Ευαγγελία Μουμούρη: «Το πιο σημαντικό είναι με τον άνθρωπό σου να κάνεις παρέα»
Η Ευαγγελία Μουμούρη είναι φτιαγμένη από γήινα υλικά. Πηγαία, άμεση, όπως και στη δουλειά της, είναι μια ηθοποιός που δίνει ζωή στους ρόλους της, σαν να βγαίνουν από μέσα της, φυσικά.
Με σπουδές στην Πάντειο και τη Δραματική του Εθνικού, μετρά τρεις δεκαετίες στο θέατρο. Πρόσφατα άφησε πίσω της τη Μερόπη απ’την «Ηλέκτρα», όσο για την Όλγα του «Ριφιφί», θα την κουβαλάει για καιρό μαζί της. Τώρα ανεβαίνει στη σκηνή για τον μονόλογο «Μια κανονική μέρα» της Κατερίνας Γιαννάκου, με σκηνοθέτη τον Σωτήρη Τσαφούλια.
Κατάγεται απ’την Κέρκυρα. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μένει στο Χαλάνδρι.
«Είχα επιλέξει το θέατρο από πάντα. Επειδή είμαι μοναχοπαίδι, από πολύ μικρή η διασκέδασή μου ήταν να κάθομαι στο σπίτι και να παίζω με τη φαντασία μου διάφορα, να σκέφτομαι ότι είμαι αυτό, εκείνο ή το άλλο. Τότε υπήρχε το Θέατρο της Δευτέρας και το ραδιόφωνο της Κυριακής. Δεν ξέρω πως τα είχα ανακαλύψει αλλά θυμάμαι ότι περίμενα να δω, ν’ακούσω κι έφτιαχνα ιστορίες. Θυμάμαι μια φορά, ήταν η ώρα του φαγητού, κι εγώ δεν ήθελα να καθίσω στο τραπέζι χωρίς το ακουστικό στ’αφτιά μου. Μετά, στο Γυμνάσιο είχα βρει έναν τρόπο να βρίσκω εισιτήρια απ’το υπουργείο Νέας Γενιάς και Αθλητισμού και να πηγαίνω σε παραστάσεις.
»Από μικρή έκανα και χορό, ήμουν στα φυτώρια της Κρατικής Σχολής, αλλά δεν συνέχισα στο επαγγελματικό, γιατί η μητέρα μου προτίμησε να μάθω δεύτερη γλώσσα. Δεν ήθελε ν’ασχοληθώ με τα καλλιτεχνικά, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο πατέρας μου δεν είχε κανένα θέμα. Άλλωστε όταν τους το είπα ήμουν ήδη στο Πανεπιστήμιο. Τώρα συνεχίζω να κάνω τραγούδι, μουσική -είμαι πάντα μαθήτρια αλλά είμαι και δασκάλα, διδάσκω σε μια σχολή…
»Το θέατρο με τράβηξε μόνο του, δεν μ’έσπρωξε κανείς. Έδωσα όμως πρώτα εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, στην Πάντειο -Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ. Το ένστικτό μου μου’λεγε ότι θα είχα να κερδίσω πολλά -είχα καθηγητές τον Βέλτσο, τον Χειμωνά. Πίστευα ότι έπρεπε να μπω στο Πανεπιστήμιο για ν’ανοίξω τους ορίζοντές μου, να γνωρίσω νέους ανθρώπους, νέα πράγματα. Έφυγα και στο εξωτερικό, με το Erasmus. Ήθελα να φύγω όσο πιο μακριά γινόταν -ήταν τότε που δεν είχα περάσει στο Εθνικό και το είχα πάρει πολύ βαριά, κι έτσι πήγα στην Πορτογαλία, στην Κοΐμπρα. Ένιωσα πολύ καλά εκεί γιατί μου θύμιζε την Κέρκυρα.
»Έμενα κοντά στο Εθνικό, στον Άγιο Παύλο και πήγαινα συχνά σε παραστάσεις. Ο πατέρας μου ήταν απ’την Κέρκυρα, η μητέρα μου απ’τη Μυτιλήνη, με καταγωγή απ’το Αϊβαλί, Μικρασιάτες. Όλα τα καλοκαίρια στην Κέρκυρα τα περνούσα.
»Ήμουν καλή μαθήτρια. Θεωρούσα ότι στο σχολείο αυτή ήταν η δουλειά μου. Είχα, έχω πειθαρχία. Βέβαια συγκρούεται λίγο μ’όλο αυτό το χαοτικό που έχουν στο μυαλό τους οι καλλιτέχνες. Εγώ λοιπόν και πειθαρχία είχα και αυτό το σκόρπισμα.
»Γυρίζοντας απ’την Πορτογαλία έδωσα για δεύτερη φορά στο Εθνικό και με πήραν. Το’κανα παράλληλα με την Πάντειο. Κι ενώ νόμιζα ότι τα είχα παρατήσει και δεν είχα τελειώσει το Πανεπιστήμιο, έμαθα ότι είχα περάσει όλα τα μαθήματα από τότε κι ότι μπορώ να πάρω πτυχίο. Κι έτσι, προ διετίας, βρέθηκα με τη χαρά 25χρονης να ορκίζομαι με την τήβεννο…
»Κρατάω πάντα τα χρόνια στη Δραματική του Εθνικού με πολύ ωραίες αναμνήσεις -έκανα και φιλίες, σχέσεις, κουμπαριές. Ήμουν μέσα σ’αυτό που ονειρευόμουν από πάντα. Οι δάσκαλοί μας ήταν όλοι απ’το Θέατρο Τέχνης με πρώτο τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο. Είχαμε την Ελένη Χατζηαργύρη, τη Μαρία Σκούντζου, τον Ιάκωβο Ψαρρά. Μετά τη σχολή πέρασα ακρόαση για τον ρόλο της Αντέλας, στο “Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα” του Λόρκα που ανέβαζε ο Σπύρος Ευαγγελάτος στο Εθνικό. Η Βαλάκου που δεν ήταν δασκάλα μου αλλά είχε δει τις εξετάσεις μου, με πρότεινε για την οντισιόν -ήμουν αριστούχος. Ήθελα τόσο πολύ να με πάρουν οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να μην με πάρουν -και με πήραν. Θυμάμαι, παραμονές της πρεμιέρας, μας έπαιρνε μία-μία ο Ευαγγελάτος και μας έλεγε κάτι σχετικό με το θέατρο, κι εμένα μου είχε πει κάτι σαν “να μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα” κι εγώ ένιωσα πολύ άσχημα, ντράπηκα. Κι έτσι όταν μετά, με είδε η Αντιγόνη Βαλάκου να’χω βάλει τα κλάματα, έσκυψε και μου είπε στο αφτί “μην κλάψεις ποτέ ξανά μπροστά σε συναδέλφους σου, μην δείχνεις την αδυναμία σου”. Κι ενώ δεν είχαμε προσωπική σχέση, ήταν πάντα αυστηρή, σκληρή, μετά άλλαξε η σχέση μας. Δουλέψαμε τρεις φορές μαζί. Κι ίσως να την αγάπησα γι’αυτό το αυστηρό και σκληρό. Πήρα και ένα μάθημα: Ότι απ’τους ανθρώπους δεν πρέπει να παίρνεις μόνο το καλό τους, πρέπει να το παίρνεις όλο -αρκεί βέβαια να μην σου κάνουν κακό. Δεν ξέρω αν συμφωνώ με εκείνη τη συμβουλή αλλά την ακούω συχνά στ’αφτί μου.
»Πιστεύω πολύ στο να μοιράζεσαι τα πράγματα. Έκανα φίλους στη δουλειά και κατάλαβα ότι ακόμα κι αν η προσωπικότητα του άλλου δεν σου πηγαίνει, η ψυχή του μπορεί να σου πηγαίνει. Έχω φίλους απ’το σχολείο, απ’το Πανεπιστήμιο, απ’το θέατρο.
»Απ’τους ανθρώπους που με καθόρισαν ήταν ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ξεκάθαρα. Θυμάμαι τον είχα δει στον “Ερρίκο Δ΄” και μετά την παράσταση, αφού είχαν φύγει όλοι, εγώ μπορούσα να σηκωθώ απ’το κάθισμά μου. Πήγα στο καμαρίνι με το πρόγραμμα στο χέρι. Του είπα ότι ήθελα να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό για να με διδάξει εκείνος. Τότε μου είπε ότι δεν αναλαμβάνει πρωτοετείς -ήταν τότε που έδωσα και δεν πέρασα. Μου έγραψε μια αφιέρωση στο πρόγραμμα που ακόμα την έχω -σε καδράκι, κι έφυγα. Τη δεύτερη φορά που έδωσα και πέρασα, είχε αρχίσει να αναλαμβάνει πρωτοετείς κι έτσι τον είχα δάσκαλο. Μετά τον Μιχαλακόπουλο με καθόρισε η Βαλάκου. Ακολούθησε ο Γιάννης Μπέζος, ο οποίος με είδε, μαζί με άλλα παιδιά, σε μια παράσταση. Εγώ δεν ήθελα να κάνω τηλεόραση, ήθελα να κάνω θέατρο. Παίξαμε μαζί του ένα καλοκαίρι στους “Βατράχους” και την επόμενη σεζόν μας πήγε όλους μαζί στην τηλεόραση. Με τον Μπέζο κατάλαβα ότι μπορείς να είσαι και αστείος και σοβαρός και να’χεις και εξουσία και σεβασμό. Με καθόρισε. Και φυσικά μέσω της τηλεόρασης έγινα γνωστή κι έτσι τώρα μπορώ να πω ότι έχω την τύχη να μεγαλώνω μαζί με τους ανθρώπους -με γνώρισαν 25, είμαι 55.
»Στην τηλεόραση έκανα δουλειές που είχαν πολύ κέφι, σαν να ήταν η στιγμή τους -“Το Καφέ της Χαράς”, “Ευτυχισμένοι μαζί”, η “Εθνική Ελλάδος” του Καπουτζίδη. Στην “Ηλέκτρα” είχα την τύχη ο ρόλος της Μερόπης να είναι και κωμικός και δραματικός και εσωτερικός και εξωστρεφής. Δύσκολες συνθήκες, γιατί το καθημερινό δεν είναι εύκολο πράγμα, ωστόσο επί τρία χρόνια μου’δωσε τη δυνατότητα να μην κάνω θέατρο. Όταν μου πρότειναν τον ρόλο αναρωτιόμουν γιατί σε μια σειρά που όλοι θα κλαίνε εγώ θα κάνω τον Καραγκιόζη. Δεν ήξερα τι θα γίνει, που θα πάει. Αγαπήθηκε πολύ η “Ηλέκτρα” απ’τον κόσμο. Και χάρη σ’αυτή τη σειρά έμαθα ότι υπάρχει και ζωή εκτός θεάτρου κι ότι στις οκτώ το βράδυ μπορείς να είσαι έξω κι όχι μόνο μέσα στο καμαρίνι.
»Με τον Σωτήρη Τσαφούλια είχαμε γνωριστεί τρία-τέσσερα πριν έρθει η πρόταση για την Όλγα στο “Ριφιφί”. Ήμουν σε μια πρεμιέρα με την Άννα Μενενάκου (σ.σ. σύντροφος του σκηνοθέτη) και μου τον σύστησε. Μου είπε τότε ο Σωτήρης “είμαι θαυμαστή σας”, κι εγώ έκανα τη χαζομάρα να του πω “δεν σας αδικώ”. Μετά αναρωτιόμουν “τι πήγα και του είπα” κι αν θα είχε καταλάβει ότι έκανα χιούμορ. Σκέφτηκα ότι αν υπήρχε έστω και μια πιθανότητα να συνεργαστούμε, πάει, χάθηκε. Κι όμως: Είναι καλοκαίρι, είμαι στο σπίτι μου, χτυπάει το τηλέφωνο και μια φωνή μου λέει: “Γεια σας, είμαι ο Σωτήρης Τσαφούλιας. Θα κάνω μια σειρά με αυτή την υπόθεση και θέλω να παίξετε”. Μιλήσαμε για τα διαδικαστικά και κλείνοντας του λέω “Θα κρατήσω το τηλέφωνο και θα σας πάρω πίσω για να δω αν είστε όντως ο Σωτήρης Τσαφούλιας” -δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είχε στήσει όλη τη δουλειά χωρίς να μ’έχει δει, ερήμην μου. Αργότερα, όταν τον ρώτησα γιατί μ’επέλεξε, μου είπε “αυτό σκέφτηκα και τίποτε άλλο”. Απόλυτος.
»Απ’την αρχή ο Σωτήρης μου’χε μιλήσει για την ιστορία με το παιδί και τη σχέση του μ’αυτή την οικογένεια -ήταν κάτι πολύ προσωπικό του. Όταν γραφόταν το σενάριο συνδύασε τις δύο ιστορίες. Για μένα αυτός ο άνθρωπος ήταν ένα πολύ μεγάλο δώρο. Είναι σατανικός. Το μυαλό του δουλεύει πολύ γρήγορα. Τρέχει κι εγώ τον ακολουθώ. Δεν τον προλαβαίνω.
»Τα γυρίσματα, αν και δύσκολα, ήταν η πιο εύκολη συνθήκη που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Όλα εξαιρετικά οργανωμένα. Δεν σκεφτόμουν παρά μόνο τη δουλειά μου, αυτό που είχα να κάνω -ένιωθα ασφάλεια.
»Οι δύσκολες σκηνές της Όλγας ήταν όσες είχαν να κάνουν με το παιδί, το παρελθόν, το σπίτι. Όταν στο κινητό μου έχω το βίντεο με τον Παναγιώτη, το αληθινό παιδί, που έλεγε “θέλω να κάνω νάνι” και το έβλεπα πριν αρχίσει το γύρισμα, πώς να μην επηρεαστώ; Όλη αυτή η αδικία σε φορτίζει. Προσωπικά η σχέση μου με τη δικαιοσύνη είναι ισχυρή -ίσως και πιο πάνω απ’την αγάπη, που είναι το ύψιστο. Για μένα η δικαιοσύνη είναι το αγαθό που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε σ’αυτή την κοινωνία. Η σειρά έδειξε ότι όλο αυτό έγινε από κανονικούς ανθρώπους -απόκληρους μεν της κοινωνίας αλλά και κανονικούς. Θα μπορούσαν να κάθονται δίπλα μας. Κι όμως έφτασαν σε ακραίες καταστάσεις.
»Δεν ξέρω αν είμαι των άκρων. Εμένα με καθορίζει πολύ η δουλειά μου. Τα ακραία τα κάνω στις επιλογές της δουλειάς μου. Οπότε όταν πρέπει να παίξω το σωστό, λέω “μην παίξεις το σωστό, παίξε κάτι άλλο, μια ακραία επιλογή” -κι αυτό είναι που μπορεί να προτείνω στον σκηνοθέτη. Στη ζωή ίσως ήμουν ακραία παλιότερα, αλλά όχι πολύ. Βέβαια έχω πέσει στα πατώματα για έρωτες, πως αλλιώς… Αλλά δεν το αναπολώ. Τώρα δεν θα’θελα να τρελαθώ για έναν έρωτα. Βέβαια όταν είσαι έξω απ’τον χορό, πολλά λες.
»Εμείς δουλεύουμε με το νευρικό μας σύστημα, φτιάχνουμε συναισθήματα. Οπότε το κάνεις αυτό στη δουλειά και μετά γυρνάς σπίτι… Αν δεν είχα βρει το θέατρο, δεν θα ήμουν ο ίδιος άνθρωπος. Νομίζω ότι έχω βρει τη φωνή μου μέσα απ’τη δουλειά μου. Βέβαια με αμφισβητώ κάθε στιγμή μέχρι ν’ανέβω στη σκηνή. Όταν όμως μπει ο κόσμος στην αίθουσα είμαι ασφαλής, γιατί έχω προτείνει, έχω δουλέψει, έχω μελετήσει κι όλοι μαζί προχωράμε. Τώρα με τον μονόλογο έχω μια ανησυχία αλλά δεν φοβάμαι, γιατί ο φόβος σε παγώνει. Αυτό που θέλω είναι να’μαι καλά, να δουλεύει το μυαλό και το σώμα μου. Αν υπάρχει μια αναμέτρηση θα είναι με τις αντοχές και το μυαλό μου. Για μένα θα’χει ενδιαφέρον όπως και να πάει.
»Αν λιγοστεύουν οι ευκαιρίες στις γυναίκες όσο μεγαλώνουν; Δεν είναι τρελές στο Χόλυγουντ εκείνες που λένε ότι “όταν παίζουμε εμείς τον πρωταγωνιστικό ρόλο οι αμοιβές μας είναι οι μισές απ’αυτές των ανδρών”. Γιατί ο άντρας μπορεί στα 60 του να τα φτιάξει με μια 25χρονη, και στην τηλεόραση και στο σινεμά και στη ζωή. Μια γυναίκα στα 50 όταν τα φτιάξει μ’έναν 35χρονο, τότε εκείνος είναι …γιος της. Και στο παγκόσμιο ρεπερτόριο υπάρχει πρόβλημα -όταν μεγαλώσουν οι γυναίκες γίνονται παραμάνες, θείες, κι όχι πια ο κεντρικός ρόλος με τις αναζητήσεις του. Τι απασχολεί τη γυναίκα μεγαλώνοντας δεν το συναντάμε.
»Ξέρεις, αυτό που νιώθει η γυναίκα μεγαλώνοντας δεν είναι από μέσα προς τα έξω αλλά απ’έξω προς τα μέσα. Συχνά λέω ότι έχω καταπιεί την πατριαρχία από τότε που γεννήθηκα. Ο ηλικιακός ρατσισμός απέναντι στη γυναίκα δεν ξεκινάει στα 40, έχει ξεκινήσει απ’τα 20, όταν της λένε “είσαι μικρή για να’χεις άποψη”. Μετά στα 40 “είσαι μεγάλη για να κάνεις την πρώτη σου ταινία” και πάει λέγοντας. Νιώθω συχνά ότι όλα αυτά τα έχω ζήσει στο πετσί μου. Κι αν εγώ που είμαι μια γυναίκα που δουλεύει στο θέατρο τα σκέφτεται αυτά, φαντάσου τις άλλες γυναίκες που πρέπει πάντα να είναι “καθωσπρέπει” στη δουλειά τους. Είχα ακούσει μια φράση, ότι οι γυναίκες στα 50-60 γίνονται πια αόρατες. Γι’αυτό και βλέπεις μερικές φορές μεγάλες γυναίκες να φοράνε έντονα χρώματα, για να φανούν, να δειχτούν…
»Δεν είναι εύκολο να’σαι με τον ίδιο άνθρωπο τόσα χρόνια, εγώ είμαι 18 -έχουμε κάνει σύμφωνο συμβίωσης. Πάει μέρα με τη μέρα. Ούτε εκείνος είναι ίδιος ούτε εγώ. Οπότε μια ο ένας κάνει λίγο πίσω, μια ο άλλος λίγο μπροστά, μια χανόμαστε μια ξαναβρισκόμαστε, μας τρώει η καθημερινότητα, μετά ξαναμαζευόμαστε στον πυρήνα μας. Στην πορεία υπάρχουν διάφοροι σταθμοί. Αναρωτιέμαι πως θα συνεχιστεί αυτό. Είναι ένα ταξίδι. Το πιο σημαντικό είναι με τον άνθρωπό σου να κάνεις παρέα. Οπότε, έχω μια προσμονή για το μέλλον…».
«Μια κανονική μέρα» στη σκηνή
«Δεν σκεφτόμουν ποτέ να κάνω μονόλογο. Πως προέκυψε; Συζητούσαμε με τον Σωτήρη για να κάνουμε κάτι μαζί, γιατί εγώ ήθελα να συνεχίσω να δουλειά μαζί του. Ένιωσα μεγάλη ασφάλεια και εμπιστοσύνη και αυτό απέδωσε και ήθελα να καθυστερήσω λίγο το “γεια σου για τώρα”. Κάποια στιγμή μου λέει ότι ήρθε στα χέρια του ένα κείμενο και ότι θέλει να το κάνω εγώ. Και μου μίλησε για το έργο της Κατερίνας Γιαννάκου “Μια κανονική μέρα”. Αλλά εγώ δεν σκεφτόμουν ποτέ να κάνω μονόλογο γιατί μ’αρέσει να παίζω, να παίζω με τους άλλους, με τα παιδάκια. Όλη μου η ζωή είναι η αναζήτηση μιας απάντησης στο ερώτημα “γιατί δεν είμαστε όλοι μαζί”.
»Αλλά και τώρα ζω ομαδικά τη διαδικασία του μονόλογου, μαζί με τον Σωτήρη, την Καρολίνα Ζαπατίνα που είναι η βοηθός του, το δεξί του χέρι, όλους. Κι έτσι νιώθω ότι πάλι ομαδική δουλειά είναι. Το είχα έννοια βέβαια, αλλά σιγά-σιγά πάει στην άκρη η αγωνία του μονόλογου.
»Πρόκειται για την ιστορία μιας γυναίκας που χάνει τον άντρα της, ο οποίος έχει αυτοκτονήσει λόγω οικονομικών προβλημάτων. Τη συναντάμε μετά την απώλεια. Τη βλέπουμε να αντιμετωπίζει το πένθος, να έχει θυμό γιατί την άφησε μόνη με τα παιδιά τους, ενώ της είχε υποσχεθεί ότι θα είναι μαζί. Κι όλο αυτό την πηγαίνει στην ανακούφιση, την ανάσα, στο “θέλω να ζήσω”. Διαβάζοντάς το ήθελα να μεταφέρω την έννοια της απώλειας είτε αυτό είναι ο θάνατος, είτε η απώλεια ενός ονείρου, μιας άλλης ζωής. Και πως στεκόμαστε όρθιοι μετά… Και η ηρωίδα αναρωτιέται πως πας και πεθαίνεις όταν αγαπάς κάποιον, όταν σ’αγαπούν οι άλλοι, η γυναίκα, τα παιδιά σου. Την ακολουθούμε σε όλη αυτή τη διαδικασία μέχρι να επιλέξει τη ζωή…
»Προετοιμάζοντας την παράσταση έλεγα ότι ήθελα να γίνω μόνον το μέσο για να πω το κείμενο και να μην εμπλακώ συναισθηματικά, να μείνω απ’έξω. Αλλά δεν γινόταν. Δεν ήξερα ότι θα γίνει προσωπικό -πρόσφατα σκοτώθηκε ένας φίλος μου στον Όλυμπο, συμφοιτητής μου απ’την Πάντειο. Κι ένιωσα ότι με τον μονόλογο έκανα τη φίλη μου τη Μαρία, τη γυναίκα του -που είχε θυμό…
»Έχω βιώσει απώλειες, όλοι έχουμε, με την απώλεια του πατέρα μου, στα 24 μου χρόνια να είναι ιδιαίτερα σκληρή. Και τώρα που το σκέφτομαι ήταν σαν αυτοκτονία, σαν να φεύγει σιγά-σιγά, μέσα στη δεκαετία που είχε σταματήσει να ταξιδεύει. Ήταν ναυτικός. Γύρισε στα 40 του και έφυγε στα 50. Είχα σοκαριστεί πολύ. Δεν πένθησα ποτέ, δεν ήξερα πως να πενθήσω. Δεν μας μαθαίνουν τα συναισθήματα απ’το σπίτι μας, κι αν μας τα μαθαίνουν δεν μας μαθαίνουν τα δυσάρεστα -το πένθος, τον θυμό…
»Ο μπαμπάς μου πέθανε ακριβώς τη στιγμή που ξεκινούσα τη δουλειά μου -οπότε δεν υπήρχε περιθώριο να πενθήσω. Και μπήκα να κρυφτώ μέσα στο θέατρο, μάλλον….
»Μετά το “Ριφιφί” πήρα ένα κύμα αγάπης και από συναδέλφους και απ’τον κόσμο. Υπάρχουν ηθοποιοί που λένε ότι διαχωρίζουν τη δουλειά απ’τη ζωή τους -ναι, είναι ένας τρόπος. Αλλά η δουλειά μας έχει να κάνει με ανθρώπους, είσαι με τον άλλον, κοιτάς τα μάτια του, παίρνεις απ’την ανάσα του, περιμένεις την ατάκα του. Οπότε δεν ξέρω πως γίνεται αυτό, το ακούω, το σέβομαι, αλλά δεν το καταλαβαίνω. Αν ήθελα μια δουλειά που να πηγαίνω, να την κάνω και να μην σκέφτομαι τίποτα, τότε θα έκανα μια άλλη δουλειά, θα έβγαζα και περισσότερα λεφτά. Προσωπικά δεν θέλω να τα διαχωρίζω. Πιστεύω ότι για κάποιον άλλον λόγο κάνουμε αυτή τη δουλειά, εγώ τουλάχιστον. Για αυτό το “όλοι μαζί”. Κι όσο με κρατάει το θέατρο, γιατί το θέατρο σε κρατάει και το θέατρο σε διώχνει, θα συνεχίσω…».
«Μια κανονική μέρα» της Κατερίνας Γιαννάκου. Σκηνοθεσία Σωτήρης Τσαφούλιας. Θέατρο Έργον: Πρεμιέρα 11 Οκτωβρίου
«Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια. Από Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου και κάθε Δευτέρα-Τρίτη & Τετάρτη στις 22.00