The old face behind the new face: Η έκθεση της Alison Jones εξερευνά τη λάμψη και τις αντιφάσεις της high society
Στη γκαλερί Cynefin Athens στην Πλατεία Αμερικής, η έκθεση της βραβευμένης βρετανίδας εικαστικού Alison Jones βλέπει πίσω και πέρα από την κατασκευασμένη λάμψη της μόδας, διερευνώντας την ταξική της διάκριση…
Cynefin. Ένας χώρος που στα ουαλικά σημαίνει «οικότοπος». Ένα περιβάλλον που εκφράζει τη συγχρονία των ανθρώπων, τη σχέση τους με τον τόπο και την πολιτισμική ιστορία. Μέσα σε αυτό το φιλόξενο πεδίο δράσης του επιμελητή Neal Rock, που λειτουργεί και ως residency για τους καλλιτέχνες η Alison Jones, δουλεύοντας για τρεις μήνες, δημιούργησε έργα που εστιάζουν σε μία άλλη συσχέτιση. Εκείνη της μόδας και της σύνδεσής της με τον φεμινισμό του σήμερα. Της κατανάλωσης και της διαμόρφωσης της γυναικείας ταυτότητας.
Τα ψηλόλιγνα ποτήρια της αφρώδους σαμπάνιας σε ένα σουαρέ τέχνης, τα κανίς με τις κρεπαρισμένες κουαφ, οι socialites με τις καλειδοσκοπικές τουνίκ, που θυμίζουν Emilo Pucci, αξιότιμες grandes dames με γούνες και glossy περιοδικά ανά χείρας, μια λεπτοφυής μορφή με νευρώδη άκρα και ελαφίσια μάτια, που μοιάζει με υβρίδιο της Audrey Hepburn και της Christy Turlington… Πορτρέτα-μινιατούρες που θα μπορούσαν κάλλιστα να κοσμούν το εξώφυλλο του Harper’s Bazaar και του Vogue Living. Και μία εικονογραφία που θυμίζει fashion illustrators, όπως ο David Downtown. Εκ πρώτης όψεως οι πίνακες της Jones ίσως να παραπέμπουν στην ανέφελη πλευρά της ζωής, εκείνη που «ξεκουράζει το βλέμμα».
Όμως, αν σταθείς λίγο περισσότερο εντοπίζεις τα κρυμμένα νοήματα. Πλάι στην editorial πλευρά συνυπάρχει η έννοια του “life happened” με τη βίαιη και αμφίβολη έκβασή της. Το επιτηδευμένα τέλειο διακόπτεται από το αποσαθρωμένο. Η μόδα για την Alison Jones είναι δίκοπη…
Σειρά έργων Le Rouge et le Blanc. 2026, Dubuffet's Women. 2025
Στο “Military Trench” το έργο «υποδοχής» στο μέσο της αίθουσας, με το κόκκινο χρώμα στο φόντο του, ένα catwalk αποτυπώνει το φευγαλέο βήμα ενός μοντέλου με μιλιτέρ καπαρντίνα και το πολυπόθητο item των τελευταίων σεζόν, μια τσάντα Fendi. Πίσω του, όμως, διαδραματίζεται μία ατόφια σκηνή πολέμου. Το δυναμικό βάδισμα του catwalk με τα stilettos τίθεται σε συνάρτηση με τον άνθρωπο, που ποδοπατείται υπό τις αρβύλες στην πραγματική ζωή.
Ενώ δίπλα του σε ένα άλλο μεγάλο δίπτυχο μία γυναίκα με μαύρη couture δημιουργία, κάνει scroll απορροφημένη στο κινητό της. Πίσω της διακρίνεται μια άλλη γυναίκα. Γυμνή και εκτεθειμένη με χειροπέδες, θύμα trafficking, έρμαιο μιας μοίρας σκληρής. Τα χέρια της δεν είναι το ίδιο ελεύθερα να περιηγηθούν στο εθιστικό ταξίδι του ψηφιακού κόσμου. Αντίθετα, εκτείνονται βίαια σε αντίθετες κατευθύνσεις από δύο άντρες.
Μέσα από τη δημιουργική μεταφορά έργων της παλαιότερης έκθεσής της, “Subtle Abyss” από τη Μαρία Τουμάζου, βλέπουμε τη μαύρη σκιά μίας ανδρικής φιγούρας να παραμονεύει στη γωνία ενός τοίχου. Τη λανθάνουσα απειλή της πατριαρχίας…
Μία κοινωνική κριτική λαμπερή όσο τα θέματά της
«Ο πόνος όσων αντικρίζεις μπορεί να είναι συνάμα συναρπαστικός, έως και αστείος», γράφει ο Ian Hunt στο δοκίμιό του για την Alison Jones, που διαβάζει κανείς ανάμεσα στα έργα. Το επίτευγμά της είναι η ανάκληση διαφορετικών, ίσως και αντιφατικών συναισθημάτων την ίδια στιγμή. Μία τσεχοφική πινελιά της κωμικοτραγικής ανθρώπινης ύπαρξης, που υπονομεύει τη σοφιστικέ ατμόσφαιρα όσων απεικονίζονται. Ο «φεμινισμός της δεκαετίας του ’90 διαπνέετο από την ειρωνία», συνεχίζει το κείμενο. Μέσα σε ένα πλαίσιο, όπου η κουλτούρα υπό το πρίσμα της ειρωνίας αποδομείται σαρκαστικά, το ζητούμενο της γυναικείας θεάτριας είναι να αναγνωρίσει κάπου τον εαυτό της και να ταυτιστεί. Εν προκειμένω ίσως και να αφυπνιστεί από τη ναρκωτική γοητεία του shopping…
Εδώ είναι ίσως που ταιριάζει πολύ η δική της εκδοχή από το έργο “Girl before a mirror” του Picasso. Όμως, αυτή τη φορά η γυναίκα δεν κοιτά στο είδωλό της ενσυνείδητα τη διπλή, σκοτεινή της εκδοχή. Προσπαθεί να βρει τον εαυτό της, θαμμένο κάπου μέσα στις προσδοκίες και τα πρότυπα που της έχουν επιβληθεί από το χρόνιο brainwashing των «βίβλων» της μόδας και της ομορφιάς.
Η Jones αφήνεται στον απατηλό κόσμο των glitterati για να γίνει παρατηρητής του. Επιχειρεί να κατανοήσει το ερωτεύσιμο κομμάτι των υλικών αγαθών, την επίδραση της πολυτέλειας αλλά και την ψευδαίσθηση ανωτερότητας και πολιτισμικής υπεροχής που αυτά εντείνουν, για να δομήσει την κοινωνική κριτική της. Διάστικτη από λάμψη σαν τους εικονιζόμενους των έργων της, αλλά ευθύβολη. Αν ο κοινωνιολόγος Thorstein Veblen μίλησε πρώτος για την έννοια της «επιδεικτικής κατανάλωσης» το 1899, για την πολυτέλεια ως αδιάψευστο δείκτη κοινωνικού status και κύρους, η καλλιτέχνης κρατά αυτό το δεδομένο, μελετώντας περαιτέρω τον Γάλλο κοινωνιολόγο Pierre Bourdieu και το εμβληματικό έργο του «η Διάκριση». Η μόδα είναι συστατικό του τρόπου ζωής των προνομιούχων, ένας τρόπος να αποδοθεί η αισθητική που τους διαχωρίζει από τη μαζικότητα. Στα έργα της το μπανάλ αποκρύπτεται για να κυριαρχήσει το άφταστο γούστο της ελίτ. Η «μάχη» για να είσαι στην ανώτερη κλίμακα της κοινωνικής ιεραρχίας είναι αφανής. Τα πρόσωπα των έργων της είναι ήδη εγκατεστημένα στον κόσμο της ευμάρειας και της κατανάλωσης.
Η φιλοδοξία, ο πλούτος, η ταύτιση με τα αντικείμενα, η μεγαλομανία και οι τελετουργίες της αστικής τάξης διαχέονται μέσα από μία έκρηξη χρώματος και γνώριμων ενσταντανέ από ντεφιλέ και φωτογραφίσεις. Το εννοιολογικό της υπόβαθρο φαίνεται σε λεπτές ενδείξεις. Όπως ο τίτλος “Le rouge et le noir” με τα χέρια μιας κοσμικής να κρατούν λευκό και κόκκινο κρασί. Το έργο ανακαλεί «το κόκκινο και το μαύρο» του Σταντάλ, δημιουργώντας συνειρμούς γύρω από την κοινωνική ανέλιξη και την επιθυμία ένταξης στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους.
Η αφήγηση της Jones περνά το κοινωνικό της σχόλιο με το δικό της “glamorous” εύρημα, αξιοποιώντας τα ίδια τα μέσα της λάμψης. Η υπονόμευση συντελείται εκ των έσω, μέσα από εξίσου επιβλητικές αισθητικές ανατροπές. Πίσω από το τι είναι υψηλό και τι τετριμμένο, τι είναι in και τι είναι εκτός βρίσκουμε αυτή την πηγή ελέγχου, που αποτελεί η ίδια η μόδα. Το σύστημά της και το ερώτημα του ποιοι το εξουσιάζουν. Μέσα στο πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού, όπου τα πολυτελή αγαθά και η κατανάλωσή τους εξαπλώνεται εκθετικά σε παγκόσμιο επίπεδο, ευνοώντας τις διακυμάνσεις και την ανισότητα, πώς μπορούν να αντιδράσουν οι καλλιτέχνες; Και τι θέση μπορεί να πάρει ο φεμινισμός σήμερα για να υπερασπιστεί τις γυναίκες; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που η καλλιτέχνης επιλέγει να προβάλλει.
Αναζητώντας τη σημασία του τίτλου της έκθεσης βρίσκει κανείς την απάντηση σε ένα συλλογικό project στο οποίο είχε συμμετάσχει η Alison Jones, με τον κατάλογό του να θυμίζει τεύχος της Vogue. Στο κείμενο “Martha Rossler reads Vogue” βρίσκουμε το σχετικό απόσπασμα: «τι είναι η Vogue; Είναι το καινούργιο πρόσωπο πίσω από το παλιό, είναι η πόζα, το look, η επιδερμίδα, ο ναρκισσισμός, το φύλο κρυμμένο κάτω από πέπλα και πτυχώσεις, πλέξεις και νήματα. Είναι το παλιό σου εγώ που δεν το θες πια, η μεταστροφή στο νέο εγώ που θέλεις να γίνεις. Είναι το καινούργιο πρόσωπο κάτω από το παλιό, άσχημο πρόσωπο. Είναι το αδύναμο πρόσωπο που καλύπτεται από το ισχυρό. Είναι το δέρμα που μετατρέπει ολόκληρο το σώμα σου σε πρόσωπο. Είναι ναρκισσισμός, είναι υποταγή, είναι το κυνήγι, είναι δράμα, είναι πολυτέλεια, είναι ζωώδες ένστικτο… Είναι ο εαυτός ως αντικείμενο, ως γλυπτό, ως δημιουργία. Είναι η υποταγή μεταμφιεσμένη σε μαγική γυναικεία δύναμη πάνω στους άνδρες... πάνω στις γυναίκες, πάνω στις καριέρες, πάνω στον ιδιωτικό κόσμο. Είναι η Vogue».
Μόνο που αν προσέξουμε λίγο ο τίτλος έχει αντιστραφεί και πλέον λέει «είναι το παλιό πρόσωπο πίσω από το καινούργιο». Σαν η καλλιτέχνης να αναζητά την αυθεντικότητα, την αλήθεια κάτω από το κατασκευασμένο προσωπείο… H Alison Jones μοιράζεται σκέψεις της για τα έργα της.
«Είναι το παλιό πρόσωπο πίσω από το καινούργιο». Ο τίτλος που επιλέξατε για την έκθεσή σας μοιάζει με αντιστροφή μιας φράσης που προέρχεται από το κείμενο “Martha Rosler reads Vogue” μιας προηγούμενης συλλογικής δουλειάς. Θα μπορούσατε να μας πείτε περισσότερα για τη σημασία του; Έχει να κάνει με την αποδοχή του ατελούς εαυτού μας σε αντίθεση με την εικόνα τελειότητας που προβάλλεται από τη βιομηχανία της μόδας και τον Τύπο;
A.J. Οικειοποιήθηκα τη φράση από το βιντεο-project Martha Rosler reads Vogue της Martha Rosler, το οποίο αποτελεί μια απίστευτη σάτιρα της βιομηχανίας της μόδας και της ιδεολογίας της φιλοδοξίας και της ανέλιξης, που συνδέεται με τον καταναλωτισμό ειδών πολυτελείας. Το έργο διαβάζεται σαν διαφημιστικό κείμενο τύπου Mad Men, σαν ευαγγελικό παραλήρημα και σαν μια υπερβολικά ενθουσιώδης δημοσιογραφική κολακεία υπό την επήρεια διεγερτικών και καταρρίπτει την πολιτική και φιλοσοφική ιδεολογία του ελιτίστικου καταναλωτισμού με ριζοσπαστικό πνεύμα και οξύ χιούμορ. Είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί ποτέ σχετικά με τη γοητεία των πολυτελών γυναικείων περιοδικών.
Όπως παρατηρήσατε, την αντέστρεψα και την επέλεξα ως μία μεταφορά για πολλά από τα θέματα που διατρέχουν αυτή την έκθεση, ενώ μου άρεσε και η καταδικαστική ρητορική του τρόπου με τον οποίο ακούγεται. Το παλιό πρόσωπο μπορεί να είναι οι παλιές μορφές καταπίεσης, που συναντάμε στις απεικονίσεις των αμερικανικών σκηνών ανάκρισης στους πίνακες του Leon Golub, τους οποίους συμπεριλαμβάνω στους δύο δίπτυχους πίνακές μου· το νέο πρόσωπο θα μπορούσε να είναι η νέα παγκόσμια τάξη, όπου βλέπουμε τα πάντα, αλλά επιλέγουμε να κοιτάξουμε αλλού.
Υπάρχει επίσης το ερώτημα του πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η πολιτική τέχνη στο να αλλάξει τον κόσμο, όταν οικειοποιείται από τις παγκόσμιες ελίτ. Η συνεργάτιδά μου στην έκθεση, η Κύπρια καλλιτέχνις Maria Toumazou, θέλησε να πλαισιώσει το πρόσφατο έργο μου αναδημιουργώντας ορισμένες τοιχογραφίες από πριν από 20 χρόνια, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί με αφορμή τον καταμερισμό της εργασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών καλλιτεχνών. Η μία είναι μια ζωγραφική απεικόνιση της καλλιτέχνιδας (εμένα) σκυμμένης να μεταφέρει μια σακούλα σκουπιδιών, ενώ η άλλη παρουσιάζει έναν μεγαλόσωμο άνδρα να ουρεί μαύρη μπογιά. Ο τίτλος θα μπορούσε να αναφέρεται στις παλιές ιδέες που παραμένουν στη σκιά του νέου έργου. Και, φυσικά, το IT IS THE OLD FACE θα μπορούσε εξίσου εύκολα να αναφέρεται στον ατελή ή συναισθηματικά εξαρτημένο εαυτό, τον οποίο κανένα λίφτινγκ ή μακιγιάζ δεν μπορεί να απελευθερώσει από τον φόβο της γήρανσης.
Η πολυτέλεια, η μόδα και ο τρόπος που η υψηλή κοινωνία τις χειρίζεται ή τις επιδεικνύει είναι σταθερά σημεία αναφοράς στο έργο σας. Τι είναι αυτό που βρίσκετε συναρπαστικό σε αυτή τη θεματική και τι το διαφορετικό συναντούμε στην έκθεση “It is the old face behind the new face”;
A.J. Η εγγύτητα της κουλτούρας των τεχνών με τον τρόπο ζωής και τα αγαθά πολυτελείας δεν υπήρξε ποτέ πιο εμφανής. Οι οίκοι πολυτελείας χορηγούν καλλιτεχνικές διοργανώσεις, για παράδειγμα τη συνεργασία της Hermès με την Art Athina, για να αναφέρω μόνο μία, μέσα σε μια σχέση αμοιβαιότητας, όπου το πολιτισμικό, το κοινωνικό και το οικονομικό κεφάλαιο διαπλέκονται, απολαμβάνοντας το ένα την αίγλη του άλλου, και μάλιστα με ιδιαίτερα επιδεικτικούς τρόπους.
Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η αμοιβαία έλξη. Είναι ένα σύνθετο ζήτημα και η τέχνη υπήρξε ανέκαθεν προνόμιο των ελίτ. Ωστόσο, ο σύγχρονος τρόπος του να ντύνεται κανείς, να επιδεικνύεται και να επιτελεί ένα συγκεκριμένο ύφος μέσω της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της φωτογραφίας, μου προσφέρει ένα ευρύ πεδίο προς διερεύνηση.
Εξίσου σημαντική είναι και η κριτική που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα στις Σχολές Καλών Τεχνών, ότι η ζωγραφική ειδικότερα αποτελεί ένα αγαθό πολυτελείας par excellence. Κάτι που, φυσικά, είναι αλήθεια... αλλά είναι και πολλά περισσότερα από αυτό!
Διάβασα κάπου στο βιβλίο “évasion” το οποίο συνοδεύει την έκθεση για τον «επαναπροσδιορισμό της σύγχρονης γυναικείας εμπειρίας». Σας ενδιαφέρει αυτή η προσπάθεια μέσω της τέχνης σας;
A.J. Τοévasion ήταν μια έκθεση που επιμελήθηκα μαζί με τη συνάδελφο καλλιτέχνιδα Milly Thompson, διερευνώντας τα δικά μας συναισθήματα ενοχής σχετικά με το ότι είμαστε απόλυτα φεμινίστριες, αλλά ταυτόχρονα αγαπάμε τη μόδα, επιθυμούμε να είμαστε λαμπερές και, κρυφά, απολαμβάνουμε με αυτάρεσκη ικανοποίηση την πολυτελή ζωή που προβάλλεται στα περιοδικά Vogue και WMagazine.
Σε αυτήν εντοπίσαμε τις δυνατότητες που ήταν διαθέσιμες στις γυναίκες καλλιτέχνιδες στις αρχές του 21ου αιώνα, καθώς προσπαθούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στον φεμινισμό, τον νεοφιλελευθερισμό, τον ατομικισμό, τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας, την υποκρισία, τη φιλοδοξία, τη μόδα και τη σωματικότητα. Οργανώσαμε ένα συμπόσιο με συγγραφείς που θαυμάζαμε, προκειμένου να διερευνήσουμε τη σύγχρονη, για εκείνη την εποχή, κατάσταση του φεμινισμού.
Οι τελετουργίες της αστικής τάξης μέσα από μία γνώριμη εικονογραφία με ενσταντανέ από ντεφιλέ και editorials
Ο νέος φεμινισμός έχει «χιούμορ, ειρωνία ακόμα και την αίσθηση του φλερτ εντός του»… Πώς διερευνάτε τον φεμινισμό στη δουλειά σας, από τη δική σας γενιά και την οπτική μιας γυναίκας της Δύσης; Και πώς νιώθετε ότι μπορούμε να δρούμε για να επανακτήσουμε αυτή την αίσθηση ενδυνάμωσης;
A.J. Συνεχίζοντας τη σκέψη μου σχετικά με την έκθεση évasion, η ομιλία της Monika Szewczyk με τίτλο “Flirting with Feminism” κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «…δείχνουμε πραγματικά, πραγματικά σέξι όταν ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ!» Λάτρεψα αυτή τη φράση και αυτή θα ήταν η δική μου απάντηση σχετικά με την ενδυνάμωση: η ΣΚΕΨΗ και η ΓΝΩΣΗ, ώστε να μπορείς να διακρίνεις τις ιδεολογίες που παγιδεύουν τις γυναίκες και να ενεργείς αναλόγως.
Καλλιτέχνες όπως οι Helmut Newton, Thomas Ruff, Jean Dubuffet και Morris Louis έχουν εμπνεύσει προηγούμενα έργα σας. Θα μπορούσατε να μοιραστείτε κάποιες καλλιτεχνικές αναφορές που αποτελούν το υπόβαθρο της τρέχουσας έκθεσής σας;
A.J. Όταν ήμουν φοιτήτρια, ο Καθηγητής μου στη Σχολή Καλών Τεχνών Slade, Sir Laurence Gowing, σε μια διάλεξή του για τον Ρενουάρ περιέγραψε τον καλλιτέχνη ως κάποιον που χρησιμοποιούσε το πινέλο του σαν την άκρη του πέους του, χαϊδεύοντας τη γυναικεία σάρκα που ζωγράφιζε. Αυτή η ιδέα υπήρξε μια αποκάλυψη για μένα και ξαφνικά εξήγησε το γιατί ένιωθα τόσο αμήχανα, σαν απατεώνας, σαν αρσενικός ηδονοβλεψίας μπροστά σε τόσα πολλά έργα από τον κινηματογράφο, την τέχνη και τη λογοτεχνία.
Ένας αριθμός έργων μου παρουσιάζει γυναίκες θεάτριες που παρακολουθούν την ιστορία της τέχνης μέσα από το ανδρικό βλέμμα. Η Laura Mulvey και η Mary Ann Doane έχουν θεωρητικοποιήσει τη γυναικεία θέαση ως μια κατάσταση «διπλής όρασης» ή « ὁρᾶν μέσα από την ιδεολογία»· αυτό είναι κάτι στο οποίο προστρέχω πολύ όταν κοιτάζω το έργο των Newton, Ruff, de Kooning, Picasso, Dubuffet.
Ενθουσιάστηκα πολύ με αυτή την ιδέα της «διπλής όρασης» η οποία εμφανίζεται συχνά στα έργα μου. Για παράδειγμα, έχω ζωγραφίσει έργα των de Kooning και Picasso, στα οποία τα γυναικεία σώματα υφίστανται τη βίαιη επέμβαση του ανδρικού βλέμματος του ζωγράφου, με γυναίκες θεάτριες που τα αξιολογούν.
Γνωρίζω πως κάθε καλλιτέχνης επιθυμεί το έργο του να παραμένει ανοιχτό στην πρόσληψη και στην ερμηνεία αλλά υπάρχει κάτι που θα θέλατε να μεταφέρετε ως μήνυμα, μία αίσθηση που θα παραμείνει;
A.J. Ένα από τα πράγματα που αγαπώ στη ζωγραφική είναι ότι, όπως λέει η Isabella Graw, είναι πολύ “muddy” κάτι που εγώ το εκλαμβάνω ως το ότι οι πίνακες μπορούν να λειτουργούν με ειρωνεία, αμφισημία και διπλά νοήματα… καθώς και με ειλικρίνεια… όλα ταυτόχρονα και μαζί μέσα στον ίδιο πίνακα.
Και οι δικοί μου πίνακες είναι σίγουρα φόρος τιμής στα έργα των καλλιτεχνών που εντάσσω σε αυτούς, ενώ ταυτόχρονα ελπίζω θέτουν και ορισμένες περιπλοκές. Η ζωγραφική είναι σίγουρα μια μορφή αγάπης, με τα συνακόλουθα στοιχεία της συνεξάρτησης, της μεταμέλειας, της ζήλιας, της οργής και της κακής συμπεριφοράς.
Τι είναι η μόδα και οι πολυτελείς δημιουργίες της για εσάς, εκθαμβωτική ή περιοριστική; Μια λαμπερή πανοπλία που προστατεύει τον ένδον εαυτό ή μία καλά κατασκευασμένη παγίδα;
A.J. Μεγάλωσα μέσα στην εποχή του punk, το οποίο ήταν εξαιρετικά απελευθερωτικό για τις γυναίκες, καθώς απέρριπτε τις συμβατικές ιδέες περί ομορφιάς και μόδας και μας έδινε την ελευθερία να διαμορφώσουμε τις δικές μας εμφανίσεις, ψαχουλεύοντας σε second hand μαγαζιά, κόβοντας τα μαλλιά μας και φορώντας σακούλες σκουπιδιών (το έκανα κι εγώ!).
Σήμερα αισθάνομαι ότι αυτή η επιθυμία για το αποκλειστικό luxury branding, που βλέπω παντού αποτελεί μια αποδυνάμωση αυτής της DIY δημιουργικής ικανότητας που έχουμε όλοι μέσα μας. Παρ’ όλα αυτά, οι πίνακές μου δείχνουν την περιέργεια που έχω για τα εκλεπτυσμένα αξεσουάρ ή ένα κομψό τακούνι ή τη γυαλάδα σε μια γούνα… και τον ενθουσιασμό μου για την επιτέλεση μέσω του στιλ.
Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ερώτηση, μπορεί να είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα, κάτι που είναι ακριβώς αυτό που το κάνει τόσο ενδιαφέρον. Ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία είναι το “Seeing through Clothes” της Anne Hollander, το οποίο ιχνηλατεί τον τρόπο με τον οποίο η ζωγραφική, η γλυπτική και η φωτογραφία μεσολαβούν ανάμεσα στα ιδεώδη για το σώμα και σε αυτό που φοράμε.
Αυτό που εκφράζουμε μέσω των ρούχων είναι μια ζωντανή δημιουργία του επιτελεστικού μας εαυτού… κι αυτό μου αρέσει πολύ.
Οι Glitterati με τουνίκ που ανακαλούν τον Emilio Pucci
Η έκθεση “It is the old face under the new face” θα διαρκέσει έως και τις 20 Ιουνίου
Πού: Cynefin Athens, Λευκωσίας 13, Πλατεία Αμερικής, Αθήνα