Haute Premiere - Υψηλή Μοδίστρα: Η δημιουργός Μαρία Διαμάντη αναδεικνύει τις πρωτοπόρες γυναίκες που άλλαξαν την ιστορία της μόδας
Ένας συναισθηματικός φόρος τιμής σε δεκαεννιά πρωτοπόρες γυναίκες που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην ιστορία της μόδας παρουσιάσθηκε στο Ωδείο Αθηνών στις 10 Ιουλίου για μία και μοναδική βραδιά, μέσα από την έκθεση Haute Premiere-Υψηλή Μοδίστρα: Η καταγωγή της μόδας. Η εμπνεύστριά της, Μαρία Διαμάντη συζητά για το υπόβαθρό της, αποκαλύπτοντας τη μελέτη και το βάθος πίσω από τη δημιουργική διαδικασία του ενδύματος.
Στο δεύτερο υπόγειο του Ωδείου Αθηνών, στη Νέα σκηνή, η μελωδία από τα Νυχτόβια Ζώα του Σταύρου Σιόλα σε καλεί στον χώρο. Όμως, αυτή τη φορά η μουσική δεν έχει τον πρώτο λόγο. Αλλά η μνήμη που ξυπνά μέσα από όλες τις αισθήσεις. Η έκθεση “Haute Premiere-Υψηλή Μοδίστρα” διαπλέκει τους ήχους του πιάνου, τους στίχους από το σονέτο Νο.3 του Σαίξπηρ, το εκτυφλωτικό φως και το θαύμα της χειροποίητης δημιουργίας για να μιλήσει για τη γυναικεία συνεισφορά στον πολιτισμό της ένδυσης. Και μεταγγίζει την αγάπη για τη μόδα με μία μύηση υπόρρητη και συναρπαστική.
Η ένταση της ιστορίας, η έμπνευση και η δημιουργική συνέχεια
Σαν από μία συμπαντική πρόνοια στην ιστορία κάθε δημιουργίας βρίσκουμε συνδέσεις που αναπτύσσουν μία αφήγηση με κοσμολογική χροιά. Το dna ανιχνεύεται το 1869 από τον Φρίντριχ Μίσερ, όταν θα έρθει στη ζωή η Jeanne Paquin η πρώτη γυναίκα που ίδρυσε τον δικό της οίκο μόδας. Το εναρκτήριο δρομολόγιο του Οριάν Εξπρές ξεκινά το 1833, στην ίδια χρονική ευθεία με τη γέννηση της Nina Ricci και της Coco Chanel. Η θεωρία της ειδικής σχετικότητας του Αϊνστάιν δημοσιεύεται το 1905, τη χρονιά που έρχεται στον κόσμο η Claire McCardell, εμπνεύστρια της γυναικείας αθλητικής μόδας του 20ου αιώνα. Η ανακάλυψη του Πλούτωνα το 1930 από τον Κλάιντ Τομπώ συμπίπτει με τη γέννηση της Mary Quant… Σε αυτή τη διαδρομή γεμάτη από κοσμοϊστορικά γεγονότα, οι γυναίκες βρίσκονται στην ένταση της ιστορίας, όχι στις παρυφές της.
Η διάταξη μοιάζει με ένα νήμα ζωής, που δεν παύει ποτέ… Γιατί φέρει μέσα του την αιώνια αναζήτηση της ομορφιάς. Ένα ζωντανό χρονολόγιο από σιφόν και μετάξι, τούλι και κεντημένα κρύσταλλα, μονοχρωμία και αντιθέσεις. Όμως, δεν μένει μόνο στη γοητεία της πρώτης εντύπωσης. Αλλά εντάσσει το ένδυμα στο συμβάν της ζωής. Και στην ανάγκη για συνέχεια.
«Να ανήκεις στον αιώνα, όχι στη χρονιά». Διαβάζουμε ως απόφθεγμα της ιστορικής σχεδιάστριας του Χόλιγουντ, Valentina. Και αυτό το κάλεσμα για διαχρονικότητα εκφράζει τη σκέψη της έκθεσης στον πυρήνα της. Και μαζί τη δημιουργική ανασύνθεση που διασφαλίζει πως τίποτα δεν θα περάσει στη λήθη. «Δες στο γυαλί την όψη σου και σίγουρα θα νιώσεις πως πρέπει από την όψη αυτή άλλη να γεννηθεί… Κι αν δεν αφήσεις πίσω σου μια μνήμη στερεωμένη πεθαίνεις μόνος και μαζί σου η μνήμη σου πεθαίνει», λένε οι στίχοι του Σαίξπηρ που συγκινούν τη σχεδιάστρια Μαρία Διαμάντη και περνούν σαν νοερός σπινθήρας στην επόμενη γενιά των μαθητριών της.
Η Άννα-Σοφία Μαρίνου, μέλος της ομάδας του Ατελιέ, θυμάται την πρώτη της γνωριμία με την έκθεση της Μαρίας Διαμάντη “Ode Couture” στο Μουσείο Μπενάκη στην ηλικία των έντεκα χρόνων, το 2019. Μία έκθεση που, ως ιδέα, προέκυψε και χάρη στην αλληλεπίδραση με τον μέντορα της Μαρίας, τον μεγάλο σχεδιαστή Γιάννη Τσεκλένη. Η ίδια αν και σε τόσο νεαρή ηλικία θέλησε να έρθει σε επαφή με τα ενδότερα της μόδας, με μία μαθητεία που έθεσε τις βάσεις για το δικό της ταξίδι. Η χειροποίητη ανασύνθεσή της στο έργο της Madeleine Vionnet, μία πολύπτυχη βραδινή τουαλέτα από ολομέταξο ταφτά, κεντημένη δαντέλα, γυάλινες χάντρες και φιόγκους από βελούδο χρειάστηκε τρία χρόνια για να τελειοποιηθεί. Μία δημιουργία η οποία «και μόνο από τις λεπτομέρειες στέκει μόνη της αυτόφωτη», όπως παρατηρεί. Η ιδέα της Μαρίας Διαμάντη να συμμετάσχει με ακόμα οκτώ μαθήτριες στην προετοιμασία της έκθεσης ήταν «προνόμιο, ένα σπουδαίο βάπτισμα του πυρός». Μέσα από την έρευνα σε βιβλία, τις ικανότητες και την προσωπικότητα της καθεμίας, προέκυψε αυτή η δημιουργική ανάθεση, μία εσωτερική επαφή με το σύμπαν μίας ιστορικής σχεδιάστριας. Σε εκείνη ήταν που μίλησαν οι κλασικές γραμμές, η ουσία του πατρόν και τα απλά χρώματα της Vionnet…
Σε μια ανοιχτή έκθεση που προσκαλεί όχι μόνο στην αισθητική αποτίμηση της μόδας αλλά και στη διερεύνησή της, οι αρχές της υψηλής ραπτικής παραδίδονται προς μελέτη, με μία ερμηνεία κριτική, προβάλλοντας τις εκλεκτικές συγγένειες των δημιουργών. Τα τοξωτά περιγράμματα της Madeleine Vionnet αντανακλώνται στην μετέπειτα δημιουργία “Mexique” του Christian Dior του 1951 με τις διακοσμημένες χάντρες, που μιμούνται φτερά ή λέπια ψαριών. Και η δημιουργία από μεταξωτό κρεπ και φτερά μαραμπού σε μαύρο χρώμα, αφιερωμένη στην Coco Chanel ανακαλεί το εμβληματικό φόρεμα του Hubert de Givenchy για το Πρόγευμα στο Τίφφανυς.
Για τη Μαρία Διαμάντη, αξία δεν έχουν μόνο οι σχεδιάστριες με την τόλμη της ρήξης. Αλλά και οι «Πρεμιέρες», από τον γαλλικό όρο που σημαίνει την Πρώτη Μοδίστρα σε ένα ατελιέ. Εκείνες που εργάζονται ατέρμονα στα μετόπισθεν, στην υπηρεσία του σχεδιαστικού ονείρου, διασώζοντας την τέχνη της ραπτικής και την κληρονομιά της.
Η λεπτοδουλεμένη κίνηση της υφάντριας μετουσιώνεται στην ίδια την εμπειρία της έκθεσης, διαπερνώντας την επιμέλεια και τις κειμενικές της λεπτομέρειες. Καθώς παρατηρείς το κεντημένο μπούστο που σχηματίζει τη λέξη Haute, μαθαίνεις παράλληλα για τον ακτιβισμό της Katharine Hamnett της Βρετανίδας σχεδιάστριας, που πρώτη καθιέρωσε τις λέξεις και τα πολιτικά μηνύματα στα ρούχα. Αλλά και για την Έλλη Ευαγγελίδη την πρώτη Ελληνίδα, που μεταπολεμικά ίδρυσε οίκο μόδας και καθιέρωσε την εμπορική πρακτική των εκπτώσεων.
«Βλέπεις τον Πικάσο, τον κυβισμό» ακούω δύο επισκέπτριες να σχολιάζουν απορροφημένες κοιτάζοντας το patchwork φόρεμα, που αποτελεί φόρο τιμής στη Sonia Delaunay και δημιουργήθηκε από λουλούδια παλιάς δαντέλας της γιαγιάς της Μαρίας Διαμάντη και μεταξωτές λωρίδες κρεπ ντε σιν, πολύτιμο περίσσευμα από τα υφάσματα της θείας της. Ανάμεσα στις εικοσιτρείς δημιουργίες, δύο στέκουν αλληλένδετες, χέρι-χέρι. Μια νέα απόδοση του ιστορικού Skeleton Dress της, ηγερίας του σουρεαλισμού στη μόδα, Elsa Schiaparelli σε δύο εκδοχές, αποτελεί την πιο τρυφερή εικαστική χειρονομία της έκθεσης.
Μία έκθεση που είναι αφιερωμένη στη σημασία του χρόνου δεν θα μπορούσε να παραλείπει και την προσωπική παράμετρο της εμπνεύστριάς της. Η Μαρία Διαμάντη στο κείμενο της έκθεσης αναφέρεται στον δικό της πολύτιμο οδηγό. Τις καταβολές της. Στον παππού, αρχιφύλακα του Μουσείου της Ακρόπολης αλλά και στη γιαγιά της που ίδρυσε το ατελιέ στον Κεραμεικό. Η ίδια, συνεχίζοντας, έχει αφιερώσει τη ζωή της στην αγάπη για την ιστορία, την επιβίωση της μνήμης αλλά και την ομορφιά που εκφράζεται μέσα από τη δημιουργία της ένδυσης. Το «Αρχείο», εγχείρημα προσωπικό διαφυλάττει δημιουργίες που εκφράζουν τη συμβολή του εν ζωή υποκειμένου, από την πρώτη σκέψη μέχρι την εφαρμογή από το ανθρώπινο χέρι. Η Μαρία Διαμάντη μοιράζεται σκέψεις γύρω από τον διανοητικό προσανατολισμό της έκθεσης, έργο προσωπικό και συλλογικό, που πήρε επτά χρόνια προετοιμασίας και είναι μέρος της αλληλουχίας «Άνθρωπος και Χρόνος». Αλλά και τη σημασία που έχουν τέτοιες πρωτοβουλίες για τον πολιτισμό του ενδύματος στην Ελλάδα.
“HautePremiere”. Μιλήστε μας για τον τίτλο της έκθεσης. Γιατί επιλέξατε αυτή την ονομασία και ποια είναι η συμβολή της «υψηλής μοδίστρας» στο πεδίο της μόδας;
Μ.Δ. Πηγαίνοντας πίσω στο 2019, εκεί όπου ξεκίνησε η τριλογία αυτών των αφιερωματικών εκθέσεων που αφορούν τον άνθρωπο και το αποτύπωμα του στο χρόνο, ο πρώτος τίτλος που δώσαμε, στο πρώτο εκείνο αφιέρωμα που έγινε στο Μουσείο Μπενάκη, ήταν ‘’Ode Couture’’, ‘’Ωδή στη ραπτική’’ δηλαδή, ένα λογοπαίγνιο με τον όρο Haute Couture, επειδή θεωρήσαμε ότι δεν ήταν απλώς υψηλή ραπτική αυτό που κάναμε αλλά μια ωδή, ένας φόρος τιμής σε αυτή.
Στο ίδιο μοτίβο, αφήνοντας στην θέση του το Haute αυτή τη φορά και πειράζοντας το Couture -αντικαθιστώντας το με το Premiere- μας αποκαλύφθηκε ο τίτλος ‘’Υψηλή Μοδίστρα’’ εφόσον ως γνωστόν στο εξωτερικό η πρώτη μοδίστρα κάθε ομάδας στα μεγάλα ατελιέ ονομάζεται Πρεμιέρα. Καθώς λοιπόν το αφιέρωμα αυτό στις Πρωτοπόρες γυναίκες στην ιστορία της μόδας δεν περιλάμβανε μόνο τις Παγκόσμιες Δημιουργούς αλλά και τις περίπου αφανείς Ελληνίδες μοδίστρες που όμως ήταν αυτές που διατήρησαν τον πολιτισμό της δημιουργίας της ένδυσης στην Ελλάδα, αποφασίσαμε να τιμήσουμε τη Μοδίστρα. Αυτό σημαίνει ο τίτλος μας, ο οποίος επιλέχθηκε για να θυμίσει πως οι Πρωτοπόρες Παγκόσμιες Δημιουργοί και οι Ελληνίδες ταλαντούχες και ικανές μοδίστρες των ατελιέ του προηγούμενου αιώνα είναι εξίσου σημαντικές. Οι μεν για ευνόητους λόγους, οι δε γιατί διαφύλαξαν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της άυλης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τον πολιτισμό της δημιουργίας της ένδυσης. Σε λίγα μάλιστα χρόνια και δεδομένου ότι η ύπαρξη των αυτόματων συστημάτων στην παραγωγική διαδικασία θα είναι σχεδόν αποκλειστική, η κληρονομιά τους θα είναι εξαιρετικά πολύτιμος πλούτος.
Έχοντας εστιάσει σε αυτό στην προσωπική σας έρευνα, ποια είναι η σημασία της «θηλυκής προέλευσης του πολιτισμού της ένδυσης» για εσάς; Πώς επηρεάζει, κατά τη γνώμη σας, την εικόνα της γυναίκας για τον εαυτό της;
Μ.Δ. Έχουμε συνηθίσει στη μόδα την συνθήκη του ότι όλοι οι μεγάλοι σχεδιαστές που δραστηριοποιούνται σε αυτήν, να είναι άντρες. Σαφώς αναγνωρίζονται και οι γυναίκες αλλά σκεφτείτε πόσο συχνά ακούμε την λέξη ‘’μόδιστρος’’, ‘’δημιουργός’’, ‘’οραματιστής’’ και ούτω καθ’ εξής. Όλα με αρσενική κατάληξη. Και είναι σαφές ότι υπάρχει ο μύθος πως οι άντρες στα καλλιτεχνικά επαγγέλματα είναι καλύτεροι από τις γυναίκες. Εκτός από λίγες εξαιρετικά δυναμικές σχεδιάστριες που κατάφεραν να χαρακτηρίσουν τον αιώνα τους -όπως η Coco Chanel- υπάρχουν και πολλές που έμειναν λιγότερο γνωστές. Ταυτόχρονα, μελετώντας εδώ και πολλά χρόνια την ιστορία της μόδας, παρατήρησα ότι πολλά σημαντικά επιτεύγματα του παρελθόντος έχουν χρεωθεί σε άντρες σχεδιαστές ενώ λίγα χρόνια πριν κάποια γυναίκα είχε πρωτοπαρουσιάσει αυτή την ιδέα. Αυτή την ιστορική ανακρίβεια ήθελα να υπογραμμίσω με αυτή τη μελέτη, το αποτέλεσμα της οποίας είναι η έκθεση ‘’HautePremiere’’, και ταυτόχρονα να αναβιώσω μια ολόκληρη εποχή όπου οι γυναίκες δημιούργησαν ένα κλίμα επαναστατικής καινοτομίας που στις μέρες μας λείπει. Θεωρώ, σε σχέση με την γυναικεία πρωτοπορία, στο παρελθόν είχαμε πάει πιο μπροστά.
Τώρα ως προς το πως επηρεάζει η έρευνα μου την εικόνα της γυναίκας για τον εαυτό της, θεωρώ πως όποια γυναίκα παρακολούθησε την έκθεση αυτή, θα ένιωσε σίγουρα λίγη από την ορμή που είχαν μέσα τους εκείνες οι γυναίκες και μακάρι να αντλήσει από αυτή την μελέτη αντίστοιχη δύναμη. Όσο για τις μαθήτριες μου που για χρόνια έχουν εμπλακεί με τη μελέτη του συγκεκριμένου θέματος, ελπίζω να πήραν προίκα μια για πάντα το τι είναι ικανές να κάνουν, έχοντας την θηλυκή καταγωγή τους ως απόδειξη δύναμης αντί αδυναμίας.
Στον πυρήνα της έκθεσής σας βρίσκεται ένα γοητευτικό εύρημα, η αντιπαραβολή ιστορικών γεγονότων σε συσχέτιση με τη γέννηση σημαντικών γυναικών για την ιστορία της μόδας. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή; Έχει η έννοια της αφήγησης τον δικό της ρόλο που ανυψώνει την τελική δημιουργία;
Μ.Δ. Ο προηγούμενος αιώνας ήταν ένας αιώνας επαναστατικών ανακαλύψεων, εφευρέσεων, κατακτήσεων, ιστορικών γεγονότων δηλαδή που πήγαν την ανθρωπότητα πολλά βήματα μπροστά στο μέλλον. Το ίδιο έκαναν και αυτές οι γυναίκες για την εξέλιξη της μόδας στο χρόνο. Έτσι, για τη χρονιά που κάθε μια από αυτές γεννήθηκε, αντιπαρέθεσα ένα σημαντικό για την ανθρωπότητα γεγονός όσο σημαντικές έμελλε να είναι τελικά και όλες αυτές οι γυναίκες. Με αυτόν τον τρόπο είχαμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε ότι το 1869, τη χρονιά που ο Φρίντριχ Μίσερ ανακαλύπτει την ύπαρξη στον ανθρώπινο οργανισμό των νουκλεϊκών οξέων (DNA), την ίδια χρονιά σε ένα προάστιο του Παρισιού γεννιέται η Jeanne Paquin. Το 1876, τη χρονιά που ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ αποκτά δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μία εφεύρεση που ο ίδιος αποκαλεί “τηλέφωνο”, την ίδια χρονιά γεννιέται η Madeleine Vionnet. Το 1883, τη χρονιά που πραγματοποιείται το πρώτο προγραμματισμένο δρομολόγιο του Οριάν Εξπρές, την ίδια χρονιά θα γεννηθούν δυο πολύ σημαντικές προσωπικότητες για την εξέλιξη της ιστορίας της μόδας, η Nina Ricci και η Gabrielle Chanel και ούτω καθ’ εξής. Με αποκορύφωμα την πρώτη απ’ όλες, τη Louise Chéruit, που γεννήθηκε το 1866, τη χρονιά που η ανθρωπότητα έζησε τηνΈκρηξη του αστέρα T Βορείου Στεφάνου, τη φωτεινότερη έκρηξη επαναληπτικού καινοφανή στην ιστορία. Έτσι όπως έλαμψαν και αυτά τα αστέρια στο διεθνές στερέωμα και ακόμα και αν τα ίδια έσβησαν πάντοτε θα λάμπουν μέσα στο χρόνο.
Ανάμεσα στα ονόματα που αναφέρονται στην έκθεση βρίσκουμε και λιγότερο γνωστά, όπως η MargretePlattry, η Valentina, η BonnieCashin, η KatharineHamnett και η ClaireMcCardell. Είναι για εσάς κομμάτι του παιδευτικού χαρακτήρα της έκθεσης; Θα θέλατε να τις αναζητήσει το ευρύ κοινό;
Μ.Δ. Θα τολμήσω να σας πω πως είναι για μένα ο πρωταρχικός λόγος για τον οποίο δημιούργησα αυτή την έκθεση. Ανάμεσα στις 17 + 2 πρωτοπόρες γυναίκες στις οποίες εμβαθύναμε, σίγουρα υπάρχουν κάποιες πολύ σημαντικές αλλά και πολύ γνωστές γυναίκες σχεδιάστριες που δεν είχαν καμία ανάγκη ούτε να τις μελετήσουμε, ούτε να τις παρουσιάσουμε. Οι υπόλοιπες όμως, καθώς και η ένταξη τους σε ένα κοινό πλαίσιο με τις υπόλοιπες πολύ γνωστές, τις καθιστά άμεσα ίσες, τις τοποθετεί εκεί ακριβώς όπου ιστορικά ανήκουν, επικοινωνεί το έργο τους και εκπαιδεύει, πρώτα τις δικές μου μαθήτριες και ύστερα και τον κόσμο που παρακολούθησε αυτό το ‘’έργο’’ την Haute Premiere, σε αυτό που θα αποκαλούσαμε: η γυναικεία συνεισφορά στην ιστορία του πολιτισμού της ένδυσης του περασμένου αιώνα. Αυτός ήταν ο στόχος μου και φυσικά θα ήθελα να τις αναζητήσει το κοινό για περεταίρω πληροφόρηση αλλά και έμπνευση.
Η επαναδημιουργία, η ανασύνθεση εμβληματικών δημιουργιών είναι ένας σταθερός τρόπος έκφρασης και μελέτης για εσάς και την ομάδα των μαθητών σας. Τι σημασία έχει αυτή η προσέγγιση; Είναι ένας φόρος τιμής ή και το ερέθισμα για νέα δημιουργία;
Μ.Δ. Αυτός ο τρόπος έκφρασης -όπως πολύ σωστά τον χαρακτηρίσατε- τα πρώτα χρόνια ήταν μέσο μελέτης και οπωσδήποτε φόρος τιμής. Σήμερα και ακόμα περισσότερο στο μέλλον, τον βλέπω μόνο ως αφορμή -μέσω της γνώσης πάντα- για νέα δημιουργία. Στόχος μου είναι να υπογραμμίσω, να θυμίσω και να εντάξω μέσα σε ένα συνολικό ιστορικό πλαίσιο -μέσω της μελέτης- αυτό που συνέβαινε στο παρελθόν. ‘Άλλωστε τέτοιου είδους εκθέσεις γίνονται μόνο από εμένα πάντα σε συνδυασμό με την ομάδα των μαθητών μου, ως μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτούς προτρέπω να μελετήσουν, να γνωρίσουν, και να δημιουργήσουν. Γι' αυτό και δεν έχω κάνει ποτέ προσωπικές αφιερωματικές εκθέσεις, αντίθετα το προσωπικό μου έργο είναι εξαιρετικά πρωτότυπο, είναι τα υφαντικά γλυπτά.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έκθεση “HautePremiere” είναι η οργανική εξέλιξη της πρότερης έκθεσής σας με τίτλο “OdeCouture” που παρουσιάσθηκε στο Μουσείο Μπενάκη; Πιστεύετε ότι οι εκθέσεις μόδας έχουν αρχίσει να εδραιώνονται στο πολιτιστικό πλαίσιο της Ελλάδας και τι θέλετε να προσφέρετε εσείς μέσα από τις δικές σας;
Μ.Δ. Ναι οπωσδήποτε! Η ‘’Υψηλή Μοδίστρα’’, η έκθεση δηλαδή με τίτλο “Haute Premiere”, αποτελεί το δεύτερο μέρος της σύνθεσης που ονομάζεται “Άνθρωπος και χρόνος” και ξεκίνησε με το ‘’Ode Couture’’ στο Μουσείο Μπενάκη το 2019. Η αλληλουχία Παγκόσμιοι Έλληνες Σχεδιαστές (2019), Πρωτοπόρες Γυναίκες στην ιστορία της Μόδας (2026) και το αφιέρωμα στον Γιάννη Τσεκλένη που πρόκειται να ακολουθήσει κατ’ εμέ συνοψίζει την ιδέα της δημιουργίας που βρίσκεται εντός χρόνου και ταυτόχρονα κυριαρχεί στο χρόνο και μετατρέπεται σε “Ισόβια Στιγμή” (Οδ. Ελύτης). Ωστόσο, ενώ οι προηγούμενες εκθέσεις μου επικεντρώνονται στα ενδύματα, η συγκεκριμένη μελέτη φωτίζει κυρίως τις συνδέσεις μεταξύ παλαιών και νέων ενδυμάτων για να διερευνήσει πότε και ταυτόχρονα να αποδείξει πως ένα ενδυματολογικό κομμάτι αλλάζει όντως, πότε δηλαδή – κατά τον Roland Barthes-έχουμε ιστορία.
Το 1985, τη χρονιά που η Αθήνα ανακηρύχθηκε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, λαμβάνει χώρα η πρώτη έκθεση μόδας στην Ελλάδα, σε επιμέλεια της σπουδαίας Ιωάννας Παπαντωνίου, από το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα. Έκτοτε λίγες -αλλά σπουδαίες- εκθέσεις μόδας πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα και -μάλλον- μόνο από τον συγκεκριμένο φορέα. Όμως, αυτό που για μας εδώ είναι σπάνιο, στο εξωτερικό είναι συχνό φαινόμενο -οι θεματικές εκθέσεις μόδας δηλαδή- και πραγματοποιείται από τα μεγαλύτερα μουσεία στον κόσμο, με κορυφαία διοργάνωση την ετήσια έκθεση του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. Και επειδή θα μου άρεσε πολύ να υπάρχει αυτή η δυνατότητα και για τους Έλληνες, ως μέρος της επαφής τους με τον πολιτισμό της ένδυσης, έστω και χωρίς χρηματοδότηση, έστω και χωρίς χορηγούς, με μεγάλες θυσίες και έχοντας αφιερώσει την ζωή μου σε αυτό, τις δημιουργώ.
Στην έκθεση OdeCouture οι στίχοι του Μιχαήλ Αγγέλου για το έργο του χρόνου και τα λόγια της CocoChanel περί πρωτοτυπίας οδηγούσαν στη βαθύτερη σκέψη της. Στην «Υψηλή Μοδίστρα συναντούμε ως προμετωπίδα τη γραφή του WilliamShakespeare από το Σονέτο Νο.3. Έναν ποιητικό στοχασμό για τη διαιώνιση της ομορφιάς στις επόμενες γενιές… Πώς προέκυψε το εννοιολογικό της υπόβαθρο και τι πυροδότησε τη σημερινή έκθεση; Μια φράση, μια δημιουργία ή μια μνήμη της οικογένειάς σας που σας δένει με το ένδυμα;
Μ.Δ. Υπάρχει διάχυτη, μέσα στο σονέτο νο.3 του Σαίξπηρ, η προτροπή για τη διαιώνιση της ομορφιάς και ακόμα περισσότερο η διαβεβαίωση ότι αν κάτι τέτοιο δεν φροντίσουμε να συμβεί, πεθαίνουμε μόνοι και μαζί και η συλλογική μας μνήμη. Πώς ότι παραλαμβάνουμε, οφείλουμε να το εξελίξουμε και να το παραδώσουμε στους επόμενους με σκοπό την διατήρηση και την εξέλιξη του στο χρόνο. Και εφόσον η θεματολογία των εκθέσεων μου δεν είναι ακριβώς η μόδα αλλά το ίδιο το έργο του χρόνου και η διατήρηση της ιδέας στα κατά τα άλλα συντριπτικά αποτελέσματα του, θεώρησα απόλυτα ταιριαστό το σονέτο αυτό να είναι η προμετωπίδα που θα εξηγήσει στους καλεσμένους μου για ποιον ακριβώς λόγο κάνω αυτή την έκθεση. Έχω κι εγώ πολλές φορές όμως αναρωτηθεί τι πυροδότησε την δημιουργία αυτών των αφιερωμάτων-εκθέσεων. Πέρα από το προφανές, την ανάγκη δηλαδή να μελετήσω, να παρουσιάσω και να παραδώσω στους επόμενους ένα έργο, καθώς και το να προτρέψω κάθε καλλιτέχνη να κάνει το ίδιο, φτάνω να καταλήξω πως είναι το δικό μου χνάρι στον χρόνο. Ο τρόπος που απαντάω στην ανάγκη μου να μη χαθούν όσα το ανθρώπινο πνεύμα γεννά. Αφού δε χάθηκαν όσα παρουσιάζουμε ίσως να μην χαθούν και τα δικά μας. Και αυτό είναι η μόνη παρηγοριά στην κοινή ανθρώπινη μας μοίρα.
Βλέποντας δημιουργίες που χρειάστηκαν χρόνια για να ολοκληρωθούν, βρίσκετε πως υπάρχει πάντα η συνάντηση της τέχνης με τη μόδα σε ένα ένδυμα φτιαγμένο στο χέρι;
Μ.Δ. Στο λεξικό της Τζιροπούλου, ‘’πως η ελληνική γονιμοποίησε τον παγκόσμιο λόγο’’, η λέξη vogue, που σήμερα είναι συνώνυμο της μόδας, προέρχεται από το αρχαιοελληνικό βοή που θα πει αυτό που κάνει θόρυβο. Αντίθετα η λέξη μόδα προέρχεται από το λατινικό modus που θα πει τρόπος. Είναι ο τρόπος δηλαδή που επιλέγουμε να εκφράσουμε, να περιγράψουμε και να συστήσουμε τον εαυτό μας. Πέρα λοιπόν από το εφήμερο, αυτό που κάνει θόρυβο, η ίδια η μόδα στην ουσία της, ως τρόπος έκφρασης κυρίως, δε θα μπορούσε παρά να συναντά την τέχνη και μάλιστα στην υψηλή της μορφή, εφόσον για να δημιουργηθούν αυτά τα έργα χρειάζονται εκατομμύρια βελονιές, χιλιάδες ώρες δημιουργίας και μια προσέγγιση βασιζόμενη στον ρομαντισμό του να συνεχίζει κανείς να ράβει με αυτόν τον τρόπο, όπως έραβαν οι άνθρωποι παλιά για να αποτελέσει όλη αυτή η προσπάθεια ένα ζωντανό μουσείο διαφύλαξης αυτής της κληρονομιάς.
Ανάμεσα στις δημιουργίες σας θα μπορούσατε να πείτε ότι υπάρχει κάποια με ιδιαίτερη βαρύτητα και προσωπική χροιά; Συναντούμε ως αρχή των πάντων και ενδεχομένως ως κατακλείδα της έκθεσης τη δημιουργία της γιαγιάς σας από κοινού με την κόρη της και θεία σας…
Μ.Δ. Ναι, είναι μια ξεχωριστή δημιουργία για εμένα, μια δημιουργία που ήθελα πολύ να τοποθετήσω ως κατακλείδα της έκθεσης και μάλιστα έχοντας απόσταση από τις άλλες και μάλιστα με τέτοιον τρόπο -όπως είδατε- να τις κοιτάζει και να συνομιλεί με κάθε μια από αυτές. Η δημιουργία της γιαγιάς μου και της θείας μου, των δυο γυναικών που με δίδαξαν όσα γνωρίζω σχετικά με τη ραπτική. Δεν μιλάω για την μόδα -αυτό είναι ένα πολύ μεγαλύτερο κεφάλαιο και έχω σπουδές πάνω σε αυτό- μιλάω όμως οπωσδήποτε για την ραπτική.
Κατ’ αρχάς γιατί ήταν μια πολύ συμβολική δημιουργία η οποία δεν αφορά μόνο τις ίδιες. Για μένα εκπροσωπεί κάθε Ελληνίδα επώνυμη ή ανώνυμη μοδίστρα που κατά κάποιον τρόπο δεν έχει τιμηθεί ακόμα όπως θα της άξιζε. Ένας λόγος παραπάνω βέβαια είναι πως όσο σημαντικές και να είναι οι πρωτοπόρες γυναίκες για την ιστορία της μόδας, εγώ επειδή είχα στο σπίτι μου τις δύο δικές μου πρωτοπόρες, για εμένα αυτές είναι οι πιο σημαντικές.
Τι επιφυλάσσει η επόμενη μέρα; Θα μπορούσατε να μοιραστείτε κάποιο από τα προσεχή μελλοντικά σας σχέδια;
Μ.Δ. Η επόμενη μέρα θα φέρει πολλά, πολλά και διαφορετικά. Για μένα αυτή η έκθεση κλείνει έναν μεγάλο κύκλο και αυτή την στιγμή μπροστά μου υπάρχει μια στροφή. Δεν θα έλεγα ότι κλείνει τον κύκλο των αφιερωματικών εκθέσεων -άλλωστε η τριλογία ολοκληρώνεται με το αφιέρωμα στον Γιάννη Τσεκλένη, όμως, σίγουρα κλείνει τον κύκλο των ομαδικών εκθέσεων.
Πέρυσι ίδρυσα το Αρχείο, ένα περιβάλλον ψηφιακό και πραγματικό, όπου έργα δημιουργημένα από το ανθρώπινο χέρι και συγκεκριμένα από την οικογένεια μου, από εμένα και κάποια από την ομάδα των μαθητών μου, θα σώζονται στον χρόνο με σκοπό να εμπνεύσουν κάθε μελλοντικό δημιουργό. Αυτό το αρχείο κρύβει μέσα του όλες τις παραδοσιακές τεχνικές ραπτικής, γνωστές ή και όχι στο ευρύ κοινό και στους ειδικούς της μόδας -σπουδαστές, τεχνίτες, σχεδιαστές- που σκοπό έχω να μεταφέρω σε ένα βιβλίο. Αυτό θα είναι η δική μου προσφορά ως προς τη φροντίδα της διατήρησης των παραδοσιακών αυτών τεχνικών -της επιστήμης δηλαδή του πως κατασκευάζονται τα ρούχα- πριν χαθούν.
Τέλος -όπως και πιο πάνω ανέφερα- εδώ και χρόνια, έχω αφιερώσει τη ζωή μου στην κατασκευή των υφαντικών μου γλυπτών (#yfantika_glypta), ένα έργο εντελώς πρωτότυπο που αφορά την τέχνη, μέσω των τεχνικών που πιο πολύ γνωρίζω, των παραδοσιακών τεχνικών ραπτικής. Είναι ώρα να το επικοινωνήσω και να το παρουσιάσω και αυτό.
Αυτά είναι τα μελλοντικά μου σχέδια, όπως και το να συνεχίσω φυσικά να εκπαιδεύω στο ατελιέ μου μελλοντικούς επαγγελματίες αλλά και ερασιτέχνες της μόδας. Μάλιστα τα τελευταία τρία χρόνια -και φέτος θα γίνει ακόμα πιο έντονο- έχουμε επεκταθεί και στην δημιουργία portfolio για πανεπιστήμια μόδας στο εξωτερικό και μάλιστα χτίζουμε μια ωραία φιλία και συνεργασία με το Istituto Marangoni στο Μιλάνο αλλά και όπου υπάρχει το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο.
Ταυτόχρονα δυο καινούρια ομαδικά μαθήματα θα τρέξουν από την επόμενη σεζόν στο ατελιέ μου, γιατί μέχρι τώρα δεν υπήρχαν και θεωρώ έλειπαν, και που έχω αποφασίσει να προσφέρω στους μαθητές μου, είναι το τμήμα που θα παράγει αρχειακό υλικό γι’ αυτό το μελλοντικό μουσείο μόδας που ονειρεύομαι και έτσι οι μαθητές θα έχουν την ευκαιρία να συμβάλουν έμπρακτα στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και το τμήμα στο οποίο οι ήδη μαθητές μου -παλαιότεροι και πρόσφατοι- θα μπορούν να καθοδηγηθούν στη δημιουργία της δικής τους πια προσωπικής συλλογής.
Φωτογραφίες Stelios Stefanou for Maria Diamandi Atelier