, έρχεται σ’ εμάς”. Αυτός είχε δει έτσι το ταξίδι του γήρατος. Αν δεν βάλεις την ελπίδα σε καθημερινή διάταξη, την πάτησες. Όπως λέει κι ο Κλιντ Ιστγουντ “αφήνω τον γέρο έξω απ’ το σπίτι”. Η κατάθλιψη, μεγάλη ή μικρή, καραδοκεί. Έχω περάσει κατάθλιψη, με μεγάλο κόστος, αλλά ήταν γόνιμη. Αν δεν απομονωθείς, αν δεν πονέσεις, δεν γίνεται. Και η κατάθλιψη έχει μια γλυκιά πίκρα. Εκεί μαθαίνουμε κομμάτια του εαυτού μας.

»Η δουλειά μου είναι μια διαρκής πηγή ανανέωσης. Κι αυτός είναι ένας βασικός λόγος για να την επιλέξεις. Πρέπει να’ χεις γερό στομάχι για να ψάχνεις κάθε σεζόν δουλειά, κι εγώ αυτό το κάνω τριάντα χρόνια. Ίσως τώρα με βρίσκουν πιο πολύ, αλλά μια υπενθύμιση είναι πάντα μια καλή ιδέα. Μου’ χει τύχει να πάρω τηλέφωνο παραγωγό και να κλείσω αμέσως δουλειά γιατί όπως μου είπε “είσαι ταμάμ ο ρόλος, αλλά δεν μας είχες περάσει απ’ το μυαλό. Καλά που πήρες”. Αν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ, πάντα ισχύει. Και δεν ντρέπομαι καθόλου να σηκώσω το τηλέφωνο για δουλειά. Ήταν πολύ γόνιμα τα χρόνια που έπλαθα χαρακτήρα, απ’ τα 15 ως τα 35. Έπρεπε να ζοριστώ, οπότε έμαθα να’ χω μια εξωστρέφεια. Θα την κυνηγήσω τη δουλειά, δεν τη φοβάμαι. Μου το έμαθαν οι γονείς μου αυτό και με βοήθησε πολύ. Κι αν αυτή η δουλειά είναι εποχική, συγχρόνως είναι κι ένα κίνητρο για καινούργια πράγματα, νέους ανθρώπους, συνεργασίες, είτε φας τα μούτρα σου είτε όχι. Κάθε φορά είναι ένα νέο στοίχημα που δεν ξέρεις που θα σε πάει, κι αυτό δεν σ’ αφήνει να τελματώσεις. Παράλληλα είναι κι ένα ταξίδι αυτογνωσίας.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

»Δεν ξέρω τι έπεται. Φέτος είχα μεγάλη τηλεοπτική έκθεση και νομίζω ότι έχω ανάγκη ένα μεγάλο ταξίδι. Συζητάμε με τον κολλητό μου μήπως πάμε στην Ινδία, με μηχανές, ή Βραζιλία-Αμαζόνιο. Κάποτε σχεδίαζα τον γύρο της Αφρικής -δεν έγινε. Όσο μεγαλώνουμε, εγώ τουλάχιστον, ένα κομμάτι της ευαισθησίας μου αρχίζει και σνομπάρει τον δυτικό τρόπο ζωής -απ’ τα ταξίδια μου το είχα δει και νωρίτερα. Γι’ αυτό και θέλω τώρα να δω λίγο παραπάνω την Ασία, η Ινδία είναι μια εναλλακτική εμπειρία. Άλλωστε ένα ταξίδι είναι κι αυτό μια σπουδή».

«Τακούνια στο βάλτο» στην ταράτσα

«Στην παράσταση υποδύομαι έναν πρώην υπουργό Γεωργίας, που τώρα είναι στην αντιπολίτευση. Απέναντί μου είναι ο νυν υπουργός Περιβάλλοντος, που γιορτάζει δέκα χρόνια γάμου με την γυναίκα του, έχει γκαλερί. Χόμπι της είναι να συλλέγει γόβες. Στη γιορτή είναι και μια φίλη της, συγγραφέας, κι ένας νεαρός δημοσιογράφος. Στόχος τους, να μεσολαβήσει ο υπουργός σ’ έναν καναλάρχη για να γίνει το βιβλίο της τηλεοπτική σειρά. Εκεί ο πρώην υπουργός ζητάει απ’ τον νυν ρουσφέτι -να μπαζωθεί ένας βάλτος για να χτιστεί ξενοδοχείο. Κι ενώ εγώ όταν ήμουν κυβέρνηση είχα κάνει το ρουσφέτι που μου ζήτησε, εκείνος τώρα αρνείται. Εκεί πάνω παίζεται ένα τελευταίο κόλπο κι αρχίζουν να βγαίνουν όλα στην επιφάνεια. Γίνεται ένα ξεμπρόστιασμα που αφορά και στους τρεις -η γυναίκα του υπουργού είναι ερωμένη μου.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary

»Το έργο έχει ένα αγγλικό, ή μάλλον ένα αλμοδοβαρικό χιούμορ, καυστικό. Ο Άκης Δήμου καταλήγει σε κάτι ουσιαστικό: Ότι ο πραγματικός, αυτόνομος, κυβερνήτης είναι ο χρόνος. Όσο κι αν τον αντιπολιτεύεσαι δεν πρόκειται να τον κερδίσεις. Ο άνθρωπος, μέσα στη βαθύτατη ματαιοδοξία και υστεροφημία του, δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί απ’ τον ναρκισσισμό του και θέλει συνέχεια να είναι κυρίαρχος, οπότε γίνεται αλαζόνας. Εξ ου και τέτοιες πολιτικές συμπεριφορές.

»Πράγματι, το έργο αντικατοπτρίζει το πολιτικό μας σκηνικό, γι’ αυτό και είναι διαχρονικό. Κάποια στιγμή μου τέθηκε το ερώτημα γιατί δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Προσωπικά πιστεύω ότι για να πάρεις ευθύνη για άλλους, για να πάρεις τη ζωή των άλλων στα χέρια σου, σε μια χώρα που είμαστε χρεωμένοι για άλλα 99 χρόνια, δεν μπορείς να το κάνεις αν δεν έχεις σπουδάσει -πολιτικές επιστήμες, διπλωματία, ιστορία. Νομίζω ότι η τεχνοκρατική δομή της πολιτικής θέλει άλλη γνώση. Φυσικά όμως είναι καλό να εκπροσωπούνται στη Βουλή όλα τα στρώματα. Κάποιοι είναι μεγάλα ταλέντα στη ρητορική. Άλλο όμως να είναι καλοί στα λόγια κι άλλο στην πράξη. Καμιά φορά σκέφτομαι αυτό που έλεγε ο Αϊνστάιν, ότι 10% είναι το ταλέντο και το άλλο 90% είναι η δουλειά. Κι η πολιτική θέλει πολλή δουλειά, όπως και το θέατρο».

«Τακούνια στον Βάλτο»

«Τακούνια στον Βάλτο» του Άκη Δήμου. Σκηνοθεσία Μανώλης Δούνιας-Αιμίλιος Χειλάκης. Παίζουν: Αιμίλιος Χειλάκης, Αθηνά Μαξίμου, Μαριάννα Τουμασάτου, Αλέκος Συσσοβίτης, Δημήτρης Φιλιππίδης.

Θέατρο Λαμπέτη: Κυριακή-Δευτέρα-Τρίτη & Τετάρτη (21.00).