Κέιτ Μος και Λούσιαν Φρόιντ: Η γοητευτική ιστορία μιας απρόσμενης σχέσης στον κόσμο της Tέχνης
Η Κέιτ Μος και ο Λούσιαν Φρόιντ ένωσαν δύο αντίθετους κόσμους σε μια από τις πιο αινιγματικές ιστορίες της τέχνης.
Με την πρώτη ματιά, τίποτα δεν έδειχνε ότι η Κέιτ Μος και ο Λούσιαν Φρόιντ (1922-2011) θα μπορούσαν να συνδεθούν τόσο στενά. Εκείνη ήταν το απόλυτο σύμβολο της μόδας των δεκαετιών του 1990 και του 2000, μια γυναίκα που είχε ταυτιστεί με τη λάμψη, τις πασαρέλες και τη διαρκή δημοσιότητα. Εκείνος ήταν ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της εποχής του, γνωστός για την αποστροφή του προς τη διασημότητα και την εμμονή του με την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την επιφάνεια.
Κι όμως, η σχέση που ανέπτυξαν οδήγησε στη δημιουργία ενός από τα πιο πολυσυζητημένα πορτρέτα της σύγχρονης τέχνης.
Ποια ήταν η σχέση της Κέιτ Μος με τον ζωγράφο Λούσιαν Φρόιντ
Η ιδιαίτερη αυτή ιστορία βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας ταινίας «Moss & Freud», με πρωταγωνιστές την Έλι Μπάμπερ και τον Ντέρεκ Τζέικομπι.
Η Μος, όπως και ο Φρόιντ όσο ζούσε, απέφευγε συστηματικά τη δημοσιότητα όταν αυτή αφορούσε την προσωπική της ζωή. «Μου είναι δύσκολο να είμαι ο εαυτός μου μπροστά στην κάμερα. Μου είναι πολύ πιο εύκολο να είμαι κάποιος άλλος», είχε δηλώσει πριν από μερικά χρόνια, σύμφωνα με τον βρετανικό Independent.
Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους που ο Φρόιντ τη βρήκε τόσο ενδιαφέρουσα ως θέμα. Ο ζωγράφος αναζητούσε πάντοτε κάτι βαθύτερο από την εικόνα και το πορτρέτο που δημιούργησε παρουσίαζε τη Μος γήινη, ανθρώπινη και απόλυτα αληθινή, μακριά από την τελειοποιημένη δημόσια εικόνα της.
Η γνωριμία τους έγινε μέσω της Μπέλα Φρόιντ, σχεδιάστριας μόδας και κόρης του ζωγράφου. Η Μος είχε εκφράσει δημόσια τον θαυμασμό της για το έργο του και είχε παραδεχθεί ότι ονειρευόταν να ποζάρει για εκείνον. Η επιθυμία αυτή έμοιαζε μάλλον απίθανη, καθώς ο Φρόιντ απέφευγε συστηματικά τις διασημότητες. Στο παρελθόν είχε απορρίψει αιτήματα από τον Πάπα, την πριγκίπισσα Νταϊάνα, αλλά και επανειλημμένες προτάσεις του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ να ζωγραφίσει τη σύζυγό του, Μάντλιν.
Η στάση του απέναντι στα μοντέλα ήταν συχνά αμείλικτη. Όταν το μοντέλο Τζέρι Χολ ακύρωσε τρεις συνεδρίες επειδή ήταν άρρωστη, ο Φρόιντ αντέδρασε αφαιρώντας την κυριολεκτικά από έναν πίνακα που δημιουργούσε εκείνη την περίοδο. Το έργο ολοκληρώθηκε με το σώμα της να παραμένει στον καμβά, αλλά το κεφάλι και το πάνω μέρος του κορμού να αντικαθίστανται από εκείνα του βοηθού του, Ντέιβιντ Ντόσον.
Το 2001 η Μος και ο Φρόιντ ξεκίνησαν να συναντιούνται διακριτικά σε γκαλερί και εστιατόρια του Λονδίνου πριν αρχίσει η ζωγραφική διαδικασία. Παρά τις εμφανείς διαφορές τους, ανακάλυψαν ότι είχαν πολλά κοινά στοιχεία. Η Μος είχε χτίσει την καριέρα της αμφισβητώντας τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής. Σε αντίθεση με τις επιβλητικές φιγούρες όπως η Σίντι Κρόφορντ και η Κλόντια Σίφερ, εκείνη προέβαλλε μια πιο ανεπιτήδευτη εικόνα. Ήταν απρόβλεπτη, επαναστατική και συχνά αυτοκαταστροφική.
Ο Φρόιντ, από την άλλη, συνδύαζε σκοτεινές πλευρές με έντονη γοητεία. Ήταν χαρισματικός, πνευματώδης, λάτρης των ιστοριών και των κουτσομπολιών, ενώ αναζητούσε πάντοτε προσωπικό ενδιαφέρον και αυθεντικότητα στους ανθρώπους που επέλεγε να ζωγραφίσει. Αν δεν τον κέρδιζε κάποιος χαρακτήρας, συχνά διέκοπτε το έργο μετά από λίγες μόνο συνεδρίες. Με τη Μος όμως συνέβη το αντίθετο.
Όπως είχε αποκαλύψει ο εστιάτορας Τζέρεμι Κινγκ στον δημοσιογράφο Τζόρντι Γκρέιγκ για το βιβλίο «Breakfast with Lucian», ο Φρόιντ μιλούσε για την Κέιτ Μος με τον ίδιο θαυμασμό που μιλούσε για τις αλεπούδες. «Του άρεσε το ελεύθερο πνεύμα. Του άρεσε η αίσθηση του κινδύνου».
Οι συνεδρίες πραγματοποιούνταν στο ατελιέ του ζωγράφου στην οδό Kensington Church Street στο Λονδίνο. Η Μος έπρεπε να βρίσκεται εκεί στις επτά το απόγευμα ακριβώς και οι συναντήσεις συχνά ολοκληρώνονταν στις δύο τα ξημερώματα. Η συνέπεια, ωστόσο, δεν ήταν το δυνατό της σημείο. Ο Φρόιντ, που απεχθανόταν την καθυστέρηση, σχολίαζε αργότερα με χιούμορ: «Αργούσε μόνο με τον τρόπο που αργούν τα κορίτσια. Περίπου δεκαοκτώ λεπτά».
Κατά τη διάρκεια των εννέα μηνών που εργάζονταν μαζί, η ζωή της Μος βρισκόταν σε μεταβατική φάση. Από τη μία πλευρά συνέχιζε να ζει έντονα, από την άλλη άρχιζε να στρέφεται σε μια πιο ώριμη και ήρεμη καθημερινότητα. Στο τέλος αυτής της περιόδου είχε ήδη συνδεθεί με τον εκδότη Τζέφερσον Χακ και περίμενε το πρώτο της παιδί.
Το πορτρέτο ολοκληρώθηκε στα τέλη του 2002, με την εγκυμοσύνη της να λειτουργεί ως φυσική προθεσμία για τον καλλιτέχνη. Το αποτέλεσμα ήταν χαρακτηριστικά φροϊντικό. Παχιές στρώσεις χρώματος, ακανόνιστες σκιές, δέρμα γεμάτο ατέλειες και μια μορφή που απείχε πολύ από τη λαμπερή εικόνα που είχε συνηθίσει το κοινό. Η Μος απεικονίζεται γυμνή, ξαπλωμένη, με μια διακριτική καμπύλη στην κοιλιά που μαρτυρά τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης της.
Στην ταινία, η αντίδρασή της παρουσιάζεται σχεδόν σοκαρισμένη. Ο κινηματογραφικός Φρόιντ της λέει: «Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο γεγονός και την αλήθεια. Η αλήθεια έχει μέσα της κάτι αποκαλυπτικό. Είσαι ξεχωριστή επειδή είσαι συνηθισμένη, και το λέω με την καλύτερη έννοια».
Χρόνια αργότερα, η ίδια παραδέχθηκε ότι δεν ήταν απόλυτα ευχαριστημένη με τη στάση που είχε πάρει κατά τη διάρκεια της ζωγραφικής. «Μακάρι να μην είχα ποζάρει έτσι. Απλώς έπεσα στο πλάι του καναπέ και εκείνος είπε “μια χαρά” και άρχισε να ζωγραφίζει. Δεν είναι όπως στο μόντελινγκ, όπου μπορείς να αλλάξεις στάση. Το χέρι μου είχε μουδιάσει».
Ακόμη και ο ίδιος ο Φρόιντ διατηρούσε επιφυλάξεις για το αποτέλεσμα. Όταν ρωτήθηκε αργότερα για τον πίνακα, αρκέστηκε να πει: «Η εικόνα δεν λειτούργησε πραγματικά». Όταν του ζητήθηκαν περισσότερες εξηγήσεις, απάντησε: «Είναι σαν να ρωτάς έναν ποδοσφαιριστή μετά τον αγώνα γιατί δεν σκόραρε».
Παρά το ενδιαφέρον που είχε εκφράσει αρχικά, η Μος δεν αγόρασε ποτέ το έργο. Ο πίνακας πέρασε στα χέρια ιδιώτη συλλέκτη και παρουσιάστηκε δημόσια το 2004, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Έναν χρόνο αργότερα πουλήθηκε σε δημοπρασία έναντι 4,5 εκατομμυρίων ευρώ, καταγράφοντας τότε ρεκόρ για έργο του Φρόιντ.
Παρά τις όποιες επιφυλάξεις της για τον πίνακα, η Μος μιλούσε πάντα με ζεστασιά για τον ζωγράφο. Το 2010, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, φωτογραφήθηκαν μαζί από τον Ντέιβιντ Ντόσον. Η εικόνα τους είναι γεμάτη τρυφερότητα. Ο ηλικιωμένος καλλιτέχνης κοιτάζει τη μούσα του με εμφανή στοργή, ενώ εκείνη τον αγκαλιάζει με τα μάτια κλειστά και έκφραση απόλυτης γαλήνης.
Μια ακόμη λιγότερο γνωστή λεπτομέρεια της σχέσης τους αφορά το τατουάζ που της έκανε ο ίδιος ο Φρόιντ. Αντί για τα χελιδόνια στη μέση της, όπως συχνά εικάζεται, πρόκειται για ένα σμήνος πουλιών στον μηρό της. Η Μος θυμόταν αργότερα: «Με ρώτησε αν μου αρέσουν τα πλάσματα του ζωικού βασιλείου και του απάντησα πως μου αρέσουν τα πουλιά». Ο ζωγράφος πήρε μια βελόνα χαρακτικής και σχεδίασε πάνω στο δέρμα της το μικρό αυτό έργο τέχνης. «Τώρα μοιάζουν με κιρσούς», σχολίασε με χιούμορ.