Γιατί οι οίκοι μόδας μονοπωλούν το πολιτιστικό παιχνίδι στη Μπιενάλε της Βενετίας;

Η Μπιενάλε έγινε πασαρέλα: Γιατί τα luxury brands κυριαρχούν στη Βενετία

Καθώς ο κόσμος της τέχνης κατακλύζει ξανά τα κανάλια της Βενετίας για την 61η Μπιενάλε, ένα κύμα εισροών από τη βιομηχανία της μόδας πλημμυρίζει την πόλη, επιτρέποντας στα μεγαλύτερα luxury labels να επισκιάσουν τον ανταγωνισμό μετατρέποντας το σημαντικότερο καλλιτεχνικό γεγονός του κόσμου σε μια απόλυτη άσκηση επιρροής και γούστου.

Αν η Μπιενάλε του 2024 φιλοξένησε πολυάριθμες συνεργασίες και παράλληλες δράσεις με ονόματα όπως Dior, Bottega Veneta, Burberry, Chanel, Tod’s, Schiaparelli και Rick Owens, η φετινή διοργάνωση σηματοδοτεί μια σαφή αλλαγή στρατηγικής, καθώς πολλά fashion brands φαίνεται να επενδύουν πλέον στην τέχνη με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και ως βασικό πυλώνα της εταιρικής τους ταυτότητας.

Θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει η «χρονιά της μόδας στη Βενετία». Η χορηγία του Ermenegildo Zegna στο ιταλικό περίπτερο επισφραγίζει μια φιλία δέκα χρόνων με τον καλλιτέχνη και curator της ιταλικής εκπροσώπησης. Η επίσημη συνεργασία του οίκου υψηλής κοσμηματοποιίας Bulgari με τη Μπιενάλε έως και το 2030 διασφαλίζει την ισχυρή παρουσία του για τις επόμενες τρεις διοργανώσεις. Η Bottega Veneta διοργανώνει μια σειρά από ομιλίες καλλιτεχνών σε συνεργασία με το Ίδρυμα Pier Luigi Nervi. Το Fondazione Prada παρουσιάζει μια έκθεση των Arthur Jafa και Richard Prince που αναμένεται να αποτελέσει highlight για την εναρκτήρια εβδομάδα, ενώ η έκθεση του Lu Yang στο Espace Louis Vuitton συνεχίζει έμπρακτα τη στήριξη του γαλλικού οίκου προς τον Κινέζο καλλιτέχνη, μετά και την παραγωγή μίας από τις ταινίες του το 2024. Και αυτές είναι μερικές μόνο από τις συνέργειας μόδας και τέχνης, που διαμορφώνουν το τοπίο της Βενετίας για φέτος.

Η τάση της μόδας να παρεισφρέει στον κόσμο της τέχνης δεν είναι καινούργια. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει. Στην περσινή έκθεση design στο Μιλάνο, για παράδειγμα, ήταν οι προωθητικές ενέργειες των brands από τα Gucci vending machines και τα λογοτεχνικά pop-up κιόσκια των Miu Miu και Jil Sander, μέχρι τις στολές προσωπικού, που σχεδίασε ο Yohji Yamamoto για την Aesop εκείνα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον, επισκιάζοντας ακόμη και το ίδιο το design.

Και τώρα που το ενδιαφέρον της διεθνούς καλλιτεχνικής κοινότητας στρέφεται ξανά στη Μπιενάλε, το σκηνικό της Βενετίας μοιάζει εξίσου σημαντικό με τα ίδια τα έργα που παρουσιάζονται στην πόλη. Άλλωστε, μόλις πριν από έναν χρόνο, ο γάμος του Τζεφ Μπέζος μετέτρεψε τη Βενετία σε σύμβολο μιας νέας χρυσής εποχής, ωθώντας την πόλη σχεδόν να βουλιάξει κάτω από το βάρος αυτού του αδιανόητου πλούτου.

Υπάρχει κάτι μυθικό στην πλωτή πόλη της Ιταλίας και αυτή η ακαταμάχητη γοητεία είναι που εδώ και χρόνια προσελκύει τα, χρηματοδοτούμενα από τον κόσμο της μόδας πολιτιστικά ιδρύματα, στα νερά της. Το Palazzo Grassi και το Punta della Dogana Fondazione του ιδρυτή του ομίλου της Kering και μεγαλύτερου αντιπάλου του ομίλου LVMH, François Pinault, άνοιξαν το 2006 και το 2009 αντίστοιχα, παρουσιάζοντας μέρος της καλλιτεχνικής συλλογής του αξίας 1,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ακολούθησαν το Fondazione Prada Venice το 2011 και το Espace Louis Vuitton το 2013 συμπίπτοντας και τα δύο με τη Μπιενάλε εκείνης της χρονιάς. Ακόμα και η Golden Goose, γνωστή για τα sneakers των 600 δολαρίων, εγκαινίασε το 2024 το δικό της πολιτιστικό παράρτημα στη βιομηχανική περιοχή Marghera, εκεί όπου ιδρύθηκε το ιταλικό brand πολυτελείας.

Η φετινή Μπιενάλε πραγματοποιείται μέσα σε μια περίοδο βαθιάς αναδιαμόρφωσης του ίδιου του νοήματος της πολυτέλειας και του τρόπου με τον οποίο αυτή διαχέεται πολιτιστικά. Τα μεγάλα fashion labels στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε άλλους δημιουργικούς και καλλιτεχνικούς χώρους, επιχειρώντας να διευρύνουν την επιρροή και το κοινό τους. Με τις πωλήσεις να επιβραδύνονται και τη βάση των υπέρμετρα πλούσιων πελατών να συρρικνώνεται, η διείσδυση στον κόσμο της τέχνης και του design μοιάζει πλέον λιγότερο με προσωπικό πάθος και περισσότερο με μια απολύτως υπολογισμένη επιχειρηματική στρατηγική.

Η λογική πίσω από αυτή τη στροφή είναι προφανής. Όταν οι ίδιοι άνθρωποι που μπορούν να αγοράσουν ένα δερμάτινο t-shirt των 10.200 δολαρίων από τη Bottega είναι εκείνοι που ενδέχεται να πλειοδοτήσουν σε δημοπρασίες αριστουργημάτων ή να παρευρεθούν στα πιο λαμπερά γκαλά της Βενετίας, τότε είναι φυσικό τα luxury brands να επιδιώκουν να ελέγξουν τα μέσα πολιτιστικής παραγωγής δημιουργώντας, ουσιαστικά, το ιδανικό σκηνικό, εκεί όπου οι πελάτες τους θα μπορούν να φορούν τα σύμβολα της πολυτέλειας, που έχουν επινοήσει γι’ αυτούς.

Ενδεικτική η περίπτωση του Dries Van Noten. Το επόμενο δημιουργικό κεφάλαιο για τον Βέλγο σχεδιαστή, μετά την αποχώρησή του από το ομώνυμο fashion label του, είναι η ίδρυση του δικού του πολιτιστικού οργανισμού. Του Fondazione Dries Van Noten, που άνοιξε σε απόλυτο συγχρονισμό με τη Μπιενάλε του 2026. Πρόκειται ίσως για τη, μέχρι πρότινος, πιο απτή απόδειξη του πόσο στενά συνδεδεμένος είναι, πλέον, ο κόσμος της τέχνης και της μόδας. Μια σχέση η οποία, στην πραγματικότητα, έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία της υψηλής ραπτικής. Άλλωστε, πριν ακόμη δημιουργήσει το πρώτο του φόρεμα, ο Christian Dior είχε παρουσιάσει το 1931 στη δική του γκαλερί τέχνης στο Παρίσι, το εμβληματικό έργο του Salvador Dalí, “The Persistence of Memory” με τα διάσημα ρευστά, σχεδόν, λιωμένα ρολόγια, θέτοντας άθελά του τα θεμέλια για αυτή τη μελλοντική σύγκλιση των δύο κόσμων.