Μαριάννα Πουρέγκα: «Έχω πολύ συναίσθημα μέσα μου που συχνά δεν ξέρω τι να το κάνω»
Η Μαριάννα Πουρέγκα ήθελε να γίνει γιατρός αλλά σπούδασε Λογιστική, προτού ακολουθήσει το θέατρο που αγαπούσε από παιδί. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάρισα. Στην Θεσσαλονίκη πήγε όταν μπήκε στο Πανεπιστήμιο.
Τελικά αποφοίτησε απ’τη σχολή του ΚΘΒΕ. Στην Αθήνα κατέβηκε για μια παράσταση και έμεινε. Ζει στην Κυψέλη.
Φέτος ξεκίνησε τη χρονιά με το «Άρωμα γυναίκας» στο θέατρο Βρετάνια και συνεχίζει με τον ρόλο της Ελένης στην τηλεοπτική σειρά «Μια νύχτα μόνο».
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λάρισα. Ήμουν τυχερή γιατί πρόλαβα τις αλάνες. Ήταν τα τελευταία αθώα χρόνια, χωρίς κινητά και υπολογιστές, με δραχμή. Θυμάμαι έντονα τα παιχνίδια με τα άλλα παιδιά -λάστιχο, σχοινάκι, αμπάριζα. Ωραία χρόνια. Όχι απόλυτα ξένοιαστα. Ήμασταν μια συμβατική, κανονική οικογένεια. Έχω έναν αδελφό τέσσερα χρόνια πιο μικρό κι έναν ακόμα, απ’τον δεύτερο γάμο του μπαμπά μου, είκοσι ένα χρόνια μικρότερο.
»Απ’τη Λάρισα έφυγα για σπουδές στη Θεσσαλονίκη. Τη λογιστική την έφεραν οι συγκυρίες. Εγώ ιατρική ήθελα να σπουδάσω. Είχα ταχτεί σ’αυτό το όνειρο. Την πρώτη χρονιά των Πανελληνίων έπαθα λοιμώδη μονοπυρήνωση κι έλειψα πολύ χρόνο απ’το σχολείο. Αυτό ήταν ένα πλήγμα για την απόδοσή μου. Έπιασα 17.000 μόρια αλλά όχι την ιατρική. Ξανάδωσα την επόμενη, αλλά ο θεός της ατυχίας με έκανε να μην γράψω τόσο καλά στη χημεία κατεύθυνσης, οπότε μπήκα στη Λογιστική. Κάπως οικονομικά δεν ήμασταν τόσο εντάξει στην οικογένεια, κάπως ο μπαμπάς μου ασχολούνταν με τα οικονομικά εκείνη την περίοδο και κάπως με άφησα να πειστώ ότι θα ήμουν καλύτερα εκεί, χρήσιμη και γρήγορα εκμεταλλεύσιμη.
»Το θέατρο ήδη το σκεφτόμουν. Στο σχολείο ήμουν πάντα η πρώτη που σήκωνε το χέρι σε ό,τι θεατρικό γινόταν. Χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει ήμουν ταγμένη. Στο σπίτι έκανα σκετσάκια για να διασκεδάζω τους δικούς μου, όπως έκανα και σόου μόνη μου στον καθρέφτη… Αλλά στις Πανελλήνιες το φοβήθηκα. Κι είναι αλήθεια ότι και τις δύο χρονιές δήλωσα δέκα σχολές και η 10η επιλογή μου ήταν η Σχολή Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να το έχω πει σε κανέναν.
»Στη Θεσσαλονίκη σπούδαζα και δούλευα, σε μια εταιρεία προώθησης προϊόντων, μοίραζα φυλλάδια. Την Λογιστική την τέλειωσα στην καραντίνα. Την είχα παρατήσει -χρωστούσα δέκα μαθήματα, όταν μπήκα στη Δραματική. Το αποφάσισα στα 22 μου όταν γνώρισα ένα αγόρι που έκανε θέατρο και κάπως του κρατούσα λόγια, πηγαίναμε μαζί σε παραστάσεις, διάβαζα κανένα θεατρικό. Μια μέρα του εξομολογήθηκα ότι πάντα ήθελα το θέατρο και τον ρώτησα τι μπορώ να κάνω. Μου πρότεινε να δώσω στη σχολή του Κρατικού. Δεν ήξερα πως να το κάνω, ήξερα μόνο ότι παίρνουν πέντε κορίτσια κάθε χρόνο. Κάθισα, διάβασα και πήγα κι έδωσα.
»Παρά το άγχος και την αγωνία μου, πήγε καλά. Πέρασα στην πρώτη φάση -κόπηκα στη δεύτερη αλλά είχα πια αποφασίσει ότι θέλω να επιμείνω. Πήγα σ’ένα θεατρικό εργαστήρι και παράλληλα δούλευα για να μπορώ να ανταπεξέλθω. Ξανάδωσα την επόμενη χρονιά και πέρασα. Δεν ήταν εύκολα και στη Δραματική. Δούλευα φουλ ταξιθεσία -γιατί τα οικονομικά προβήματα συνεχίζονταν. Μετά τη σχολή έμεινα οκτώ στο Κρατικό, απ’το 2015 που τελείωσα ως το 2023…
»Προσωπικά είμαι απόλυτα ευγνώμων και ευχαριστημένη για όσα πήρα απ’το ΚΘΒΕ ως τη στιγμή που έφυγα. Είναι δύσκολο να είσαι σ’έναν φορέα τόσα χρόνια. Έχει πολλές παθογένειες όλο αυτό το σύστημα. Θέλοντας και μη επηρεάζεσαι, δεν βγαίνεις τελείως αλώβητος. Κάνεις πράγματα που δεν σ’ευχαριστούν πάντα, επειδή έχεις συμβόλαιο και πρέπει να είσαι σε μια παράσταση κάθε φορά. Όλα τα χρόνια πάλευα να έρθω Αθήνα. Ό,τι ακρόαση γινόταν, ερχόμουν. Και μάλιστα απ’το πρώτο έτος της σχολής. Είχα φτάσει στην 4η φάση σε μια ακρόαση, τότε που στο Εθνικό Μαρμαρινός και Λιβαθινός ετοίμαζαν τα καλοκαιρινά τους. Είχα πάντα την τάση να φύγω, ν’ανοιχτώ. Αλλά δεν μετανιώνω που έμεινα στη Θεσσαλονίκη τόσα χρόνια. Πήρα πολλά, συνεργάστηκα με πολύ αξιόλογους ανθρώπους, έκανα ρεπερτόριο, διαφορετικά είδη και με τους ίδιους συναδέλφους -ένα μάθημα για να μάθεις να συμπράττεις.
»Το 2021, στην καραντίνα έπαθα μια φρίκη παραπάνω και έκανα κάτι που παλιότερα ντρεπόμουν: Συνέταξα ένα βιογραφικό και το έστειλα με mail σε ανθρώπους που ήξερα και δεν ήξερα, εντός και εκτός Κρατικού, για να εκφράσω την επιθυμία μου για συνεργασία. Στην Αθήνα κατέβηκα δύο χρόνια μετά, με αφορμή το θέατρο Πορεία, όταν με πήρε ο Δημήτρης Τάρλοου για να περάσω από ακρόαση. Δεν το πίστευα. Είχαν κρατήσει το βιογραφικό μου.
»Έπαιξα στο “Έγκλημα και τιμωρία” του Ντοστογιέφσκι και στο “Περιλιμπλίν και Μπελίσα” του Λόρκα, που ήταν κι η αφορμή για την ακρόαση. Ήμουν σε δύο παραστάσεις σε μια σεζόν στο Πορεία. Μετά έπαιξα στο “Festen” και φέτος στο “Άρωμα γυναίκας”.
»Την τηλεόραση την ήθελα. Ήθελα να δοκιμαστώ και σ’αυτό το πεδίο γιατί είναι τελείως διαφορετικό. Για το “Απαραίτητο φως” (ΕΡΤ1) δεν έκανα ακροάσεις. Μου έγινε απευθείας πρόταση. Ήρθαν και με είδαν στο “Έγκλημα και τιμωρία”, ο Λάμπης Ζαρουτιάδης ο σκηνοθέτης μαζί με τη Μιρέλλα Παπαοικονόμου και την Κάτια Κυσονέργη. Και μου έκαναν κατευθείαν την πρόταση. Τους ταίριαζα και εμφανισιακά. Η αφορμή για να με ψάξουν όμως ήταν άλλη. Ο Λάμπης μου είπε ότι μια μέρα είχε βρεθεί με μια φίλη του, εκτός χώρου, στην οποία και είχε μιλήσει για τη σειρά που θα έκανε. Εκείνη του πρότεινε να έρθει να δει το “Περλιμπλίν και Μπελίσα” για να δει εμένα -“πήγαινε και θα με θυμηθείς”, του είπε. Ο Λάμπης κράτησε το όνομά μου αλλά στην παράσταση δεν ήρθε. Όταν έψαχνε ηθοποιό για το “Απαραίτητο φως” θυμήθηκε το όνομά μου και με γκούγκλαρε. Η όψη μου ταίριαζε με τον διπλό ρόλο στη σειρά και έτσι ήρθε να με δει. Ναι, πιστεύω και στις συμπτώσεις και στην τύχη.
»Η αλήθεια είναι ότι κάναμε πολλή δουλειά γι’αυτή τη σειρά, πολλές πρόβες, μελέτη ρόλου σαν θεατρική διαδικασία. Κάποια στιγμή τον Σεπτέμβριο του ’24 είχα επανάληψη για το “Έγκλημα και τιμωρία”, επανάληψη για το “Περιλιμπλίν και Μπελίσα”, πρόβες για το “Festen” και πρόβες για το “Απαραίτητο φως”, που ήταν και διπλός ο ρόλος. Είχα δηλαδή να διαχειριστώ πέντε ρόλους, καθημερινά, απ’το πρωί ως το βράδυ. Κάποια στιγμή έφυγαν τα θεατρικά, έμεινε το “Festen” με τις τελικές πρόβες -μια δύσκολη και απαιτητική παράσταση και τα δεκάωρα γυρίσματα απ’τις πέντε το πρωί. Αυτό κράτησε τέσσερις μήνες. Και κάποια στιγμή κράσαρα, λιποθύμησα σε ένα γύρισμα και αφού τελείωσε το “Απαραίτητο φως” άδειασα. Όταν έμεινε κενός ο χρόνος μου, μόνο με την παράσταση το βράδυ, το σύστημά μου δεν ήξερε τι γίνεται. Αρρώστησα.
»Στο “Μια νύχτα μόνο” ήρθε πάλι απευθείας η πρόταση για την Ελένη, απ’τον σκηνοθέτη, τον Στάμο Τσάμη.
»Τώρα, είναι αλήθεια, νιώθω μια ησυχία, μια ανακούφιση, για τα τόσα χρόνια που πάλευα. Πάλεψα πολύ και για να μπω σ’αυτόν τον χώρο και για να μείνω. Έλεγα στους γονείς μου ότι έχω πίστη. Στην πολύ αρχή ήταν λίγο δύσκολα για εκείνους και φοβήθηκαν, αλλά μετά απ’την πρώτη παράσταση -με τον Μοσχόπουλο στην Επίδαυρο, ένιωσαν ότι κάτι καλό γίνεται. Είχαν ανασφάλεια βέβαια, όπως κι εγώ. Αλλά πιστεύω στη δουλειά μου, σ’αυτό που κάνω. Πιστεύω και στο ταλέντο. Σίγουρα κάποιοι άνθρωποι έχουν μια μεγαλύτερη ευκολία, μια μεγαλύτερη έφεση, μια άνεση να εκτεθούν, να δοκιμαστούν. Αλλά είναι και θέμα δουλειάς. Έχω δει πολύ ταλαντούχους που επειδή τα παράτησαν μετά, δεν προχώρησαν. Όπως και άλλους που επειδή δουλεύουν πολύ, προχωράνε.
»Όνειρα δεν κάνω, πάω πάντα βήμα-βήμα. Δεν μου αρέσει και δεν το έχω μάθει να ξανοίγομαι πολύ μπροστά. Δεν το έχω και ανάγκη. Μ’αρέσει αυτό το βήμα-βήμα και ό,τι φέρει. Αυτό που νοιάζει είναι να δουλεύω σε ωραία περιβάλλοντα. Δεν με νοιάζουν οι ρόλοι, αλλά φυσικά θα χαρώ αν έρθει κάτι ενδιαφέρον και δημιουργικό, ένας αξιόλογος συνεργάτης και σκηνοθέτης. Αλλά δεν έχω όνειρο να κάνω αυτόν ή εκείνον τον ρόλο. Με νοιάζει να είναι καλοί οι άνθρωποι και υγιή τα περιβάλλοντα στα οποία δουλεύω. Γιατί εκεί ανθίζω, εκεί νιώθω να αναπνέω καλύτερα. Έχω δει πως είναι τα πιο δύσκολα περιβάλλοντα και δεν είναι ευχάριστο να πρέπει να βγάλεις μια ολόκληρη σεζόν. Ιδίως στο θέατρο που καλείσαι να είσαι παρών, να κοιτάς στα μάτια τον άλλον και να συνομιλείς μαζί του».
Η Ελένη στο «Μια νύχτα μόνο»
«Η Ελένη μου άρεσε σαν ρόλος, σαν χαρακτήρας. Έχει πολλά αντιφατικά στοιχεία κάτι που είναι ενδιαφέρον για έναν ηθοποιό να το προσεγγίσει. Τρυφερή και την ίδια στιγμή βγάζει και τη ζήλεια και την ανασφάλειά της. Απ’τη μια είναι στον άξονά της κι απ’την άλλη μπορεί να βγάλει το φλασκί, να πιεί και να καταρρεύσει. Είναι καλή φίλη, καλή επαγγελματίας, ταγμένη σ’έναν έρωτα, ακόμα και χωρίς ανταπόκριση. Και νιώθω ότι δεν θα ευδοκιμήσει ποτέ στ’αλήθεια αυτός ο έρωτας, αν και δεν ξέρω τα τελευταία επεισόδια -η σειρά τελειώνει τον Ιούνιο.
»Απ’την ηρωίδα μου έχω το στοιχείο της καλής επαγγελματία, το έχω πάρα πολύ. Με νοιάζει να είμαι καλή στη δουλειά μου, να είμαι διαβασμένη, να είμαι στην ώρα μου. Και στο σχολείο καλή μαθήτρια ήμουν -μ’άρεσε και μ’αρέσει να είμαι εντάξει. Ακόμα και στη Λογιστική, καλή ήμουν.
»Όσον αφορά στη φιλία έχω την κολλητή μου και έχω την ευτυχία να έχω και μια παρέα που είμαστε λίγο σαν τα “Φιλαράκια”. Τώρα στην Κυψέλη που μένω, μένουν κι οι φίλοι μου κοντά και το ζούμε όλο αυτό. Κι αν δεν ιδωθούμε, έχουμε την κοινή μας συνομιλία, όπου τα λέμε όλα.
»Εκεί που απέχω πολύ απ’την Ελένη είναι στο κομμάτι που αφορά στα προσωπικά της. Δεν είμαι ένας άνθρωπος που θα φτιάξει παλάτια από χαρτί. Πιστεύω πολύ στον έρωτα, στο συναίσθημα, στην αλληλεπίδραση, αλλά δεν θα περιμένω κάποιον ούτε εθελοτυφλώ. Δεν μου έχει συμβεί ως τώρα και δεν νομίζω ότι θα μου συμβεί και ποτέ. Δεν είναι της ιδιοσυγκρασίας μου. Αν δεν κυλάει κάτι με μια αβίαστη ροή, καλύτερα να μην συνεχίσει. Μεγάλο έρωτα έχω νιώσει, μεγάλη απογοήτευση, όχι, μόνο μικρο-απογοητεύσεις.
»Η Ελένη δεν είναι μια γάργαρη ύπαρξη, είναι διακοπτόμενη. Πολλές φορές έχω εγώ αντίσταση, σαν Μαριάννα, όταν πάω να παίξω την Ελένη. Την κρίνω, της θυμώνω -γιατί τα κάνει αυτά στον εαυτό της; Θα’θελα να την ταρακουνήσω, γιατί τη νιώθω κολλημένη, εγκλωβισμένη.
»Εγώ σαν άνθρωπος θα έλεγα ότι κρύβω μέσα μου ένα ποτάμι. Το σκέφτομαι συχνά αυτό. Έχω πολύ συναίσθημα μέσα μου το οποίο πολλές φορές δεν ξέρω τι να το κάνω. Και τροφοδοτώ τους ρόλους μου μ’αυτό που βιώνω μέσα μου. Και δεν εννοώ ότι φέρνω στη σκηνή ό,τι με ταλαιπωρεί. Αλλά αυτή την ορμή, τη συνεχή ροή που έχω μέσα μου, ναι, τη μεταφέρω στη σκηνή.
»Με ρωτάς αν θα πήγαινα μια νύχτα μόνο μ’έναν άντρα και για ποιο λόγο; Δεν έχω βρεθεί ποτέ σε τόσο ακραία κατάσταση -να πεθαίνει το παιδί μου, αλλά όλο αυτό μου φαίνεται τρομακτικά μακριά από μένα αλλά κι από οποιονδήποτε. Στη σειρά, είναι το επείγον του πράγματος που καθιστά την Αρετή εγκλωβισμένη σ’αυτή τη συνθήκη, χωρίς άλλη επιλογή.
»Διαφωνώ με πάρα πολλά που γίνονται στη σειρά σε ηθικό και ιδιοσυγκρασιακό επίπεδο, αλλά πρακτικά, όλοι, άντρες και γυναίκες, μου φαίνονται πολύ ανθρώπινοι. Αισθάνομαι ότι βλέπω ανθρώπους. Όλοι έχουν έναν νταλκά και είναι αρκετά γήινοι και αναφέρομαι στην ψυχή τους, στους φόβους, στις ανασφάλειές τους.
»Για την ηρωίδα μου θα’θελα ένα happy end. Ιδανικά για μένα το happy end της Ελένης θα ήταν να βρει τον τρόπο να αγαπήσει η ίδια τον εαυτό της και να καταλάβει ότι αγαπιέται όντως από κάποιους ανθρώπους γύρω της. Έχει τους φίλους της, μεν, αλλά επειδή δεν αγαπάει το εαυτό της, δεν νιώθει ικανή να λάβει την αγάπη των άλλων. Σαν να μην της αξίζει να αγαπηθεί -εκεί έχω εντοπίσει το πρόβλημά της. Ιδανικά δεν θα’θελα όλες οι ιστορίες να έχουν happy end, έτσι θα είναι πιο αληθοφανείς.
»Πριν έρθω στην Αθήνα δεν είχα τηλεόραση στη Θεσσαλονίκη οπότε και δεν έβλεπα σειρές. Ερχόμενη εδώ πήρα τηλεόραση. Και κάνοντας τηλεόραση, βλέπω και τηλεόραση, για να έχω επίγνωση τι γίνεται, να γνωρίζω τους σκηνοθέτες και τι δουλειές κάνουν.
»Κακά τα ψέματα η Θεσσαλονίκη είναι, δυστυχώς, πιο αποκομμένη. Όταν ήρθα στην Αθήνα δεν πίστευαν ότι έχω οκτώ χρόνια πίσω μου στο θέατρο. Εδώ πρέπει να συστηθείς απ’την αρχή. Με στεναχωρούσε ότι ενώ κάναμε πολύ ωραία πράγματα εκεί, κανείς δεν ενδιαφερόταν.
»Πάνω στη σκηνή, νιώθω ζωντανή, με την έννοια ότι είναι τόσο ενεργοποιημένο όλο το σύστημά μου, κι αυτή η εγρήγορση, η αδρεναλίνη είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Πέρα απ’το ταλέντο παίζει ρόλο και ο χαρακτήρας των ανθρώπων. Για μένα μετράει το ποιος είσαι πιο πολύ απ’το τι παίζεις και πως το παίζεις. Αν νιώσω ότι κάποια στιγμή χάνω τον εαυτό μου ή κάνω κάτι που δεν με αντιπροσωπεύει, δεν θα μείνω απλά για να μείνω -έτσι τουλάχιστον πιστεύω τώρα.
Μαριάννα Πουρέγκα/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary
»Χαίρομαι που κάνω τηλεόραση αλλά λίγο με ξενίζει ότι πρέπει να κάνεις τηλεόραση για να αποκτήσεις ένα όνομα. Καταλαβαίνω ότι είναι αναγκαίο κακό στις μέρες μας. Ξέρω ανθρώπους που είναι διαμάντια ακατέργαστα, αδιανόητα ταλέντα, και δεν τα ξέρει κανείς. Και το θεωρώ λίγο άδικο να πρέπει να βγεις στην τηλεόραση γιατί αλλιώς δεν σε μαθαίνουν».
«Μια νύχτα μόνο» κάθε Δευτέρα, Τρίτη & Πέμπτη, στις 21.40, στο Mega.