Γυναίκα που σηκώνεται από το κρεβάτι

Ξυπνάτε αργά; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον οργανισμό σας σύμφωνα με την Επιστήμη

Το να ξυπνάμε αργά το πρωί ή το μεσημέρι γίνεται συχνά θέμα κριτικής, καθώς η κοινωνία τείνει να συνδέει το πρωινό ξύπνημα με την παραγωγικότητα, την επιτυχία και την πειθαρχία. Η Επιστήμη όμως έχει διαφορετική άποψη.

Όταν θέλουμε να γίνουμε παραγωγικοί, πολλές φορές το πρώτο βήμα στη λίστα μας είναι το πρωινό ξύπνημα. Ωστόσο, το βήμα αυτό πολλές φορές καταρρέει και η αναβολή στο ξυπνητήρι πατιέται ανά δέκα λεπτά μέχρι να πάει αργά το πρωί. Και πάλι καταλήγουμε να ξεφεύγουμε, με αποτέλεσμα να προκύπτει ένα έντονο αίσθημα ενοχής για υποτιθέμενη τεμπελιά, λες και το χουζούρεμα αποτελεί κάποιου είδους ηθικό παράπτωμα.

Φωτογραφία: Pexels

Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για παράπτωμα. Οι κύκλοι ύπνου και αφύπνισης των ανθρώπων διαφέρουν από τη φύση τους. Όσοι κοιμούνται αργά και ξυπνούν αργά είναι απλώς «νυχτοπούλια» ή, με κλινικούς όρους, παρουσιάζουν μια καθυστερημένη φάση ύπνου.

Η κοινωνική προκατάληψη απέναντι στον ύπνο

Είναι καιρός να σταματήσει η κοινωνική καταδίκη του κιρκάδιου ρυθμού. Η τάση αυτή δεν είναι καινούργια. Πριν από αιώνες, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος είχε διατυπώσει την έντονα προκατειλημμένη άποψη ότι η πραγματική ευημερία έρχετα όταν ο άνθρωπος κοιμάται και ξυπνάει νωρίς.

Πιο πρόσφατα, σε δοκίμιο του περιοδικού The Cut το 2018, η Edith Zimmerman έγραψε ότι το πρωινό ξύπνημα προσφέρει μια αίσθηση δύναμης, κάνοντας τον άνθρωπο να νιώθει ανώτερος και αυτάρεσκος. Ακόμα και σε πλατφόρμες όπως το Reddit, πολλοί χρήστες εκφράζουν παράπονα, υποστηρίζοντας ότι τα νυχτοπούλια αποτελούν εμπόδιο στα καθημερινά πλάνα των άλλων.

Φωτογραφία: Pexels

Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν πρόκειται για προσωπικό σφάλμα. Το καθημερινό πρόγραμμα ύπνου και αφύπνισης, γνωστό ως «χρονότυπος», φαίνεται πως είναι κυρίως γενετικό ζήτημα. Οι εκτιμήσεις για το πόσο κοινό είναι να είναι κανείς νυχτοπούλι ποικίλλουν.

Σύμφωνα με αναφορές στην εφημερίδα The Guardian, το ποσοστό αγγίζει το 15%, ενώ πρόσφατη μελέτη στη Φινλανδία έδειξε ότι το 10% των ανδρών και το 12% των γυναικών ανήκουν στους «βραδινούς τύπους».

Παράλληλα, μελέτη του 2007 διαπίστωσε ότι ο πιο κοινός χρονότυπος (το 14,6% των ανθρώπων) κοιμόταν από τις 12:09 π.μ. έως τις 8:18 π.μ. όταν δεν υπήρχαν κοινωνικές υποχρεώσεις, ενώ ο μισός πληθυσμός κοιμόταν ακόμα πιο αργά. Συνεπώς, όσοι προτιμούν τη νύχτα δεν αποτελούν εξαίρεση.

Φωτογραφία: Pexels

Μιλάμε για μία βιολογική προτίμηση και όχι για επιλογή

Ο χρονότυπος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ταυτότητας, σύμφωνα με την Δρ. Μπεθ Αν Μάλοου, νευρολόγο και ειδικό σε θέματα ύπνου στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Vanderbilt. Δεν πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή που συνδέεται με την τεμπελιά, αλλά για μια ξεκάθαρη βιολογική προτίμηση.

Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Δρ. Φιλ Γκέρμαν, κλινικός ψυχολόγος με εξειδίκευση στη συμπεριφορική ιατρική ύπνου στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια. Ο ίδιος επισημαίνει, ότι η προκατάληψη εναντίον των νυχτοπουλιών είναι καθαρά πολιτισμική, θυμίζοντας μάλιστα ότι ο Φράνκλιν, ο οποίος βοήθησε στην ίδρυση του πανεπιστημίου του, ήταν επίσης υποστηρικτής της θερινής ώρας, γεγονός που προκάλεσε περαιτέρω αναστάτωση στους βιολογικούς ρυθμούς.

Το κλασικό εργασιακό ωράριο 9-5 μπορεί να εξυπηρετεί όσους ξυπνούν νωρίς, αλλά λειτουργεί εις βάρος εκείνων που έχουν ανάγκη να κοιμηθούν αργότερα. Μια μελέτη του 2014 έδειξε ότι, γενικότερα, όσο πιο αργά ξεκινούσε η εργασία ή τα μαθήματα, τόσο περισσότερο κοιμόντουσαν οι συμμετέχοντες. Ο Δρ. Ματίας Μπάσνερ από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια εξήγησε ότι ο συνδυασμός της πρόωρης έναρξης της εργασίας και των χρονοβόρων μετακινήσεων είναι αυτός που στερεί τον ύπνο από τους ανθρώπους.

Από τον χρονότυπο στη διαταραχή ύπνου

Το πρόβλημα εντείνεται όταν οι επαγγελματικές ή ακαδημαϊκές υποχρεώσεις δεν ευθυγραμμίζονται με τον κιρκάδιο ρυθμό. Όταν οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας συγκρούονται έντονα με το πρόγραμμα ύπνου, σε σημείο που δυσκολεύει η καθημερινή λειτουργικότητα, τότε η τάση αυτή μετατρέπεται σε μια κατάσταση που ονομάζεται «διαταραχή καθυστερημένης φάσης ύπνου-αφύπνισης», με τη διαταραχή αυτή να επηρεάζει περίπου το 0,2% έως 1,7% των ενηλίκων.

Φωτογραφία: Pexels

Το αν οι συνήθειες ύπνου ενός ατόμου θεωρούνται διαταραχή ή απλή τάση εξαρτάται περισσότερο από τον τρόπο ζωής και το είδος της εργασίας του παρά από οτιδήποτε άλλο.

Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης ξεκινά συχνά με την εξέταση του αν οι άνθρωποι μπορούν να προσαρμόσουν το εργασιακό τους πρόγραμμα στους βιολογικούς τους ρυθμούς. Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που δυσκολεύονταν στο σχολείο αλλά αναδείχθηκαν επαγγελματικά όταν άρχισαν να εργάζονται ως σεφ, ή παραδείγματα φοιτητών που επιλέγουν αποκλειστικά απογευματινά μαθήματα.

Σε έναν ιδανικό κόσμο, τα ωράρια εργασίας θα έπρεπε να είναι λιγότερο άκαμπτα, επιτρέποντας στους ανθρώπους να ακολουθούν το δικό τους εσωτερικό ρολόι. Από ιατρικής άποψης, είναι προτιμότερο για έναν ασθενή να διατηρεί ένα σταθερό πρόγραμμα όπου κοιμάται στις 2:00 π.μ. και ξυπνάει στις 10:00 ή 11:00 π.μ., αντί να πιέζεται να προσαρμοστεί στις κοινωνικές απαιτήσεις. Για όσους δεν έχουν αυτή την επιλογή, η διαταραχή μπορεί να αντιμετωπιστεί με φωτοθεραπεία, λήψη μελατονίνης και σωματική άσκηση, αν και τα ποσοστά επιτυχίας διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Υπάρχουν πραγματικά οφέλη στο πρωινό ξύπνημα;

 Φωτογραφία: Pexels

Πέρα από το ζήτημα των ωραρίων, παραμένει το ερώτημα αν το πρωινό ξύπνημα προσφέρει ουσιαστικά οφέλη στην υγεία. Ορισμένες έρευνες έχουν συσχετίσει το αργοπορημένο ξύπνημα με περίεργη ψυχική υγεία ή ακόμα και με κατάθλιψη, όμως η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει σε οριστικό συμπέρασμα.

Το ανοιχτό ερώτημα είναι αν η κατάθλιψη και το άγχος οφείλονται στο γεγονός ότι κάποιος είναι νυχτοπούλι ή στο ότι εξαναγκάζεται να ακολουθεί ένα πρόγραμμα που έρχεται σε αντίθεση με τον κιρκάδιο ρυθμό του. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η αιτία εντοπίζεται σε αυτή τη δυσαρμονία μεταξύ βιολογικού ρολογιού και κοινωνικών υποχρεώσεων.

Το συμπέρασμα είναι ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να αλλάζουν το πρόγραμμά τους επειδή θεωρούν ότι η φυσική τους τάση τούς κάνει κακό. Η άποψη ότι όσοι κοιμούνται αργά είναι τεμπέληδες ίσως απλώς εξυπηρετεί ένα κατεστημένο, καθώς ερευνητές όπως ο Δρ. Πολ Κέλεϊ επισημαίνουν ότι το ωράριο 9-5 διατηρείται επειδή βολεύει τους μεγαλύτερους σε ηλικία διευθυντές, οι οποίοι λόγω ηλικίας ξυπνούν πιο εύκολα το πρωί. Επομένως, καταλαβαίνουμε ότι οι διαφορές στον κιρκάδιο ρυθμό θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως κάθε άλλη φυσική διαφορά μεταξύ των ανθρώπων, χωρίς κοινωνική κριτική και προκαταλήψεις.