Γιατί τόση υστερία γύρω από τον Καποδίστρια του Γιάννη Σμαραγδή;
Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή είναι μια ταινία που συζητήθηκε όσο λίγες στην πρόσφατη ελληνική κινηματογραφία.
Κι όμως, η καλλιτεχνική της αξία δεν δικαιολογεί τον θόρυβο που έχει προκαλέσει. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα είχε ξεχαστεί μέσα σε λίγες μέρες ή, για να ακριβολογούμε, κανείς δεν θα είχε ασχοληθεί μαζί της.
Για ποιο λόγο, λοιπόν, ο «Καποδίστριας» έγινε αντικείμενο έντονων συζητήσεων και μιας ανελέητης διαδικτυακής διαμάχης, στην οποία έχουν εμπλακεί από ιστορικοί και αναλυτές μέχρι τηλεπερσόνες; Τι συμβαίνει, λοιπόν, στην ταινία που εξιστορεί με όρους αγιογραφίας τον βίο του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας;
Ας ξεκινήσουμε καταρχάς με την ίδια την ταινία. Η σκηνοθεσία του Γιάννη Σμαραγδή ακολουθεί εν πολλοίς τη γνωστή τηλεοπτική λογική, που είχε υιοθετήσει και σε προηγούμενες δουλειές του. Οι σκηνές δεν ρέουν, οι μεταβάσεις μοιάζουν απότομες και η αφήγηση χάνει τον κινηματογραφικό της ρυθμό. Κάθε προσπάθεια να μεταφερθεί η ιστορική σπουδαιότητα του Καποδίστρια στην οθόνη μοιάζει να καταλήγει σε μια αμήχανη αναπαράσταση, που δεν καταφέρνει να πείσει ούτε ως σκηνοθετικό επίτευγμα ούτε ως κινηματογραφική εμπειρία.
Οι διάλογοι είναι εξίσου προβληματικοί. Δεν πρόκειται για ρητορικούς λόγους ούτε για υψηλού επιπέδου δραματουργικές κορυφώσεις. Είναι απλώς σχολικοί. Οι χαρακτήρες δεν συζητούν, δεν συγκρούονται, δεν δείχνουν ανθρώπινη πολυπλοκότητα, απλώς απαγγέλλουν σωστά ιστορικά ή ηθικά διδάγματα. Η «ζωντανή» ανθρώπινη φωνή λείπει και η υπερβολική διδακτικότητα στερεί από τους χαρακτήρες βάθος, οπότε ο θεατής δύσκολα μπορεί να ταυτιστεί.
Όσον αφορά στην ιστορική απεικόνιση, η ταινία δεν παραχαράσσει συνειδητά τα γεγονότα. Υπάρχουν αναμφίβολα ιστορικές ανακρίβειες και απλουστεύσεις, μικρές ή μεγάλες, που σίγουρα ενοχλούν τους προσεκτικούς θεατές και τους ειδικούς, αλλά δεν συνιστούν σκόπιμη παραποίηση της Ιστορίας. Θα έλεγε κανείς πως ο Γιάννης Σμαραγδής επιλέγει να πει την Ιστορία από μια συγκεκριμένη οπτική. Η υπερβολική ιδεαλιστική προβολή του Καποδίστρια, η αγιογραφική απεικόνισή του ως απόλυτα ηθικού και αλάνθαστου ηγέτη, δεν αποτελεί σκάνδαλο από μόνη της ούτε είναι πρωτοφανής στο βιογραφικό σινεμά. Σίγουρα, όμως, περιορίζει την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα, δημιουργώντας μια εικόνα που μοιάζει σχεδόν ανέφικτη στον πραγματικό κόσμο.
Εδώ ακριβώς συναντάμε και τον πυρήνα του φαινομένου που συνοδεύει την ταινία: ο θόρυβος γύρω από τον «Καποδίστρια» δεν αφορά την ποιότητα της ίδιας της ταινίας, η οποία, για να πούμε και του λόγου το αληθές, δεν οφείλει να γίνει ιστορικό εγχειρίδιο. Ο Γιάννης Σμαραγδής έχει εδώ και χρόνια ένα φανατικό κοινό, αλλά και φανατικούς επικριτές, οι οποίοι λατρεύουν να τον μισούν. Το αποτέλεσμα είναι μια διαδικασία αυτοτροφοδοτούμενου πανικού: όσο περισσότερο μιλούν οι haters του, τόσο περισσότερο διογκώνεται η δημόσια συζήτηση και έτσι η παραγωγή εξασφαλίζει εύκολα και ανέξοδα μια τεράστια διαφήμιση, που οδηγεί ακόμη και τους μετριοπαθείς στις αίθουσες για να δουν τελικά γιατί έχει γίνει όλος αυτός ο χαμός.
Παράλληλα, η ίδια η μορφή του Ιωάννη Καποδίστρια λειτουργεί ως ισχυρός «μαγνήτης» για το ενδιαφέρον του κοινού. Σήμερα, λίγοι πολιτικοί μπορούν να συγκριθούν με τον Καποδίστρια ως προς την ηθική ακεραιότητα, την αφοσίωση στο καθήκον και την ιδεαλιστική διάσταση της πολιτικής του δράσης. Αυτό το στοιχείο της προσωπικότητάς του προσέλκυσε ακόμη και θεατές που συνήθως δεν ενδιαφέρονται για το σινεμά, πολλώ δε μάλλον για τις ιστορικές βιογραφίες. Η ταινία έγινε, δηλαδή, σημείο αναφοράς όχι τόσο για την τέχνη της, όσο για τον θρύλο που επιχειρεί να αναπαραστήσει.
Ακόμη, το έντονο θρησκευτικό στοιχείο, που φτάνει στα όρια της παρωδίας ενίοτε, και οι εθνικοπατριωτικές κορώνες, ας είμαστε ειλικρινείς δεν δημιουργήθηκαν από την ταινία, προϋπήρχαν στην ελληνική κοινωνία πολύ πριν από την εν λόγω παραγωγή. Ο Σμαραγδής απλώς τους έδωσε φωνή, και εκεί βασικά εντοπίζεται ο πραγματικός λόγος που η ταινία προκάλεσε τόσο έντονη δημόσια συζήτηση. Διότι λειτούργησε ως καθρέφτης. Αντικατοπτρίζει κοινωνικές και πολιτισμικές τάσεις που ήδη υπήρχαν και βρήκαν ξαφνικά ένα ευρύ βήμα έκφρασης.
Οπότε, μάλλον η η αλήθεια πίσω από αυτή τη μαζική υστερία δεν βρίσκεται στην οθόνη, αλλά σε αυτό που η οθόνη ανάγκασε τους θεατές, και όχι μόνο, να κοιτάξουν τους ίδιους, την πολιτική και τις σκοταδιστικές αντιλήψεις που ακόμη βρίσκουν πρόσφορο έδαφος.
Σε κάθε περίπτωση, είτε ως ιστορικό δράμα είτε ως αφορμή έντονου διχασμού, ο Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή συνεχίζει να γεμίζει τις αίθουσες, να προκαλεί ουρές και να τροφοδοτεί συζητήσεις εντός και εκτός κινηματογράφων. Κι όσο η κριτική και το κοινό διαφωνούν για το καλλιτεχνικό και ιστορικό του αποτύπωμα, οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Στη δεύτερη εβδομάδα προβολής του, το φιλμ αυξάνει τις επιδόσεις του, πλησιάζοντας συνολικά τις 380.000 εισιτήρια και συνεχίζει...