Μέσα στο σπίτι της Ελένης Κουτσούδη Ιόλα, για τις «Ερινύες του Χθες»
Βρεθήκαμε στο σπίτι της Ελένης Κουτσούδη Ιόλα στην Κηφισιά, έναν χώρο γεμάτο έργα Τέχνης και οικογενειακά αντικείμενα, με αφορμή το νέο της βιβλίο «Οι Ερινύες του Χθες».
Η κλινική ψυχολόγος, συγγραφέας και ανιψιά του Αλέξανδρου Ιόλα μίλησε για το παιδικό τραύμα, τη μνήμη, την ψυχοθεραπεία, αλλά και για τη σχέση της με την Τέχνη και την αισθητική.
Με σπουδές στην Κλινική Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και πολυετή παρουσία στον χώρο της οικογενειακής θεραπείας, η Ελένη Κουτσούδη Ιόλα ίδρυσε το Θεραπευτικό Εργαστήρι Οικογενειακών Σχέσεων, ενώ σήμερα δραστηριοποιείται στον χώρο της εποπτείας ψυχοθεραπευτών.
Στις «Ερινύες του Χθες», αντλεί από τη δική της προσωπική εμπειρία, κάτι που η ίδια έχει αναγνωρίσει δημόσια, σημειώνοντας πως η ηρωίδα του βιβλίου, η Ελπίδα, είναι ουσιαστικά η ίδια. Μέσα από την ιστορία της, το βιβλίο προσεγγίζει τις συνέπειες του παιδικού τραύματος, τη διαχείριση της απώλειας και τη διαδικασία συμφιλίωσης με το παρελθόν.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας αναφέρθηκε και στον θείο της Αλέξανδρο Ιόλα, μιλώντας για την καθημερινότητά του, τη σχέση του με την Τέχνη και τη σύνθετη εικόνα που διαμορφώθηκε γύρω από το πρόσωπό του στην Ελλάδα.
Ελένη Κουτσούδη Ιόλα: « Οι Ερινύες είναι τα τραύματα που κουβαλάμε»
Στις «Ερινύες του Χθες», η Ελένη Κουτσούδη Ιόλα επιστρέφει σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που αλλάζει οριστικά τη ζωή μιας πεντάχρονης. Η μικρή Ελπίδα, η ηρωίδα στην οποία, όπως είπαμε, αναγνωρίζει τον εαυτό της, επιζεί, όμως μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον σιωπής, ενοχής και συναισθηματικής σύγχυσης, προσπαθώντας χρόνια αργότερα να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη εκείνη την ημέρα και να επανασυνθέσει τα κομμάτια της μνήμης της.
«Αυτό το βιβλίο το είχα στο μυαλό μου πολλά χρόνια. Όταν τελείωνα το πρώτο βιβλίο μου το είχα ήδη βάλει στο μυαλό μου και έψαχνα μια ευκαιρία για να το ξεκινήσω. Ήδη κρατούσα σημειώσεις και τα λοιπά. Ήταν Covid τότε και άκουγα πολλά podcast, διάφορα θέματα, εκ των οποίων ένα ήταν ψυχολογίας. Ήταν μια δημοσιογράφος στη Θεσσαλονίκη που έφερνε πολλούς σημαντικούς ψυχολόγους και μία από αυτές μίλησε για το παιδικό τραύμα και είπε μια κουβέντα: ότι θα ήταν καλά κι εμείς οι ψυχολόγοι να ανοιγόμαστε και να βγάζουμε από μέσα μας αυτά που κουβαλάμε. Και από εκεί λέω “ναι, αυτό είναι”, γιατί πάντα έχω έναν στόχο να βοηθήσω τους άλλους και τα λοιπά. Έτσι ξεκίνησε λοιπόν το γράψιμο αυτού του βιβλίου».
«Στην αρχή δεν το νόμιζα ότι ήταν τόσο δύσκολο, αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Γενικά είχα μια πάρα πολύ καλή μνήμη για την ηλικία μου. Δεν νομίζω ότι πολλά πράγματα τα άλλαξα ή μου ήρθαν την ώρα που έγραφα. Τα είχα στο μυαλό μου αποθηκευμένα».
Γιατί όμως το βιβλίο λέγεται «Ερινύες του Xθες»; «Είναι αυτά που κουβαλάμε. Είναι τα τραύματα που κουβαλάμε από την παιδική μας ηλικία. Στην δική μου περίπτωση ήταν από την παιδική ηλικία, αλλά δεν είναι πάντα απαραίτητο ότι είναι παιδική. Γίνεται και μετά από έναν πόλεμο, γίνεται σε διάφορες ηλικίες. Αλλά για μένα αυτό ήταν. Ήταν από την παιδική μου ηλικία και ήταν ένα επαναλαμβανόμενο τραύμα».
Στη συνέχεια αρχίζει να μιλά για το δυστύχημα που σημάδεψε τη ζωή της. «Έγινε το ατύχημα πηγαίνοντας 25η Μαρτίου οικογενειακά, η μητέρα μου, εγώ, ο πατέρας μου, ο οδηγός και δύο φίλες της, δεκαεννέα και είκοσι χρονών, στο Σούνιο. Και γυρίζοντας έγινε το ατύχημα».
«Οι φίλες σκοτώθηκαν και αυτό εγώ έφερα μεγάλο τραύμα γι’ αυτό. Δηλαδή οι τύψεις που ένιωθα ότι αυτές σκοτώθηκαν και μια οικογένεια έχασε τα δύο της παιδιά κι εγώ ήμουν εκεί, πέντε ετών, στην αγκαλιά της μητέρας μου. Και έχασα και τη μαμά μου και τον οδηγό».
«Οπότε επέζησα εγώ και ο πατέρας μου, που επί οκτώ μήνες δεν ήξερα αν ζούσε ή δεν ζούσε».
Για τη γιαγιά της, τη μητέρα της μητέρας της, μιλά ως ένα ακόμη τραυματικό κεφάλαιο της παιδικής της ηλικίας. «Μετά το ατύχημα δεν μου εξήγησε ποτέ τι ακριβώς έγινε. Δεν μου είχε πει ότι έχει πεθάνει η μητέρα μου. Δεν μου είχε πει ότι ο μπαμπάς μου ζούσε. Δεν ήξερα τίποτα».
Θυμάται ακόμη το σπίτι στην Κηφισιά όπου εργαζόταν η γιαγιά της ως νοσοκόμα. «Προχθές γυρνώντας από την παρουσίαση άλλαξα ροή και πήγαμε πάνω στο σπίτι. Το έψαχνα αυτό το σπίτι. Το θυμόμουν ότι ήταν από την μεριά του και υπάρχει ακόμα. Εκεί νοσήλευε μια ηλικιωμένη κυρία, προφανώς από πλούσια οικογένεια, γιατί είχαν πολύ προσωπικό. Και τη γιαγιά, η οποία ασχολούνταν με την κυρία αυτή, δεν με άφηνε να τη δω και την κλείδωνε. Μια μέρα όμως άνοιξε την πόρτα, δεν με είδε και εγώ κρύφτηκα κάτω από το κρεβάτι και μπήκα μέσα για να τη δω. Την έλεγα “φάντασμα” πάντα. Ήταν μέσα στην μπανιέρα της και φώναζε “πού είναι το μπουρνούζι μου;”. Και σηκώνομαι και της λέω “έρχομαι εγώ να σας το φέρω”. Όταν με πλησίασε όμως φοβήθηκε. Δεν ξέρω τι έπαθε και μου άρπαξε τα μαλλιά και μου τα τραβούσε».
«Περιέργως δεν ένιωθα πόνο. Δεν ξέρω τι ήταν. Το σοκ που έπαθα».
«Και φωνάζει η γιαγιά μου από πάνω τον μάγειρα, που κατέβηκε κάτω με μια κουτάλα και μόλις είδε την κουτάλα η κυρία αυτή με άφησε».
«Αλλά η γιαγιά μου είπε: “Αν συνεχίσεις και δεν με ακούς, θα φύγουμε από το σπίτι, θα μας διώξουν, δεν θα έχουμε να φάμε”».
Λίγο αργότερα, όπως περιγράφει, η γιαγιά της την άφησε σε ορφανοτροφείο.
«Το δεύτερο τραύμα ήταν όταν με πήρε η γιαγιά και μου λέει “θα σε πάω κάπου”. Όταν φτάσαμε εκεί ήταν ένας κύριος απέναντι και λέω “εδώ θα με αφήσει”. Στο ορφανοτροφείο».
«Τελικά με άφησε στο ορφανοτροφείο. Της άρπαξα την τσάντα για να μη φύγει. Γύρισε ο κύριος, ο διευθυντής, και μου είπε ότι είσαι κλέφτρα. Και με τη λέξη “κλέφτρα” της άρπαξα την τσάντα και με άφησε εκεί στο ορφανοτροφείο χωρίς καμία εξήγηση, χωρίς απολύτως τίποτα».
Θυμάται επίσης τη στιγμή που η γιαγιά της την έβαλε να τηλεφωνήσει στον πατέρα της, ο οποίος νοσηλευόταν ακόμη στο νοσοκομείο. «Ήταν στο νοσοκομείο χωρίς εγώ να ξέρω τίποτα και μου λέει “θα πάρουμε τον μπαμπά”. Και λέω “ζει ο μπαμπάς και δεν το ξέρω;”. Και μου λέει “θα του λες δυνατά ‘είσαι δολοφόνος γιατί σκότωσες τη μητέρα μου’”». «Τα μπουρδούκλωσα στο τέλος. Δεν ξέρω πώς τα είπα».
«Και μετά αναρωτιόμουν “τι θα σκέφτεται ο μπαμπάς μου; Ότι τον κατηγορώ”».
«Όταν βρέθηκα στο νοσοκομείο και τον είδα μπροστά μου εκείνος έτρεξε να με αγκαλιάσει ενώ εγώ πήγα να κρυφτώ πίσω από τη γιαγιά. Γιατί λέω “αν είναι δολοφόνος μήπως σκοτώσει κι εμένα;”». «Ήταν πράγματα αφύσικα για ένα παιδάκι τόσο μικρό».
Η Ελένη Κουτσούδη Ιόλα λέει πως το πιο δύσκολο στη διαδικασία της συγγραφής δεν ήταν να θυμηθεί, αλλά να επιστρέψει ξανά σε όσα είχε ζήσει. «Όχι, τα θυμόμουν πάρα πολύ καλά. Δεν είχα πρόβλημα σε αυτό. Το πρόβλημά μου ήταν ότι το ξαναζούσα το πράγμα από την αρχή. Ήταν μέρες που σταματούσα. Δεν μπορούσα. Δηλαδή μου πήρε πιο πολύ χρόνο να γράψω αυτό το βιβλίο, συγκριτικά με το πρώτο, γιατί ήταν δύσκολο το θέμα».
Μιλώντας για το τραύμα, εξηγεί ότι, ακόμη κι αν δεν εξαφανίζεται ποτέ εντελώς, σήμερα υπάρχουν τρόποι να αντιμετωπιστεί. «Σήμερα υπάρχουν πολλοί τρόποι να το αντιμετωπίσεις. Όσο πιο νωρίς το πιάσεις τόσο καλύτερα είναι. Βέβαια υπάρχουν και πολύ σοβαρά τραύματα που πάντα κάτι θα μένει, αλλά τουλάχιστον θα μπορείς λίγο να το ελέγχεις. Την εποχή μου δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα. Αν κάποιος δεν ακολουθήσει αυτό το δρόμο και δεν κάνει ψυχοθεραπεία, διαιωνίζεται και επαναλαμβάνεται. Όταν βρίσκεσαι σε μια κατάσταση που μοιάζει με αυτό, αμέσως ξεκινάει από την αρχή».
Θυμάται ότι ως παιδί μεγάλωσε με έναν μόνιμο φόβο εγκατάλειψης, ο οποίος συνδέθηκε ακόμη και με ιστορίες που της έλεγε η μητέρα της. «Σαν παιδί δεν πέρασα και πολύ καλά και στη συνέχεια γιατί ο μπαμπάς ήταν μόνος του. Ήταν και το παραμύθι της μαμάς, που μου είχε πει την ιστορία της Σταχτοπούτας. Κάθε φορά που σιδέρωνε μου έλεγε “αν πεθάνω εγώ θα έχεις κι εσύ μια μητριά σαν της Σταχτοπούτας”. Αυτό ήταν τραγικό για μένα. Και δυστυχώς πέθανε η μητέρα μου, οπότε έμεινε αυτό μέσα μου και με ακολουθούσε συνέχεια αυτός ο φόβος».
Παραδέχεται ότι αυτό το αίσθημα δεν έφυγε ούτε όταν μεγάλωσε. «Μέχρι που έφυγε ο μπαμπάς μου, που ήμουν είκοσι τριών ετών, δεν το είχα ξεπεράσει. Φοβόμουν αν θα παντρευτεί. Και το λέω και στο βιβλίο: μια μέρα ψαχούλεψα τη ντουλάπα και βρήκα παιδικά ρούχα και θεώρησα ότι μπορεί να έχει κάποιο παιδί. Ήταν πολύ μεγάλο άγχος. Και ήμουν πια μεγάλη».
Η επιλογή να σπουδάσει ψυχολογία συνδέθηκε άμεσα με την ανάγκη να καταλάβει τι είχε συμβεί. «Ναι, ήθελα να καταλάβω εγώ πώς συνέβησε, τι έγινε, τι μπορώ να κάνω, πώς μπορώ να το διορθώσω και τα λοιπά. Γιατί τότε δεν είχε θεραπεία τέτοιου είδους. Και γι’ αυτό ακολούθησα αυτό το δρόμο και στη συνέχεια εξελίχθηκε. Και βέβαια γιατί θέλω να βοηθήσω ανθρώπους που έχουν περάσει παρόμοιες εμπειρίες. Πάντα με ρωτούν αν μου αρέσει που έγινα ψυχολόγος και το λέω από τα δεκατέσσερά μου: αν ξαναγεννιόμουν, πάλι ψυχολόγος θα γινόμουν».
Σήμερα λέει πως συγχωρεί πιο εύκολα. «Πολύ πιο εύκολα. Συγχωρώ και συγχώρεσα τη μητέρα μου. Και αυτό έγινε πολύ τελευταία. Είχα αρχίσει και έβλεπα όλα αυτά τα αρνητικά σαν μαθήματα ζωής. Οπότε έλεγα: γίνεται αυτό. Τι έχω να μάθω από αυτό; Και προχωρούσα».
Η περιπέτεια της υγείας της επηρέασε, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει πλέον τη ζωή. «Το 2021 έπαθα καρκίνο του μαστού και το 2023 καρκίνο του πνεύμονα χωρίς να καπνίζω ούτε τίποτα. Ευτυχώς το κατάλαβα έγκαιρα».
«Και εκεί μπήκα μια μέρα στο MRI και ξαφνικά βλέπω μια εικόνα: ένα ηλιοβασίλεμα ως φόντο και μπροστά τον μπαμπά με τη μαμά πιασμένους χέρι χέρι και να χαμογελάνε. Και λέω “ο μπαμπάς έπεισε τη μαμά να είναι γλυκιά και να με προσέχει, να νιώσω ότι με αγάπησε”. Δεν ήθελα να τελειώσει η εξέταση. Και όταν βγήκα πήγα στο σπίτι και την άλλη μέρα έβαλα φωτογραφίες της μαμάς που δεν υπήρχαν στο σπίτι. Και έκτοτε όταν πηγαίνω για εξετάσεις έχω τη φωτογραφία του μπαμπά και της μαμάς μαζί μου στο πορτοφόλι. Με βοήθησε και πάρα πολύ στη σχέση μου με την κόρη μου».
Μιλώντας για το τι σημαίνει ασφάλεια σήμερα, επιστρέφει στον ρόλο της οικογένειας και στην παρουσία των γονιών στη ζωή ενός παιδιού. «Οι γονείς πρέπει να είναι εκεί, παρόντες, πολύ κοντά στα παιδιά. Δυστυχώς σήμερα δεν το βλέπω να λειτουργεί πολύ καλά. Οι γονείς φοβούνται τα παιδιά και οι δάσκαλοι φοβούνται τους γονείς. Ε, τώρα είναι λογικό αυτό;».
«Στο εξωτερικό ο Ιόλας δεν είχε παρεξηγηθεί ποτέ»
Από τη συζήτησή μας δεν θα μπορούσε να λείψει η αναφορά στον Αλέξανδρο Ιόλα, τον θείο της από την πλευρά του πατέρα της και μία από τις πιο εμβληματικές αλλά και αμφιλεγόμενες μορφές της διεθνούς σκηνής της Τέχνης. Χορευτής στην αρχή της πορείας του και αργότερα κορυφαίος γκαλερίστας και συλλέκτης, ο Ιόλας υπήρξε από τους πρώτους που ανέδειξαν καλλιτέχνες όπως ο Άντι Γουόρχολ, ο Μαγκρίτ και ο Μαξ Ερνστ, διαμορφώνοντας μια εντελώς νέα σχέση ανάμεσα στη σύγχρονη τέχνη και τη δημόσια εικόνα της.
«Τα πρώτα χρόνια ο θείος μου ήταν στην Αμερική. Εγώ γεννήθηκα το πενήντα ένα. Εκείνος έφυγε από την Ευρώπη στον πόλεμο, από τη Γερμανία που ήταν και έκανε μπαλέτο και τα λοιπά. Είχε πάει και είχε ξεκινήσει την καριέρα του στην Αμερική. Τότε δεν ήταν τα ταξίδια πήγαιν’ έλα.»
Όπως λέει, ο Ιόλας και ο πατέρας της ήταν πολύ δεμένοι. «Ήτανε πολύ κοντά. Δηλαδή κιόλας έντεκα μήνες διαφορά είχανε.»
Στα πρώτα χρόνια της ζωής της δεν πρόλαβε να τον ζήσει ιδιαίτερα. «Όχι, δεν τον έζησα, ούτε εκείνος με έζησε πολύ. Ήρθε για το ατύχημα, έμεινε τρεις μέρες και έφυγε.»
Η σχέση τους ουσιαστικά χτίστηκε αργότερα. Θυμάται ότι τη φρόντιζε σαν δικό του παιδί. «Επειδή ήθελε ένα παιδί, με έβλεπε σαν το παιδί του. Με είχε πάει στο σχολείο στο Παρίσι. Μου είπε “θα σε βάλω εσωτερική, θα σε παίρνω Σαββατοκύριακα”. Δεν φοβόμουν πια αυτό. Το είχα ξεπεράσει.»
Οι αναμνήσεις της από εκείνον συνδέονται συχνά με την τέχνη και τις εκθέσεις. «Πηγαίναμε σε πολλές εκθέσεις που έκανε. Με έβαζε μπροστά στους πίνακες και μου έλεγε “ποιος πίνακας σου αρέσει πιο πολύ;”. Είχε έκθεση του De Chirico. Μου έλεγε “ποιος σου αρέσει πιο πολύ;”. Του έλεγα “αυτός” και αποφασιστική κιόλας. Μου έλεγε “το γούστο σου είναι πολύ ακριβό, αλλά μπράβο”.»
Κάποια στιγμή όμως απομακρύνθηκαν. «Δεν τσακωθήκαμε, αλλά απομακρυνθήκαμε, είχε αρρωστήσει και η θεία μου τα είχε κάνει θάλασσα εκεί πέρα δυστυχώς.» Αναφέρεται στην αδελφή του Ιόλα, τη Νίκη. «Τον απομόνωσε. Δεν μπορούσα να τον δω. Έπρεπε να πάρω άδεια για να πάω να τον δω. Δεν ήξερα πώς ήταν. Πήρα γιατρούς και τους πήγα. Τραγωδία.»
Μιλώντας για την εικόνα του Ιόλα στην Ελλάδα, θεωρεί ότι δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ όπως στο εξωτερικό. «Στο εξωτερικό δεν είχε παρεξηγηθεί καθόλου. Με το που πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα, παρεξηγήθηκε από όλους. Μα τον λέγανε αρχαιοκάπηλο, μα τον λέγανε έτσι, μα τον λέγανε αλλιώς. Δεν πέρασε καλά. Και αυτό του στοίχισε. Γιατί γυρνούσε στην Ελλάδα με τη σκέψη ότι “θα βάλω την τέχνη να δουλέψει και στην Ελλάδα”, όπως έκανε τους καλλιτέχνες στο εξωτερικό, έκανε τους Έλληνες. Οι Έλληνες δεν το αναγνώριζαν αυτό.»
«Είχε γίνει και λίγο προκλητικός, αλλά ήταν και αντιδραστικό αυτό. Έξω το βρίσκανε χιουμοριστικό. Εδώ στην Ελλάδα ήταν ευκαιρία να τον επικρίνουν».
Από εκείνον, λέει, κράτησε κυρίως την έννοια της κομψότητας και της παρουσίας. «Με έτρωγε πάντα να είσαι πάρα πολύ κομψή, να είσαι πολύ αυτό. Μια φορά θυμάμαι μασούσα μια τσίχλα και με πήγαινε να περπατήσουμε στην πλατεία Κολωνακίου και μου δίνει ένα χαστούκι.»
Θυμάται ακόμη ένα περιστατικό που την σημάδεψε. «Είχα γίνει στρογγυλή και είχα φορέσει μια μίνι φούστα και μπαίνω μέσα στην γκαλερί και μου λέει μπροστά σε όλους και στα γαλλικά “με τέτοια πόδια τι το θέλεις το μίνι;”»
«Εκείνη τη στιγμή είπα μέσα μου: “Δεν θα επιτρέψω ποτέ ξανά σε κανέναν να με κρίνει γι’ αυτό”».
«Το σπίτι πρέπει να σε ηρεμεί»
Η συζήτηση περνά σταδιακά στον χώρο, στα αντικείμενα και στην αισθητική, έννοιες που, στην περίπτωση της Ελένης Κουτσούδη Ιόλα, μοιάζουν άμεσα συνδεδεμένες με τη μνήμη και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την καθημερινότητα. Στο σπίτι της στην Κηφισιά, ανάμεσα σε έργα τέχνης, λουλούδια και προσωπικά αντικείμενα, τίποτα δεν δείχνει τοποθετημένο τυχαία.
Για την ίδια, ο χώρος όπου ζούμε επηρεάζει άμεσα τον τρόπο που αισθανόμαστε. «Για μένα είναι πάρα πολύ σημαντικός. Δηλαδή θέλω να μπαίνω μέσα και να νιώθω ότι είμαι ζεν. Τα παιδιά μου με κοροϊδεύουν, με κοροϊδεύουν εντός εισαγωγικών, γιατί ας πούμε πάμε σε ένα εστιατόριο καινούργιο και τους λέω “πώς είναι η ατμόσφαιρα;”. Μου λένε “πάλι το ζεν κοιτάς;”. Μα γιατί; Είναι η ατμόσφαιρα.»
Λέει πως θέλει όποιος μπαίνει στο σπίτι της να αισθάνεται άνετα. «Ναι, να νιώθει έτσι άνετα, να μην κουμπώνεται. Γι’ αυτό έχω βάλει και πολλά λουλούδια και έργα τέχνης.»
Πολλά από τα αντικείμενα του σπιτιού συνδέονται με μνήμες και πρόσωπα της ζωής της. «Το τραπέζι αυτό, η βάση ήταν ενός καλλιτέχνη του Ιόλα που το χάρισε. Τα κηροπήγια του Takis. Τα φαγιούμ αυτά τα αγαπάω πάρα πολύ γιατί αγαπάω πάρα πολύ την Αίγυπτο.»
Η επιστροφή της στην Αίγυπτο έγινε όσο έγραφε το βιβλίο. «Γύρισα όταν έγραφα αυτό το βιβλίο γιατί έψαχνα να βρω το σπίτι τους, την οικογένεια. Ήταν κοντά στα εξήντα χρόνια που δεν είχα πάει. Όταν είδαν ελληνικό διαβατήριο γύρισαν και μου είπαν “Welcome home”. Και λέω στην Ελλάδα, στη χώρα μου, δεν το ακούω ποτέ αυτό.»
Για την αισθητική, μιλά κυρίως μέσα από την αίσθηση του χώρου και του φωτός. «Θέλω να έχει χώρο καταρχήν, να μην είναι στριμωγμένα πράγματα. Να έχω παράθυρα, να μπαίνει φως. Δεν μπορώ το σκοτάδι. Και γενικώς να βάζω πράγματα που εμένα μ’ αρέσουν.»
Η κουβέντα οδηγείται φυσικά στην τέχνη και ιδιαίτερα στον Ρενέ Μαγκρίτ, τον οποίο γνώρισε μέσα από τον κύκλο του Ιόλα. «Θα σας πω κάτι. Από τους καλλιτέχνες του Ιόλα, αυτόν που αγάπησα πάρα πολύ ήταν ο Μαγκρίτ. Αυτός μου άρεσε σαν άνθρωπος τρομερά. Ήταν ευγενέστατος. Πήγαινε να ζωγραφίσει και φορούσε τη γραβάτα του, το πουκάμισό του. Ο Μαγκρίτ μιλάει στην ψυχή μου πάρα πολύ. Μπορεί να με κάνει να κλάψω.»
«Διάβασα ότι η μητέρα του στα έντεκά του αυτοκτόνησε. Έφτιαχνε καπέλα και το μετέφερε στους πίνακές του».
Παρότι, όπως λέει, δεν δένεται εύκολα με αντικείμενα, υπάρχουν κάποια που αγαπά ιδιαίτερα. Γενικώς με τα αντικείμενα δεν συνδέομαι εγώ πολύ. Έχω κάτι χειροποίητα του Νταλί. Αυτά τα αγαπώ πάρα πάρα πολύ. Είναι σαν πεταλούδες. Πάρα πολύ μ’ αρέσουν.»
Μιλώντας για το τι θα ήθελε να κρατήσει ο αναγνώστης από το βιβλίο, επιστρέφει ξανά στην ανάγκη να μιλά κανείς ανοιχτά για όσα κουβαλά μέσα του.
«Οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να ανοίγονται. Όσο πιο πολύ ανοίγεσαι, αλλάζεις πάρα πολύ τον χαρακτήρα σου. Από την ημέρα που συγχώρεσα τη μητέρα μου, βλέπω το θετικό κομμάτι και όχι το αρνητικό.»
Κλείνοντας τη συζήτησή μας, επιστρέφει στους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα της όλα αυτά τα χρόνια και που, όπως λέει, τη βοήθησαν να σταθεί ξανά στα πόδια της. «Ήταν τα παιδιά μου, ο άντρας μου, οι φίλες μου.»
Δείτε τη συνέντευξη της Ελένης Κουτσούδη Ιόλα:
Το βιβλίο «Οι Ερινύες του Χθες» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Mediterra Books.