Ένα Πράγμα με Φτερά (The Thing with Feathers)

Νέες ταινίες: Ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς σε μια οσκαρική ερμηνεία και η κινηματογραφική εκδοχή του «Τι ψυχή θα παραδώσεις, μωρή;»

Αυτή την εβδομάδα, ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς αντιμετωπίζει «Ένα Πράγμα με Φτερά», η συνεργάτιδα του Σον Μπέικερ, Σι-Τσινγκ Τσου περιπλανιέται στους δρόμους της Τάιπεϊ με ένα iPhone, η γνωστή τηλεοπτική σειρά «Τι ψυχή θα παραδώσεις, μωρή» αποκτά την κινηματογραφική της εκδοχή, ο Τζέραλντ Μπάτλερ επιστρέφει στην «Greenland», ενώ ο Ντιέγκο Σερπέδες κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το «Μυστηριώδες βλέμμα του Ροζ Φλαμίνγκο».

Ένα Πράγμα με Φτερά (The Thing with Feathers)

Σκηνοθεσία: Ντίλαν Σάουθερν

Παίζουν: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Ρίτσαρντ Μπόξαλ, Χένρι Μπόξαλ, Έρικ Λάμπερτ

Περίληψη: Ένας πατέρας πρέπει να διαχειριστεί τον ξαφνικό θάνατο της γυναίκας του. Όμως μετά  από την απώλειά της, μια παράξενη παρουσία αρχίζει να τον καταδιώκει από τις σκιερές εσοχές του διαμερίσματός του.

Ο υποψήφιος για Όσκαρ Μπένεντικτ Κάμπερμπατς πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική μεταφορά του περίφημου μυθιστορήματος του Μαξ Πόρτερ.

Μετά την απώλεια της συζύγου του, ένας εικονογράφος προσπαθεί να διαχειριστεί τη λύπη του και ταυτόχρονα να προσαρμοστεί στη νέα του καθημερινότητα ως μοναδικός φροντιστής των δύο ανήλικων γιων του. Κι ενώ ο ίδιος βυθίζεται στον πόνο, ένα κοράκι ζωντανεύει από τις σελίδες των κόμικς του και του θυμίζει ότι δεν πρέπει να ξεχάσει να θρηνήσει. Αυτή  επιβλητική παρουσία γίνεται σταδιακά κομμάτι της νέας ζωής του, οδηγώντας τον τελικά στην αποδοχή ότι ο θάνατος είναι ένα γεγονός με το οποίο μαθαίνεις να ζεις.

Το πένθος, σύμφωνα και με την ψυχολογία, περιλαμβάνει πέντε στάδια· η διαδικασία όμως δεν είναι ποτέ γραμμική ούτε ίδια για όποιον το βιώνει. Η πολυβραβευμένη νουβέλα του Πόρτερ («Η Θλίψη είναι ένα Πράγμα με Φτερά»), η οποία αρχικά διασκευάστηκε ως θεατρικό από τον Έντα Γουόλς με τον Κίλιαν Μέρφι, ουσιαστικά οπτικοποιεί αυτή την πολύπλοκη πορεία μέσα από το κοράκι, το οποίο ο Ντίλαν Σάουθερν επιλέγει να παρουσιάσει με φυσική παρουσία — ενσαρκώνεται από τον Έρικ Λάμπερτ με τη φωνή του Ντέιβιντ Θιούλις — και όχι ως οπτικό εφέ. Αυτό το παράδοξο πλάσμα με το σαρκαστικό του χιούμορ καταλαμβάνει το σπίτι του κεντρικού ήρωα, μέχρι ο ίδιος να βρει τη δύναμη να δημιουργήσει μια καινούργια πραγματικότητα για την οικογένειά του.

Έτσι, δομείται μια ποιητική αλληγορία, όπου το γκροτέσκ συναντά το θρίλερ και η πραγματικότητα τη φαντασία, αντιμετωπίζοντας την απώλεια ως ένα ταξίδι, όπου στόχος δεν είναι η λύτρωση, αλλά η σοφή αποδοχή. Το βαρύ θέμα ισοσταθμίζεται από το διασκεδαστικό κοράκι- ψυχολόγο και τη σωστή διαχείριση του Σάουθερν, που αφηγείται την ιστορία από τρεις οπτικές. Τίποτα όμως στην ταινία δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς τη σαρωτική ερμηνεία του Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, ο οποίος, όπως έχει δηλώσει, δεν φοβάται να αντιμετωπίζει τα δικά του μαύρα κοράκια. Και πράγματι, με ωμό και ταυτόχρονα εσωτερικό τρόπο, σωματοποιεί το πένθος, προσφέροντας ένα μάθημα υποκριτικής, που δικαίως θα έπρεπε να τον οδηγήσει στην οσκαρική λίστα.

Το Αριστερό μου Χέρι (Zuopiezi Nuhai/Left-Handed Girl)

Σκηνοθεσία: Σι-Τσινγκ Τσου

Παίζουν: Τζανέλ Τσάι, Μπλερ Τσανγκ, Νίνα Γιε, Τενγκ-Χουέι Χουάνγκ, Σι-Γιουάν Μα

Περίληψη: Όταν μια μητέρα και οι δύο κόρες της μετακομίζουν στην Ταϊπέι, προσπαθούν να προσαρμοστούν στον νέο τρόπο ζωής της πόλης, ενώ παράλληλα παλεύουν να διατηρήσουν την ενότητά τους ως οικογένεια.

Μετά από τον θρίαμβο του «Anora», ο Σον Μπέικερ επιστρέφει ως παραγωγός, σεναριογράφος και μοντέρ στους δρόμους της Ταϊπέι, πλάι στην επί χρόνια συνεργάτιδά του Τσου Σι-Τσινγκ.

 Μια μητέρα με τις κόρες της μετακομίζει στην πολύβουη Ταϊπέι και ανοίγει ένα νυχτερινό πάγκο φαγητού στην αγορά, προκειμένου να τα βγάλει πέρα. Καθώς οι τρεις τους παλεύουν να προσαρμοστούν σε αυτό το αστικό περιβάλλον, όπου η παράδοση και ο μοντέρνος τρόπος ζωής έρχονται διαρκώς σε αντιπαράθεση, η μικρή της οικογένειας, που είναι αριστερόχειρας, μαθαίνει ξαφνικά ότι το καλό χέρι της θεωρείται «διαβολικό».

Γεννημένη στην Ταϊπέι, αλλά σαφώς επηρεασμένη από τη ρεαλιστική αισθητική του Σον Μπέικερ, η Τσου Σι-Τσινγκ στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο περιπλανιέται στους δρόμους της πόλης που γνωρίζει από παιδί, κινηματογραφώντας ένα γλυκόπικρο οικογενειακό δράμα, γυρισμένο εξ ολοκλήρου σε iPhone. Η Ταϊβανέζα δημιουργός, αριστερόχειρας και η ίδια, αντλεί από τις προσωπικές της εμπειρίες και εστιάζει κυρίως σε αυτόν τον γυναικείο μικρόκοσμο που αγωνίζεται να βρει τη φωνή του, να ξεπεράσει τις προκαταλήψεις και να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται με ραγδαίους ρυθμούς.

Η κάμερα του κινητού γίνεται μάρτυρας καθημερινών στιγμών, διατηρώντας μια αισθητική σχεδόν ντοκιμαντερίστικη, οι οποίες συνθέτουν μια στιβαρή δραματουργία που, ωστόσο, δεν αξιοποιεί όσο θα μπορούσε το «μυστικό» της. Αυτό που κυρίως πρωταγωνιστεί, είναι η αθώα προσέγγιση του καλού καιτου κακού από τη μικρή πρωταγωνίστρια Νίνα Γιε, που με την ανεπιτήδευτη ερμηνεία της, μας θυμίζει ότι η αποδοχή του διαφορετικού είναι ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη.

Τι Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή;- Μέρος Πρώτο

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ρήγας

Παίζουν: Βασιλική Ανδρίτσου, Παναγιώτα Βλαντή, Μαρία Λεκάκη, Λένα Ουζουνίδου, Κώστας Κόκλας, Τάσος Ιορδανίδης

Περίληψη: Τέσσερις γυναίκες, μεγαλωμένες σε ορφανοτροφείο, ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια. Μια παλιά υπόσχεση τις δένει: να εκδικηθούν τον Γεράσιμο Μαντά, τον άντρα που σημάδεψε την παιδική τους ηλικία.

H δημοφιλής σειρά μεταφέρεται σε ταινία σε δύο μέρη, από τον δημιουργό της Αλέξανδρο Ρήγα, αλλά με νέο καστ.

Τέσσερις γυναίκες ξανασυναντιούνται, ενωμένες από ένα κοινό παρελθόν και ένα σοκαριστικό μυστικό: στα παιδικά τους χρόνια είχαν κακοποιηθεί από τον διευθυντή του Ιδρύματος στο οποίο μεγάλωσαν, τον Γεράσιμο Μαντά, ο οποίος επιστρέφει μετά από χρόνια απουσίας στην Αμερική ως «σωτήρας» και μεγάλος ευεργέτης. Έτσι, αποφασίζουν να πάρουν την εκδίκησή τους και τον νόμο στα χέρια τους, προκειμένου να κλείσουν τους λογαριασμούς τους, να εξιλεωθούν και να γιατρέψουν το βαθύ τραύμα που συνεχίζει να στοιχειώνει τη ζωή τους.

Η Ντοντό, κοσμική και επιτυχημένη, διατηρεί μια τοξική σχέση με έναν παντρεμένο. Η Φωφώ, θεούσα και αθώα, παραμένει κρυφά ερωτευμένη με τον παπά της ενορίας, ενώ υφίσταται του λιναριού τα πάθη από τον αυταρχικό της πατέρα. Η Πόπη, λαϊκής καταγωγής, δουλεύει σαν σκλάβα στο ψητοπωλείο του κακοποιητικού της συζύγου και της πεθεράς της. Τέλος, η Αλέκα, κομμουνίστρια που έχει καταλήξει να εργάζεται ως αρχισυντάκτρια μιας «κίτρινης» τηλεοπτικής εκπομπής, παλεύει να μεγαλώσει μόνη της τον αντιδραστικό γιο της.

Για όσους θυμούνται τη σειρά, τίποτα δεν έχει αλλάξει στην υπόθεση από εκείνα τα ελάχιστα επεισόδια που είχαν προβληθεί, πριν διακοπεί η παραγωγή λόγω προβλημάτων ανάμεσα στις πρωταγωνίστριες. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος Ρήγας φαίνεται πως θέλει να δείξει τι απέγιναν οι τέσσερις αυτές γυναίκες, που στη σύντομη τηλεοπτική τους παρουσία απέκτησαν φανατικό κοινό.

Με κοφτερές ατάκες και έντονη κριτική στην πατριαρχία, αλλά και στις μανίες της σύγχρονης κοινωνίας, η ταινία αν και διατηρεί τηλεοπτική αισθητική, λιγότερο υστερική από τη σειρά, ισορροπεί ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και το κοινωνικό δράμα, με τον  Ρήγα να αποδεικνύει ότι έχει καλή αίσθηση του ρυθμού και της διαχείρισης εσωτερικών χώρων. Παρά τις υπερβολές της και τον εμπορικό της προσανατολισμό,  ξεγυμνώνει ένα αδιάλλακτο πατριαρχικό σύστημα που επιτρέπει στην κακοποίηση να διαιωνίζεται κι αυτό  δεν είναι λίγο για μια ταινία που θέλει να απευθυνθεί σε ευρύ κοινό.

Το Μυστηριώδες Βλέμμα του Ροζ Φλαμίνγκο (La Misteriosa Mirada del Flamenco/The Mysterious Gaze of the Flamingo)

Σκηνοθεσία: Ντιέγκο Σερπέδες

Παίζουν: Ταμάρα Κορτές, Ματίας Καταλάν, Πόλα Ντιναμάρκα, Κλαούντια Καμπέθας

Περίληψη: ‘Ένα κορίτσι βρίσκει μία απρόσμενη οικογένεια σε μία ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα που ζει στην έρημο της Βόρειας Χιλής. Όταν μία θανατηφόρα επιδημία σκορπίζει τον φόβο στην περιοχή, τα πάντα θα αλλάξουν.

 Η επίσημη υποβολή της Χιλής για το Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας, που απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο «Ένα Κάποιο Βλέμμα» των Καννών.

Το 1982, ένα εντεκάχρονο ορφανό κορίτσι βρίσκει την οικογένεια που του έλειπε στην καρδιά μιας μικρής queer κοινότητας, η οποία ζει σε μια απομονωμένη κωμόπολη στην έρημο της Βόρειας Χιλής. Εκεί, η μικρή Λίντα, που την περιμάζεψε μια τρανς καλλιτέχνιδα με το όνομα Φλαμίνγκο, βιώνει τη δική της ενηλικίωση. Το τοπίο είναι αφιλόξενο και σκληρά ανδροκρατούμενο, αλλά τα θαρραλέα μέλη της κοινότητας απαντούν με γαργαλιστική τσαχπινιά και τσαγανό — μέχρι τη στιγμή που η φήμη για έναν θανατηφόρο μεταδοτικό ιό, που μεταδίδεται με το βλέμμα και στοχοποιεί ομοφυλόφιλους άνδρες, σκορπίζει φόβο και βία στην περιοχή.

Ο Ντιέγκο Σερπέδες,  στα χνάρια του Αλμοδοβάρ, παρουσιάζει την περιθωριοποιημένη κοινότητα των τρανς καλλιτεχνών με μπρίο και ζωντάνια, δημιουργώντας ένα μελόδραμα που δεν φοβάται τη συγκίνηση. Η ταινία στοχοποιεί τον ρατσισμό και τις προκαταλήψεις, χωρίς να κουνάει διδακτικά το δάχτυλο. Αντιθέτως, ο Σερπέδες διατηρεί την αφηγηματικό τον μποέμ και ανάλαφρο, όπως και οι πρωταγωνίστριες της ταινίας, αποθεώνοντας τελικά την αγάπη, η οποία ανθίζει ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες.

Η αναφορά στο AIDS και στον τρόπο που αντιμετωπίστηκε, όταν πρωτοεμφανίστηκε είναι εμφανής, αλλά ο Σερπέδες τη χρησιμοποιεί ως σύμβολο κάθε προκατάληψης που σπέρνει διχόνοια, επιστρατεύοντας τη λογική του «μαγικού ρεαλισμού». Το αποτέλεσμα είναι ένα θαρραλέο κινηματογραφικό ντεμπούτο, που αποτυπώνει με ειλικρίνεια τη ζωή της κοινότητας και χωρίς να ξεχνάει το κοινωνικό της σχόλιο πάνω στην  έμφυλη βία, παραμένει μια λυρική ιστορία για την αγάπη, την αντίσταση και την ελπίδα.

Greenland 2 (Greenland 2: Migration)

Σκηνοθεσία: Ρικ Ρόμαν Βο

Παίζουν: Τζέραρντ Μπάτλερ, Μορένα Μπακαρίν, Γουίλιαμ Αμπαντί, Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις, Σόφι Τόμσον, Άμπερ Ρόουζ Ρέβα

Περίληψη: Τα επιζώντα μέλη της οικογένειας Γκάριτι πρέπει να αφήσουν την ασφάλεια του καταφυγίου τους στη Γροιλανδία και να ξεκινήσουν ένα επικίνδυνο ταξίδι προς την ερειπωμένη πια Ευρώπη για να βρουν ένα νέο σπίτι.

Ο Τζέραρντ Μπάτλερ και η υποψήφια για Emmy Μορένα Μπακαρίν επιστρέφουν στο post-apocalyptic sequel του «Greenland: Το Τελευταίο Καταφύγιο».

Μετά από πέντε χρόνια, οι επιζώντες του καταφυγίου στη Γροιλανδία παλεύουν με τη ζοφερή πραγματικότητα της ζωής τους. Οι πόροι λιγοστεύουν και το ηθικό εξαντλείται, ενώ η εξερεύνηση της επιφάνειας φαντάζει επικίνδυνη. Κάθε μέρα εντείνει την πάλη μεταξύ επιβίωσης και πραγματικής ζωής, πράγμα που βαραίνει ιδιαίτερα τον Νέιθαν Γκάριτι, έναν έφηβο που λαχταρά μια ζωή που ίσως ποτέ δεν θα καταφέρει να έχει.

Όταν το καταφύγιο καταστρέφεται, ολόκληρος ο κόσμος των Γκάριτι καταρρέει ξανά. Φήμες για μια νέα όαση στη Γαλλία, στο σημείο πρόσκρουσης του μετεωρίτη Κλαρκ, φέρνουν ελπίδα, αλλά και αμφιβολία. Αποφασισμένοι να συνεχίσουν, οι Γκάριτι ξεκινούν το ταξίδι τους προς την Ευρώπη. Στην επιφάνεια όμως, η οικογένεια αντικρίζει έναν πλανήτη αλλοιωμένο από τις συνέπειες της καταστροφής. Οι επιζώντες είναι δύσπιστοι, βίαιοι και απελπισμένοι, ενώ η απώλεια και η θλίψη τους έχουν καταβάλλει. Παρά τις δυσκολίες, η οικογένεια παραμένει ενωμένη. Αυτή τη φορά, δεν αναζητούν καταφύγιο υπογείως, αλλά σε μια μυστηριώδη γη που ίσως κρατά τα κλειδιά για την αναγέννηση του πολιτισμού. Θα βρουν αυτό που αναζητούν, ή θα πέσουν θύματα μιας ακόμη απογοήτευσης;

Η πρώτη ταινία, «Greenland: Το Τελευταίο Καταφύγιο», σημείωσε εντυπωσιακή εμπορική επιτυχία, κατακτώντας την κορυφή του box office σε 26 χώρες — ανάμεσά τους η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ρωσία — και συγκεντρώνοντας συνολικά έσοδα άνω των 52 εκατομμυρίων δολαρίων. Η δυναμική αυτή πορεία εξηγεί γιατί, παρότι η ταινία δεν προβλήθηκε ποτέ σε αμερικανικές αίθουσες, κατάφερε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για το sequel.

Η συνέχεια παραμένει πιστή στα γνώριμα αφηγηματικά μοτίβα μιας περιπέτειας επιβίωσης, ενσωματώνοντας παράλληλα στοιχεία road movie. Οι σκηνές δράσης διατηρούν ένταση και αγωνία, ενώ ο Ρικ Ρόμαν Βο, χωρίς να επιχειρεί ουσιαστικές καινοτομίες, κατορθώνει να χτίσει αποτελεσματική ατμόσφαιρα. Φαίνεται, μάλιστα, πιο ώριμος στη διαχείριση των δραματικών εντάσεων της αφήγησης, καθώς και στο κοινωνικό σχόλιο μιας μετα-αποκαλυπτικής καταστροφής, που φέρνει την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με τον εαυτό της.

Παίζονται ακόμα:

Primate

Σκηνοθεσία: Γιοχάνες Ρόμπερτς

Παίζουν: Τζόνι Σεκόγια, Τζέσικα Αλεξάντερ, Τρόι Κότσουρ

Περίληψη: Oι τροπικές διακοπές μία παρέας φίλων μετατρέπονται σε μία εφιαλτική ιστορία τρόμου και επιβίωσης.

Θρίλερ επιβίωσης με φόντο ένα τροπικό νησί από τον Γιόχαν Ρόμπερτς («47 Μέτρα Βάθος»).

Όταν η Λούσι επιστρέφει στο σπίτι της στη Χαβάη μετά από το πρώτο της έτος στο κολέγιο, ανυπομονεί να περάσει ανέμελες διακοπές με τους φίλους της, την αδελφή της και το αγαπημένο κατοικίδιο της οικογένειας, τον χιμπατζή Μπεν. Με τον πατέρα της να έχει φύγει για επαγγελματικούς λόγους, η Λούσι και η παρέα της ανυπομονούν να χαλαρώσουν στην πισίνα του οικογενειακού σπιτιού, ένα πολυτελές καταφύγιο κρυμμένο σε έναν απομονωμένο βράχο. Όμως ο φιλικός και υπάκουος Μπεν, που μεγάλωσε ως αγαπημένο «αδελφάκι» των κοριτσιών, σύντομα γίνεται ασυνήθιστα επιθετικός. Καθώς η εχθρική συμπεριφορά του κλιμακώνεται, η Λούσι συνειδητοποιεί πολύ αργά ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά.

O Σούπερ Τσάρλι (Super Charlie)

Σκηνοθεσία: Γιον Χόλμπεργκ

Με τις  φωνές των (στα ελληνικά): Ακίνδυνου Γκίκα, Ραφαέλλας Μαρίας Γκίκα, Βασιλικής Σούτη, Στέλιου Ψαρουδάκη κ.α

Περίληψη: Οι περιπέτειες του αδερφού ενός σουπερμωρού.

Animation διασκευή του παιδικού βιβλίου της σπεσιαλίστα στην αστυνομική λογοτεχνία Καμίλα Λάκμπεργκ.

Ο δεκάχρονος Βίλι πάντα ονειρευόταν να γίνει σούπερ ήρωας και να κατατροπώσει εγκληματίες με τον αστυνομικό πατέρα του. Ωστόσο, το όνειρό του καταρρέει, όταν γεννιέται ο μικρός του αδερφός Τσάρλι. Ο μικρός μπόμπιρας αναστατώνει τα νερά και ο Βίλι ανακαλύπτει τι σημαίνει να είσαι ο μεγάλος αδερφός ενός σουπερμωρού.

Επαναπροβολή:

Γερτρούδη (Gertrud)

Σκηνοθεσία: Καρλ Θιοντόρ Ντράγιερ

Παίζουν: Νίνα Πενς Ρόντε, Μπεντ Ρότε, Έμπε Ρόντε, Μπάρντ Οου

Περίληψη: Η ιστορία μιας γυναίκας που αρνείται να συμβιβαστεί στον έρωτα και στη ζωή

Η τελευταία ταινία μυθοπλασίας του Καρλ Θίοντορ Ντράγιερ, που άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ο κινηματογράφος προσεγγίζει την ηθική, την πίστη, τον έρωτα και την ανθρώπινη συνείδηση.

Η απελπισμένα ρομαντική Γερτρούδη ζει σε έναν κόσμο καλλιτεχνών και μουσικών στις αρχές του 20ού αιώνα, αναζητώντας την ιδανική αγάπη. Εγκαταλείπει λοιπόν τον διακεκριμένο σύζυγό της για να ξεκινήσει σχέση με έναν νεαρό πιανίστα, ο οποίος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην επιθυμία της για διαρκή στοργή. Όταν ένας παλιός εραστής επιστρέφει στη ζωή της, η Γερτρούδη έρχεται αντιμέτωπη με νέες απογοητεύσεις και καλείται να αποδεχτεί την πραγματικότητα, επιλέγοντας συνειδητά τη μοναξιά.

Γυρισμένη με ακραία λιτότητα, μεγάλες σε διάρκεια σκηνές και σχεδόν πλήρη απουσία εξωτερικής δράσης, η ταινία μετατρέπει τον λόγο, τη σιωπή και το βλέμμα σε καθαρό κινηματογραφικό γεγονός. Η Γερτρούδη δεν είναι απλώς χαρακτήρας· είναι μια στάση ζωής. Η επιλογή της μοναξιάς αντί της ημιτελούς αγάπης, η εμμονή στην απόλυτη αλήθεια του συναισθήματος και η άρνηση κάθε κοινωνικού ρόλου που περιορίζει την εσωτερική ελευθερία την καθιστούν μια από τις πιο ριζοσπαστικές γυναικείες μορφές στην ιστορία του κινηματογράφου.

Η ταινία κατέχει μοναδική θέση στη φιλμογραφία του Ντράγιερ, φτάνοντας σε μια μορφή «καθαρής» κινηματογραφικής έκφρασης: η κάμερα παραμένει σταθερή, οι κινήσεις είναι ελάχιστες και κάθε λέξη φέρει το βάρος μιας ηθικής δήλωσης. Κάθε πλάνο, κάθε σιωπή γίνεται μέσο εξερεύνησης της ψυχής, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική κινηματογραφική δύναμη μπορεί να προκύψει από την απόλυτη λιτότητα και την εσωτερική ένταση.