Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς

Ανάμεσα στη Μαρία & τον μύθο: Η έκθεση «Maria La Callas» και η τέχνη του κινηματογραφικού κοστουμιού

Η νέα έκθεση του Μουσείου Μπενάκη σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Ιταλίας αναδεικνύει μέσα από δεκαοκτώ κοστούμια του Massimo Cantini Parini για την ταινία "Maria" του Pablo Larraín τη γοητευτική συνύπαρξη του μύθου και της ανθρώπινης διάστασης της Μαρίας Κάλλας.

«Τα ρούχα είναι η αρχιτεκτονική που βρίσκεται πιο κοντά στο σώμα. Και μεταμορφώνονται πάνω μας», ακούμε στο βίντεο που μας εισάγει στην έκθεση.

Για τον Massimo Cantini Parrini, τον βραβευμένο ενδυματολόγο της ταινίας “Maria” αυτή η μεταμορφωτική δύναμη του ενδύματος, ανάμεσα στη λάμψη και την εσωτερικότητα, που πάντα αποκαλύπτει κάτι από τη δυναμική ενός ατόμου, κινεί τη δουλειά του. «Πέρα από την ύφανση βρίσκεται η ψυχολογία», όπως το εξέφρασε στα πλαίσια της συνέντευξης τύπου.

Και τώρα αποτολμά αυτή την «τρελή ιδέα» του να παρουσιάσει μία έκθεση στο «κατάλληλο μέρος για να κατανοήσει κανείς τη μυθολογία της Κάλλας, στην Αθήνα», όπως σημειώνει ο Massimiliano Giornetti, Διευθυντής του φημισμένου Ινστιτούτου Polimoda της Φλωρεντίας. Ο Parrini, σε συνεργασία με τους σπουδαστές της σχολής επιμελείται με τον ίδιο σεβασμό την έκθεση με τα κοστούμια της ταινίας για το Μουσείο Μπενάκη, τα οποία διατρέχουν τις δεκαετίες από το ’40 έως και το ’70, εμβαθύνοντας στην ιστορία των ανεκτίμητων ενδυμάτων της Κάλλας και τον συμβολισμό τους. Άλλωστε, είναι γνωστό, πως η ίδια κατά καιρούς δεν δίσταζε να ρίξει στην πυρά, παλιά ρούχα της, φορείς οδυνηρών αναμνήσεων καίγοντας τους δεσμούς με το παρελθόν, κάτι που βλέπουμε και σε σκηνή της ταινίας.

Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς

Οι δημιουργίες του «μια άσκηση ευαισθησίας και ακρίβειας», όπως τις περιγράφει ο ενδυματολόγος, που έχει χαρακτηριστεί από τους κριτικούς «αρχαιολόγος της μόδας» επινοούν το ένδυμα όχι μόνο σε σύνδεση με το μεγαλείο της αρχετυπικής ντίβας, αλλά στην πιο ευάλωτη στιγμή της. Εκείνη της οριστικής απόσυρσης. Του «δυστυχισμένου πουλιού που κρύβεται στη φωλιά του και πεθαίνει», όπως είχε πει κάποτε προφητικά η Κάλλας.

Σχέδιο κοστουμιού του διεθνώς αναγνωρισμένου και βραβευμένου Ιταλού ενδυματολόγου Massimo Cantini Parrini για την ταινία Maria του Pablo Larraín (2024)/Archivio Massimo Cantini Parrini

Μέσα από διαφορετικές περιόδους και στιλ, ο Parrini βρίσκει αυτή τη λεπτή ισορροπία της ιστορικής τεκμηρίωσης αλλά και της ελευθερίας του να δημιουργήσει δικά του σχέδια, υποβάλλοντας τον εαυτό του στην αίσθηση πως σχεδιάζει για εκείνη. Μελετώντας τις εκτυπώσεις των υφασμάτων και έχοντας, πολλές φορές στη διάθεσή του μία, οπτική μόνο, κατανόηση των υφών, ο Ιταλός δημιουργός χρειάστηκε να επινοήσει τα ενδύματα της εποχής, υπογραμμίζοντας πως σήμερα σε βιομηχανικό επίπεδο τα υφάσματα δεν έχουν την πυκνότητα και τον όγκο εκείνης της περιόδου. Η ενδελεχής έρευνα των υλικών στηρίχθηκε στο πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τη ζωή της. Γι’ αυτό και σε κάθε λεζάντα η επιμελητική ομάδα έχει προσθέσει έναν κωδικό QR, που οδηγεί στο ακριβές στιγμιότυπο, που απεικονίζει εκείνη να το φορά και όχι απλώς την πρωταγωνίστρια της ταινίας, Angelina Jolie.

Angelina Jolie in Maria. Photo credit Pablo Larraín

Ως προμετωπίδα της έκθεσης, ανάμεσα στα σκίτσα του ίδιου του Parrini, διακρίνουμε τη φράση της που συμπυκνώνει και την ουσία της έκθεσης. «Υπάρχουν δύο πρόσωπα μέσα μου: η Μαρία και η Κάλλας. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι συμβαδίζουν, γιατί στη δουλειά μου η Μαρία είναι πάντα παρούσα. Η μόνη τους διαφορά είναι ότι η Κάλλας είναι διάσημη».

Στο φαντασιακό του κοινού, οι εμβληματικές φωτογραφίες της από τον Cecil Beaton, οι δημιουργίες της σχεδιάστριας Biki από τα χρόνια της δόξας στο Μιλάνο και η καθιέρωσή της σε ίνδαλμα διεθνούς ακτινοβολίας, όχι μόνο με τους όρους της μουσικής αλλά και της μόδας είναι λίγο πολύ γνώριμες. Όμως, ακόμα και ένας μύθος χρειάζεται «καλλιέργεια και βαθιά κατανόηση», για τον Giornetti. Ιδιαίτερα στη δεδομένη χρονική συγκυρία, όπου στον ψηφιακό κόσμο του Instagram κανείς μπορεί εύκολα να κατασκευάσει έναν μύθο, χωρίς κουλτούρα ή ουσιαστικό βάθος γύρω από το ποιος πραγματικά είναι. Γι’ αυτό και η έκθεση αφηγείται την ιστορία της με δύο όψεις. Της Μαρίας και της Κάλλας. Της ευθραυστότητα της γυναίκας πίσω από τον μύθο.

Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς

Μία έκθεση πλασμένη από αντιθέσεις

Η διάταξη του χώρου βασίζεται σε τέτοιες ευδιάκριτες αντιπαραβολές. Στον πρώτο χώρο κυριαρχεί η ρομπ ντε σαμπρ, που φορά η Jolie ερμηνεύοντας την Κάλλας στις τελευταίες μέρες της ζωής της, στο παρισινό διαμέρισμά της στη λεωφόρο George Mandel, τη δεκαετία του ’70. Ένα ένδυμα που ενσαρκώνει την εσωτερικότητα της Μαρίας αλλά και την ιδέα της προστατευτικής «αγκαλιάς». Η συμβολική ερμηνεία του ενδυματολόγου για το πώς την οραματίζεται μόνη, αλλά εξίσου επιβλητική. Με τις ιερατικές πτυχές ακόμα και στην πιο τρωτή της στιγμή.

Μακριά από τα φώτα της σκηνής και τα κοκτέιλ φορέματα της κοσμικής ζωής, η διάτρητη, ανάγλυφη ρόμπα δωματίου από μαλλί και κασμίρ «αποδίδει σχεδόν τη γυμνότητα του σώματος, την οικειότητα μέσα στη θαλπωρή του σπιτιού της. Αυτή η αντίθεση δίνει έμφαση στην ιδιωτική ζωή της Κάλλας. Η πλευρά της αυθεντικότητας και της οικειότητας έχει την πιο μεγάλη σημασία», όπως αναλύουν ο Giornetti και ο Parrini μοιράζοντας πως πρόκειται για το αγαπημένο τους κομμάτι της έκθεσης.

Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς

Απέναντι ακριβώς στέκει ισότιμα το μεταξωτό βραδινό φόρεμα της τελευταίας περιοδείας της με τον Giuseppe di Stefano το 1973, πριν τον επίσημο αποχαιρετισμό της, το οποίο κοσμεί και το πόστερ της ταινίας. Ένα ένδυμα λιτό με κλειστό λαιμό, που δηλώνει «συγκροτημένη αξιοπρέπεια». Γύρω του το κρυφό ηχητικό εύρημα, σαν ψίθυρος ακούγεται να ρωτά «προτιμάτε να σας αποκαλώ Μαρία ή La Callas»;

Τα αποσπάσματα της ταινίας μέσα στην έκθεση διαιρούνται ακολουθώντας αυτή τη διττότητα. Το εσωτερικό και το αποθεωμένο. Σκηνές οικειότητας με τον έμπιστο σοφέρ Ferruccio και την οικονόμο της, Bruna αντιπαραβάλλονται με δημόσιες εμφανίσεις δίπλα στον μεγάλο της ερώτα, τον Ωνάση.

Τα κοστούμια της όπερας εναλλάσσονται με τα σύνολα των κοσμικών εμφανίσεων. Το καφτάνι από χρυσό δαμασκηνό, ο ταφτάς με το διπλό βολάν, το ιβουάρ μεταξωτό τούλι, τα κοσμήματα και τα καπέλα της συνυφαίνονται με τους επιβλητικούς χρωματικούς τόνους των ρόλων. Και μαζί ένα φόρεμα-μεταίχμιο ανάμεσα στην ερμηνεύτρια και το είδωλο. Το μεταξωτό φόρεμα για το εξώφυλλο του δίσκου Verdi Heroines από το 1959.

Στην καρδιά της έκθεσης ο βωμός με την ίδια σαν φοβερή Μήδεια, σχηματίζει τριάδα με τα κοστούμια από την Τόσκα και την Τραβιάτα. Αντίκρυ στην μητροκτόνο, η ιέρεια που συμβολίζει το έλεος, από τη Νόρμα του Vincenzo Bellini.

Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς

Η μεταμόρφωση της Κάλλας

Η φήμη της Κάλλας, που έχει διαποτίσει την ποπ κουλτούρα τόσων διαφορετικών γενεών είναι τόσο ισχυρή που με κάνει να ρωτήσω τον Massimo Cantini Parrini και τον Massimiliano Giornetti για το αν η μεταμόρφωσή της από ασχημόπαπο σε οπερατικό κύκνο είναι συστατικό στοιχείο του μύθου της.Ο Parrini μου απαντά: «Πρέπει να αξιολογήσουμε ότι αυτό που λέμε σήμερα άσχημο μπορεί να ήταν όμορφο εκείνη την εποχή. Σήμερα η Κάλλας με κάποια κιλά παραπάνω μπορεί να θεωρούνταν άσχημη. Εγώ θεωρώ ότι ήταν σε κάθε περίπτωση όμορφη. Όταν συνάντησε τη διάσημη σχεδιάστρια μόδας Biki εκείνη άλλαξε ριζικά όλη της την εικόνα όχι μόνο σε επίπεδο ενδυμάτων αλλά και κομμωτικής και στιλ. Πολλές λυρικές τραγουδίστριες ακολούθησαν το παράδειγμά της, ενώ μέχρι τότε υπήρχε η ιδέα ότι το να έχεις μερικά κιλά παραπάνω βοηθούσε τη φωνή. Επίσης πρέπει να θυμίσουμε ότι ο μύθος είναι αυτό που δεν μπορείς να φτάσεις, που δεν μπορείς να αγγίξεις κάτι που σήμερα δεν ισχύει γιατί μπορείς να δεις το βράδυ, τον οποιονδήποτε με τα εσώρουχά του στο Instagram».

Μουσείο Μπενάκη / Ανδρέας Σχοινάς

Ο Giornetti συνεχίζει:

«Υπάρχει και ένα κοινωνικό πλαίσιο που είναι πολύ σημαντικό. Η Ιταλία βρισκόταν σε μία περίοδο αλλαγής οικονομικής και βιομηχανικής και αισθητικής. Αυτό που συνέβαινε στη Ρώμη με το Χόλιγουντ και μαζί η απαρχή του prêt-à-porter σε αντίθεση με την υψηλή ραπτική της Γαλλίας έδωσε ακόμα μεγαλύτερη έμφαση σε αυτό που συνιστά την έννοια του μύθου. Η ικανότητα της ιταλικής μόδας να φαίνεται πιο δυναμική χάρη στις δημιουργίες της Biki και άλλων σχεδιαστών, τη μεταμόρφωσαν από έναν μύθο σε έναν μύθο σύγχρονο που ζει την εποχή του. Και η Μαρία Κάλλας σε αντίθεση με όσες τα δανείζονται προσωρινά σήμερα αγόραζε τα ρούχα και τα κοσμήματά της».

Η έκθεση MARIA LA CALLAS/Μουσείο Μπενάκη: Ανδρέας Σχοινάς

Κλείνοντας κρατώ τα λόγια του Πρέσβη της Ιταλίας στην Ελλάδα, Paolo Cuculi. «Δεν συνειδητοποιούμε πάντα αμέσως πως αυτό που μας συγκλονίζει σε μια θεατρική παράσταση ή σε μια ταινία είναι συχνά τα ίδια τα κοστούμια, που φορούν οι ηθοποιοί. Λέμε τι όμορφη ταινία, τι συγκλονιστική ερμηνεία. Όμως, όταν επιστρέφουμε σε αυτή για δεύτερη φορά αναζητώντας τι ήταν εκείνο που δημιούργησε αυτή τη μοναδική εμπειρία, διαπιστώνουμε πως μεγάλο μέρος της οφείλεται στα κοστούμια. Με έναν τρόπο, είναι εκείνα που ορίζουν τον ηθοποιό ή την ηθοποιό, που διαμορφώνουν το είδωλο και μένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη μας». Και τα κοστούμια του Massimo Cantini Parrini, φτιαγμένα για να μεταφέρουν κάτι από την ψυχή της Μαρίας έχουν αυτή τη δύναμη.

Η έκθεση θα διαρκέσει έως και τις 13 Σεπτεμβρίου 2026
Aίθουσα Σπυρίδωνος & Ευρυδίκης Κωστοπούλου,
Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού
Κουμπάρη 1, Αθήνα
Ξεναγήσεις στην έκθεση θα πραγματοποιηθούν τις Πέμπτες 18/6, 25/6, 2/7, 9/7, 10/9, ώρα 18:00