Η συμβολή Yayoi Kusama στη μόδα

Yayoi Kusama: Η ηγερία των πουά και η συμβολή της στη μόδα

«Ο πλανήτης μας δεν είναι παρά μία κουκκίδα ανάμεσα σε εκατομμύρια άστρα στο σύμπαν. Όταν δημιουργώ, μάχομαι απέναντι στον πόνο, το άγχος και τον φόβο την κάθε μέρα και η μόνη μέθοδος που έχω βρει να απαλύνει την ασθένειά μου είναι να συνεχίζω να δημιουργώ». Με αυτά τα λόγια η Yayoi Kusama, πέρα από την αφοσίωσή της στην τέχνη, αναλύει και τη σημασία του περίφημου dot. Το δικό της ιδεόγραμμα, που οι εμμονικές αντηχήσεις του ξεπέρασαν τους συνήθεις χώρους εκθέσεων και τις γκαλερί, κατακλύζοντας το πεδίο της μόδας και καθιερώνοντας το φαινόμενο “kusamify”. Την «κατάληψη» του περιβάλλοντος, του σώματος και των ενδυμάτων με τις διάστικτες βούλες, αλληλένδετες με το αέναο στη σκέψη της.

Και είναι μέσα από το ένδυμα που, κατά μία έννοια, ξεκίνησε η καλλιτεχνική της απελευθέρωση. Ράβοντας κρυφά χαρτονομίσματα πολλών δολαρίων στη φόδρα των ρούχων της για να παρακάμψει τους αυστηρούς νόμους περί μεταφοράς συναλλάγματος, η Γιαπωνέζα καλλιτέχνις, που σπούδασε την παραδοσιακή ζωγραφική της «νιχόνγκα» στη Δημοτική Σχολή Τεχνών και Χειροτεχνίας του Κιότο τη δεκαετία του ‘50, βρέθηκε στο Σιάτλ και μετέπειτα στη Νέα Υόρκη για να δραπετεύσει από τους άτεγκτους κανόνες της πατρίδας της και να ζήσει από κοντά το κύμα του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού. Οι πρώτες της καταγραφές, γύρω στο 1957 την αποτυπώνουν να περπατά στην Πόλη που δεν κοιμάται ποτέ με το ανθισμένο ροζ κιμονό της για την περφόμανς «Walking Piece», περιγράφοντας την εμπειρία της ως outsider. Σύντομα, όμως θα κυριαρχήσει στα καλλιτεχνικά δρώμενα, μεταλλάσσοντας το στιλ της και επιλέγοντας αδρά μονοχρωματικά σχέδια ή ακόμα και εφαρμοστές κόκκινες ή πουά φόρμες σαν δεύτερο δέρμα αιλουροειδούς, καθώς κινείται μέσα στα δωμάτια των θαυμάτων, που φιλοξενούσαν τις εγκαταστάσεις της.

Η Kusama και η μόδα των ‘60s

Στην αβαν-γκαρντ σκηνή της Νέας Υόρκης των ‘60s, η μόδα αποτέλεσε κεντρικό μέσο για μία τέχνη ριζοσπαστική, για κοινωνικό σχολιασμό και μία προσωπική μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας. Στη θέση των εμπορεύσιμων, πρακτικών ρούχων εκείνη αντέταξε την κατασκευή ενδυμάτων ως «έναν τρόπο να φοράς τη σκέψη». Ή πάλι το να μην φοράς τίποτε από θέση, οργανώνοντας αντιπολεμικές ή αντικαπιταλιστικές πορείες διαμαρτυρίας στον δημόσιο χώρο και γεμίζοντας γυμνά σώματα με την υπογραφή της, από κουκκίδες.

Η Kusama εγκαινίασε το δικό της πρωτοποριακό brand «Kusama Fashion Company Ltd.» στην Έκτη Λεωφόρο. Η αίσθηση που προκάλεσε οδήγησε το πολυτελές πολυκατάστημα Bloomingdale's να της αφιερώσει το παράρτημα «Kusama Corner». Εκεί, οι δημιουργίες της κινούνταν ανάμεσα στην υπερβολή των πουά και την απουσία μέσα από cut-outs, διχτυωτά πάνελ ή διαφάνειες, που αποκάλυπταν τις ερωτογενείς ζώνες στο σώμα, αμφισβητώντας τα, μέχρι τότε, κοινωνικά ταμπού. Οι «see-through» και «way-out» δημιουργίες της είχαν ιδιαίτερη απήχηση στις γυναίκες που λάτρευαν τα «Jackie O» φορέματα της εποχής. Το «Squid Dress», που μιμούνταν το καλαμάρι με μία κουκούλα στον σχεδιασμό του, υπήρξε το πρώτο statement με τα αποκαλυπτικά κενά στο στήθος.

Το πουά «Couples dress» σε σχήμα υπνόσακου, φτιαγμένο για δύο, απαθανατίστηκε τον Ιούλιο του 1969 από τον φωτογράφο της Village Voice Fred W. McDarrah με τον John Lennon και τη Yoko Ono να ξεπροβάλλουν από τον λαιμό του φορέματος, δίνοντας ένα φιλί. Με στόχο τους να «φέρουν τους ανθρώπους πιο κοντά», τα «Party» και «Orgy» dresses, χωρούσαν εντός τους έως και εικοσιπέντε άτομα, ενώ το προβοκατόρικο «Homo Dress», με το χαίνον άνοιγμά του στα οπίσθια, που διευκόλυνε τη συνεύρεση για όσους δεν επιθυμούσαν να αφαιρέσουν τα ρούχα τους, αποτελούσε μία ακόμα επιθυμία σεξουαλικής απελευθέρωσης.

Διασαλεύοντας τα όρια ανάμεσα στο ύφασμα και στο έργο τέχνης, η Kusama επινόησε την έννοια των μαλακών γλυπτών. Πειραματίστηκε καλύπτοντας επιφάνειες από φορέματα, πουκάμισα και παπούτσια της καθημερινότητας με πυκνές συστάδες από αποξηραμένα ζυμαρικά ή σχηματισμούς φαλλών, ανάγλυφους και παραγεμισμένους με ύφασμα, περνώντας τους με σπρέι στο μεταλλικό χρώμα του χρωμίου, του χρυσού ή του ασημένιου, ενοποιώντας τις οργανικές υφές τους. Για την Kusama το ένδυμα λειτουργούσε ως ένας τρόπος κάθαρσης. Με το να επαναλαμβάνει τα εμμονικά της σχέδια στην απτή ύλη του φορέσιμου, επέλεγε μία χειρονομία, εν είδει προστατευτικής ασπίδας από ό,τι την τρομοκρατούσε, επανακτώντας τον έλεγχο απέναντι στους φόβους της.

Καθώς διερευνούσε το σώμα και τις προσωπικές της καθηλώσεις, η Kusama συνόδευε τα έργα της από ανάλογα «happenings» στην πόλη της Νέας Υόρκης, πρώιμες περφόρμανς που αποκαλούσε «Self-Obliterations». Γεμίζοντας το σώμα με ζωγραφισμένες βούλες, ένιωθε πως εξαφάνιζε το ατομικό εγώ, καθιστώντας το μέρος της συμπαντικής ροής. Η έννοια αυτή συναντάται, όμως και στα ρούχα της.

Όπως στο εμβληματικό πανωφόρι της «Flowers Overcoat» του 1964, διάχυτο από τρισδιάστατα πλαστικά λουλούδια, ένα ακόμα χαρακτηριστικό σύμβολο συνδεδεμένο με την παιδική της ηλικία. Που μέσα του φέρει τη δυαδικότητα της γονιμότητας και της γιορτής και μαζί της παροδικότητας και της φθοράς. Από τις πιο ισχυρές της αναμνήσεις, η Kusama σε διηγήσεις της, ανακαλούσε το βίωμα μιας έντονης παραισθησίας, καθώς κοιτούσε ένα τραπεζομάντιλο με φλοράλ μοτίβο. Σηκώνοντας το βλέμμα της είδε λουλούδια να εξαπλώνονται στο ταβάνι, στα παράθυρα, στο ίδιο της το σώμα και σε ολόκληρο το δωμάτιο, με την ίδια να «χάνεται» μέσα σε αυτό το περιβάλλον.

Το πανωφόρι, όπως και το ασημένιο φόρεμα της ίδιας σειράς του 1966, αντιπροσωπεύει εκείνη την πρώτη εμπειρία της «αυτο-εξάλειψης», αποτελώντας κεντρική φιλοσοφική έννοια στο έργο της, που πηγάζει από αυτή τη «συμβιοτική σχέση» με τις παραισθήσεις και τα επαναλαμβανόμενα σχέδια, που κυρίευαν υπνωτιστικά τη σκέψη της. Καλύπτοντας το ένδυμα με αυτό το συνεχές στοιχείο η καλλιτέχνις αναδημιούργησε εκείνη τη σαρωτική οπτική κυριαρχία. Εξώθησε το όριο ανάμεσα στο μεμονωμένο αντικείμενο και το σύμπαν γύρω του στο να εξανεμιστεί.

Μία αντίστοιχη ιστορία συνέχουν και οι τόσο γνώριμες κολοκύθες στο έργο της. Ανάμεσα σε αναρριχώμενα φυτά με κίτρινα άνθη, η μικρή Kusama, επισκέπτοντας ως μαθήτρια δημοτικού ένα φυτώριο με τον παππού της ,αντίκρισε για πρώτη φορά μια κολοκύθα σε μέγεθος ανθρώπινου κεφαλιού. Καθώς πήγε να την κόψει, εκείνη άρχισε να της φλυαρεί ζωηρά. Μία ακόμα ιδιαίτερη παραίσθηση. Μαγεμένη από την ανάμνηση της χαριτωμένης κολοκύθας, η καλλιτέχνις υιοθέτησε τη μορφή της ως σύμβολο ζεστής πνευματικότητας στον εικαστικό της κόσμο.

Παπούτσια, καπέλα και ψηλοτάκουνα

Κι αν το έργο της και η έννοια της εγκατάστασης αντιγράφηκε κατάφωρα από μεγάλα ονόματα της Pop Art, αρσενικού πάντα γένους, όπως ο Andy Warhol και ο Claes Oldenburg, οδηγώντας στον πρώτο της μεγάλο νευρικό κλονισμό και τη φυγή από τη μητρόπολη των τεχνών το 1973, η Yayoi μέσα από την ασφάλεια της Ψυχιατρικής Κλινικής πίσω στο Τόκιο το 1977, δεν περιορίστηκε στον ρόλο μιας έγκλειστης πρώην δημιουργού, αφημένης στο περιθώριο. Οι ψυχικές της μάχες μετατρέπονταν πάντα σε ένα ποιητικό, εκθαμβωτικό περιβάλλον που μιλούσε για το αέναο, όπως τα «Infinity Rooms» της.

Σε σχέση με τη μόδα, τη δεκαετία του ’80 η καλλιτέχνης συνέχισε να κοσμεί με απεραντοσύνη αντικείμενα, όπως παπούτσια, καπέλα και ψηλοτάκουνες γόβες, εξακολουθώντας το ρευστό παιχνίδι ανάμεσα στο πρακτικό και το φανταστικό και αναζητώντας την ενδυνάμωση πέρα από την παραδεδεγμένη ομορφιά.

Καλύπτοντας τα παπούτσια, σύμβολο κίνησης και προόδου, με τις κουκκίδες της σε έργα όπως το «Shoes» του 1984, η Kusama συνδέει την προσωπική διαδρομή του ατόμου με το ευρύτερο, κοσμικό ταξίδι της ύπαρξης. Με τα καπέλα της (Hat, 1982) διακοσμημένα με βούλες και φιόγκους, μία προφανή μεταφορά για την κάλυψη και τη μεταμόρφωση αλλά και έναν δείκτη ταυτότητας και κοινωνικής θέσης, ο εαυτός επινοείται και καθορίζεται εκ νέου, μέσα στις απεριόριστες δυνατότητές του, όπως ακριβώς και το άπειρο. Ακόμα και εν κρυπτώ, οι διεργασίες της αλλαγής σπινθίζουν σαν τις κουκκίδες της. Η σειρά της «High Heels» εξετάζει τα ψηλοτάκουνα ως σύμβολο αυτοπεποίθησης και περιορισμού. Η θηλυκή τους διάσταση, η σαγήνη και ο δυναμισμός έρχονται σε σύγκρουση με τη σωματική δυσφορία και τους περιορισμούς τους, ασκώντας μία έμμεση κριτική στη βιομηχανία της μόδας.

Η συνεργασία με τον IsseyMiyake

Με την επαναφορά της στο προσκήνιο και ιδιαίτερα μετά την εκπροσώπηση της χώρας της στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1993, η Kusama εισέρχεται στη σφαίρα του mainstream. Το 2000 συμπράττει με τον αριστοτέχνη των πτυχώσεων, σχεδιαστή Issey Miyake, στα πλαίσια του πρότζεκτ A-POC (A Piece Of Cloth). Το A-POC, ένα σύστημα που συνδύαζε την ποιότητα της υψηλής ραπτικής με τη μαζική παραγωγή, αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τον έτερο Ιάπωνα σχεδιαστή μόδας Dai Fujiwara και μεταχειριζόταν το ύφασμα ως ενιαίο σώμα, που μετατρέπεται σε ένδυμα. Προσέβλεπε στη συμμετοχή του πελάτη στη δημιουργική διαδικασία, μέσα από εξατομικευμένα ενδύματα που κατασκευάζονταν από ενιαίο νήμα σε μια προγραμματισμένη υφαντική μηχανή. Κάθε ρούχο αποσπάτο, κόβοντας στις ραφές την ενιαία σωληνοειδή δομή.

Η Kusama έφερε το δικό της πρίσμα στη συλλογή, μετατρέποντας τα ρούχα σε φορέα του καλλιτεχνικού της ιδεασμού. Η εμμονή της με την επανάληψη, την εξάπλωση των κουκκίδων και την κατάργηση των ορίων ανάμεσα στο σώμα και το περιβάλλον ήταν ιδανική για αυτή την πρακτική του ατελεύτητου ενδύματος. Προσθέτοντας το στοιχείο της περφόμανς στην επίδειξη, που παρουσιάστηκε στις 5 Ιουνίου του 2000 στο Fondation Cartier στο Παρίσι, τα φωσφορίζοντα, neon πουά της εμφανίζονταν πάνω στα ενδύματα των μοντέλων κάτω από υπεριώδες φως, ώστε τα Day-Glo χρώματα να αποκτούν μια ψυχεδελική διάσταση.

Η επιρροή της LouisVuitton και η μαζική φρενίτιδα

Η παγκόσμια δημοφιλία της Kusama εκτοξεύθηκε το 2012 χάρη σε μία αναπάντεχη συνεργασία με τον οραματιστή Marc Jacobs, τότε Καλλιτεχνικό Διευθυντή του γαλλικού οίκου και ένθερμο συλλέκτη έργων τέχνης.

Η συλλογή «Louis Vuitton x Yayoi Kusama» προέκυψε μέσα από μια αυθόρμητη συνάντηση στο Τόκιο το 2006, γυρίζοντας το ντοκιμαντέρ του Loïc Prigent «Marc Jacobs & Louis Vuitton». Στο πλαίσιο του ταξιδιού, ο Jacobs επισκέφθηκε την Kusama στο ιδιωτικό της στούντιο. Τότε, εκείνη του πρόσφερε ως δώρο μία τσάντα «Ellipse», την οποία είχε ζωγραφίσει εξ ολοκλήρου στο χέρι με τις «trademark», εμμονικές της βούλες να επικαλύπτουν το εμβληματικό μονόγραμμα LV, γεγονός που πυροδότησε την ιδέα της συνεργασίας.

Η ζωντανή στιγμή που καταγράφηκε on camera δείχνει τον σχεδιαστή εντυπωσιασμένο από την ικανότητά της να δημιουργεί «έναν κόσμο δίχως τέλος μέσα από την τέχνη της». Η συλλογή που παρουσιάσθηκε το καλοκαίρι του 2012 «μια μνημειώδης στιγμή ένωσης της τέχνης με την εμπορικότητα», βασίστηκε στις έννοιες της εμμονής και της κατά συρροή δημιουργίας. Αλλά κυρίως στην αχρονία, που κουβαλά τόσο το έργο της Kusama όσο και το λογότυπο του οίκου: «για πολλούς ανθρώπους, το μονόγραμμα αποτελεί σταθερό στοιχείο. Αντιπροσωπεύει κάτι το συνεχές. Οι βούλες της Kusama αντιπροσωπεύουν επίσης κάτι το συνεχές και διαχρονικό. […] Αυτό το κυκλικό σχήμα που δεν έχει τέλος και συνεπώς είναι άπειρο και που, συνολικά, πιστεύω ότι διαθέτει ζωντάνια και ενέργεια, αντιπροσωπεύει, κατά τη γνώμη μου, μια πραγματική συνεργασία», όπως το είχε εκφράσει τότε ο ίδιος ο Jacobs.

Η πινελιά της πάνω σε πολυπόθητα fashion items, όπως οι τσάντες «Speedy» και «Neverfull» την έφεραν σε επαφή με το ευρύ και ετερόκλητο κοινό της μόδας. Το αδιάβροχο πανωφόρι της γεμάτο βούλες, που έμοιαζε να καλύπτει το ανθρώπινο σώμα έφερε ξανά στο προσκήνιο την πρότερη δουλειά της από τη δεκαετία του ’60. Σαν άλλες σωσίες, τα μοντέλα περπάτησαν στην πασαρέλα με κομψά μαύρα καρέ αναπαριστώντας τη συμμετρική κόμμωση της Kusama καθιστώντας την σε cult είδωλο, ενώ η προώθηση της καμπάνιας συνδυάστηκε με μεγάλης κλίμακας «παρεμβάσεις» σε πολυκαταστήματα, όπως το Selfridge’s στο Λονδίνο με εικοσιτέσσερις αφιερωματικές βιτρίνες και μια γιγάντια φιγούρα της Kusama στην πρόσοψή του, το Printemps Haussmann στο Παρίσι και pop-ups στο SoHo, τη Σιγκαπούρη και το Τόκιο.

Δέκα χρόνια μετά, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Nicolas Ghesquière, το ψυχικό τοπίο της Kusama και η συναισθηματική σύνδεση, που δεν είχε διακοπεί ποτέ, τιμήθηκε με την επετειακή συλλογή «Creating Infinity». Η αναζήτηση μιας καλλιτεχνικής φωνής που θα υπερέβαινε τη διαδοχή των σεζόν στη μόδα έφερε την Kusama ξανά στο επίκεντρο του οίκου. «Η επιθυμία μου είναι να διαδώσω αυτόν τον κόσμο του απείρου στο έπακρο. Αυτή η διαρκής συνεργασία με τη Louis Vuitton αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς αυτή την κατεύθυνση», είχε δηλώσει η ίδια.

Η επαναφορά έγινε με ένα μικρό teaser στην Cruise συλλογή για το 2023 στην Καλιφόρνια. Περισσότερα από 400 σχέδια, όπως ready-to-wear ρούχα, τσάντες, μικρά δερμάτινα είδη, παπούτσια και αξεσουάρ παρουσιάστηκαν σε δύο διαδοχικά drops τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο του 2023.

Η κοσμική ενότητα, το άπειρο και η φευγαλέα ομορφιά εντάχθηκαν στην αισθητική της συλλογής, περιλαμβάνοντας πλέον, πέρα από τις κουκκίδες, τις πυκνές γραφιστικά «Infinity Balls», μοτίβα λουλουδιών παρμένα από τον πίνακα του 1993 «Flower» και τις ζωγραφισμένες κολοκύθες της σε μία παλέτα από ζωηρές αντιθέσεις από βαθύ μαύρο και φωτεινό λευκό, έντονο κόκκινο και σκοτεινό μαύρο, διακριτό κίτρινο με μαύρο ή κλασικό ερυθρό με λευκό. Η υφή της αληθινής πινελιάς της Kusama, αποδόθηκε πιστά πάνω στο δέρμα με τη χρήση της σύνθετης τεχνικής μεταξοτυπίας, που δημιουργούσε το εφέ ενός τρισδιάστατου υγρού αποτυπώματος σαν να είχε ζωγραφίσει μόλις κάθε design η ίδια.

Η παγκόσμιας εμβέλειας καμπάνια αξίας εκατομμυρίων, σε επιμέλεια των διακεκριμένων Καλλιτεχνικών Διευθυντών Ferdinando Verderi και Jamie Brunskill περιλάμβανε “viral takeovers” με τη φιγούρα της Kusama, όμοια με χαρακτήρα ιαπωνικού καρτούν που έχει ζωντανεύσει να εμφανίζεται ως από μηχανής μάγος της μόδας. Η υπερμεγέθης φουσκωτή ρέπλικα της Kusama τοποθετήθηκε σαν να «γαντζώνεται» στη στέγη της κεντρικής μπουτίκ στα Ηλύσια Πεδία του Παρισιού, ενώ στην Πέμπτη Λεωφόρο, ένα υπερρεαλιστικό animatronic ρομπότ της Kusama, σε φυσικό μέγεθος, ζωγράφιζε κουκκίδες απευθείας πάνω στη βιτρίνα του καταστήματος.

Η συλλογή που πραγματεύτηκε «την υπέρβαση των ορίων του χρόνου και του χώρου», έδωσε χώρο για να μετατραπούν οι κουκκίδες σε γλώσσα και οι καθρέφτες πύλες προς τη φαντασία, γεννώντας τον κόσμο του απείρου της Kusama.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η διακριτή ταυτότητα της Kusama εκτάθηκε και στη βιομηχανία της ομορφιάς, δημιουργώντας παράδοξα περιτυλίγματα για έξι Juicy Tubes gloss σε μία συλλεκτική συνεργασία με την, επίσης γαλλική, μάρκα της Lancôme.

Η καλλιτέχνις με την ακατάβλητη ορμή της δημιουργούσε μέχρι και τα ενενήντα επτά της χρόνια, αιχμαλωτίζοντας στο χαρτί τη σωρευτική δύναμη όλων εκείνων των στοιχείων που δεν έπαυσαν ποτέ να της μιλούν, σε διάστημα επτά και πλέον δεκαετιών. Η Kusama μέσα από την πορεία της αναδείχθηκε σε ένα είδωλο της ποπ κουλτούρας, που αναγεννάται συνεχώς. Όπως το σύμπαν που τόσο στοίχειωσε τους συνειρμούς της...