Αντώνης Μυριαγκός: «Στη δουλειά αυτή εσύ είσαι το προϊόν»
Ο Αντώνης Μυριαγκός πρώτα έγινε ζωγράφος, με σπουδές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και μετά ηθοποιός.
Πιστός συνεργάτης του Θόδωρου Τερζόπουλου και του θεάτρου Άττις, εδώ και είκοσι χρόνια, ξεχώρισε με ερμηνείες υψηλής ποιότητας σε δύσκολα έργα και απαιτητικές συνθήκες. Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή ήρθε σε μια στιγμή ωριμότητας, γι’αυτό και ήξερε πως να διαχειριστεί την μεγάλη δημοσιότητα και να πάει παρακάτω.
Γεννήθηκε στη Χίο. Ζει στο Χαλάνδρι με την οικογένειά του -έχει δίδυμα παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, που σύντομα θα γίνουν 15 χρόνων.
Η φετινή χρονιά τον βρίσκει πρωταγωνιστή στα «Δύο μαύρα πουκάμισα» (Mega) και στο θέατρο Αθηνών («Ο θάνατος και η κόρη»).
«Γεννήθηκα στη Χίο, μεγάλωσα στον Καναδά -ως την β’ δημοτικού. Μετά γυρίσαμε στην Ελλάδα. Στον Καναδά πήγαμε οικογενειακά, είχε δεχτεί μια πρόταση ο πατέρας μου για το Βανκούβερ. Τελικά ζήσαμε στο Μόντρεαλ, η δουλειά δεν έκατσε, στο μεταξύ η μάνα μου είχε αρχίσει να δουλεύει, ήταν εκεί η αδελφή της, ο αδελφός της στην Αμερική…
»Μ’άρεσε στον Καναδά, υπήρχε ελληνική κοινότητα, ήμουν άλλωστε παιδί και είχα τα μάτια εκείνης της ηλικίας, παρόλο που αργότερα διαπίστωσα ότι οι γονείς μου δεν πέρναγαν καλά, δεν ήταν εύκολα τα πράγματα. Με την Χίο έχω πολλή δυνατή σχέση, πάω σχεδόν κάθε χρόνο, τα παιδιά μου αγαπάνε πολύ το νησί, τα πηγαίνω από μικρά. Μ’έναν τρόπο αισθάνομαι Χιώτης -διακοπές, καλοκαίρια, συγγενείς, εκεί έκανα φαντάρος…
»Η οικογένειά μου δεν είχε κάποια σχέση με την τέχνη, αλλά μ’έναν τρόπο καλλιεργούσε ένα πνεύμα καλλιτεχνίας, απ’την πλευρά της μητέρας μου, η ίδια, ο παππούς -έπαιζε μαντολίνο, έγραφε στιχάκια. Είχα όλη αυτή την κουλτούρα της προσφυγιάς. Απ’την άλλη, ο πατέρας μου, πιο αστική οικογένεια, ναυτικοί, απ’τη Χίο, με το πιάνο και τα γαλλικά τους. Όλα αυτά είχα κάποια επιρροή.
»Ζωγράφιζα από μικρό παιδί, έχω ζωγραφιές μου από τεσσάρων ετών. Η πρώτη διαπίστωση της μάνας μου ότι εδώ κάτι γίνεται με τη ζωγραφική ήταν όταν είχα πάει για πρώτη φορά στον ζωολογικό κήπο, στον Καναδά. Γυρνώντας, στον μαντρότοιχο του σπιτιού μας, με κάτι κάρβουνα που είχαμε, άρχισα να ζωγραφίζω ό,τι μου είχε αποτυπωθεί απ’τα μεγάλα ζώα που είχα δει. Υπήρχε μια δεξιότητα, είχα χέρι, όπως και η γιαγιά μου και η κόρη της, η θεία μου. Στο Λύκειο συνειδητοποίησα ότι υπήρχε η σχολή Καλών Τεχνών. Δίνανε τότε πάνω από χίλια παιδιά για να πάρουν 40-50. Τα πρώτα δύο χρόνια ήμουν στο εργαστήριο του Κοκκινίδη, μετά με τον Μυταρά. Δεν είχα μόνο καλούς δασκάλους είχα και καλούς συμφοιτητές. Το επισημαίνω γιατί παίζει ρόλο τελικά όλη αυτή η αλληλεπίδραση μέσα στην κοινότητα. Δεν ήταν μόνο οι εμπειρίες μέσα στο εργαστήρι αλλά η βόλτα, ο καφές στα Εξάρχεια, οι ατέρμονες συζητήσεις που κάναμε 20-22 χρόνων παιδιά με όλη αυτή την ανησυχία που κουβαλούσαμε. Άνοιγε για μένα ένας κόσμος. Ήταν ευχή.
»Πράγματι δεν είναι σύνηθες να μεταπηδά κανείς απ’τη ζωγραφική στο θέατρο. Έχω διαπιστώσει ότι από την Νομική συμβαίνει πιο συχνά γιατί έχει μια συγγένεια, δίνουν παράσταση κι αυτοί και επιπλέον η δουλειά τους έχει σχέση με τον λόγο, την προφορικότητα. Νομίζω ότι υπάρχει μια αδιόρατη υπόγεια σύνδεση των Νομικών με το θέατρο. Υπήρξα πολύ ένθερμος υποστηρικτής των εικαστικών, πίστευα πως αυτός είναι ο κόσμος μου. Είχα όμως και την αδελφή μου που είχε ήδη κάνει την επιλογή της με το θέατρο, είχε τελειώσει τη Βεάκη (σ.σ. Καλιρρόη Μυριαγκού). Εγώ έβλεπα τις εξετάσεις τους και παράλληλα είχα αρχίσει να βλέπω παραστάσεις. Είχα δει τον “Γυάλινο κόσμο” του Μαυρίκιου. Αφορμή ήταν κυρίως η Καλιρρόη. Πιο πολύ έβλεπα σινεμά, τρέχαμε να δούμε Ταρκόφσκι, Κισλόφσκι, Κουροσάβα… Υπήρχαν όμως κάποιες παραστάσεις ορόσημο.
»Νομίζω ότι το πέρασμα έγινε τελείως ερήμην του. Θυμάμαι τότε ως φοιτητής είχαμε ένα παρεάκι και πηγαίναμε στο Μέγαρο, επί Λαμπράκη, και παίζαμε σε όπερες -βγάζαμε καλό χαρτζιλίκι. Φαίνεται ότι όλη αυτή η ενασχόληση με την πρόβα και την προετοιμασία, κι ας ήσουν κομπάρσος, κι ας μην έλεγες τίποτα, μου δημιουργούσε μια περίεργη χαρά, πέρναγα καλά κι αυτό ήταν ένα πρώτο σημάδι. Ύστερα, όταν ξεκίνησα να δουλεύω στο ατελιέ -είχα κλείσει να κάνω μια έκθεση, όλη αυτή η απομόνωση, ο εγκλεισμός για μήνες, μόνο εσύ και το τελάρο σου, μάλλον κατάλαβα ότι δεν ήταν και το καλύτερό μου. Ήθελα την επικοινωνία με κόσμο. Τότε ξεκίνησα ένα σεμινάριο με τον Καταλειφό και μου άνοιξε ένας ολόκληρος κόσμος -μπήκε το μικρόβιο.
»Είχα δάσκαλο τον Καταλειφό, μοναδικός, τον Τάσο Μπαντή, εξαιρετικός, την Άννα Μακράκη. Έκανα θέατρο χωρίς να έχω καμία απαίτηση να γίνω ηθοποιός. Παράλληλα ζωγράφιζα -κατά παραγγελία, για βιοποριστικούς λόγους. Κι αυτό με ακολούθησε για αρκετά χρόνια μέχρι τη στιγμή που έγιναν πολύ απαιτητικά τα πράγματα με το θέατρο και δεν μπορούσα πια.
»Τώρα δεν ζωγραφίζω. Δεν έχω τον χρόνο και δεν έχω αυτή την ανάγκη, καταλάγιασε. Το θέατρο, τα γυρίσματα σαν να το’χουν σκεπάσει. Η κόρη μου έχει μια κλίση, προσπαθώ να την παροτρύνω αλλά τώρα στην εφηβεία τα’χει παρατήσει.
»Η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά, το πρώτο μου επαγγελματικό συμβόλαιο ήταν με τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Είχε προηγηθεί το 2003 η Πειραματική Σκηνή του Λιβαθινού, στο Γκαράζ του Εθνικού. Στον Τερζόπουλο πέρασα οντισιόν. Είχα δει τότε μια παράστασή του που μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, τον “Αίαντα”. Με πήρε αμέσως. Μου είπε “ετοίμασε το διαβατήριό σου, φεύγουμε για Μεξικό, μετά Γερμανία… το καλοκαίρι έχουμε και μια Επίδαυρο”. Έπεσα κατευθείαν στα βαθιά. Ως τότε δεν είχα κάποια ιδιαίτερα ενασχόληση με τον χορό ή τον αθλητισμό, λίγο απ’όλα. Στον Θόδωρο καλλιεργήθηκαν όλα αυτά. Υπήρχαν τα αντανακλαστικά και μια υποτυπώδης σωματική ευφυΐα, κάτι που δεν λέει πολλά αν δεν βρεθείς στο κατάλληλο περιβάλλον να το καλλιεργήσεις.
»Στο Άττις με τον Θόδωρο είχα την τύχη να μην είμαι μόνο μέλος ενός Χορού αλλά και σε μεγάλες παραγωγές και σε μικρής κλίμακας έργα που ήταν πιο απαιτητικά και πιο στοχευμένα στον ηθοποιό, στο κεντρικό πρόσωπο. Ήμουν τυχερός για έπρεπε να περάσουμε αρκετές ώρες πάνω στο σανίδι παρατηρώντας ο ένας τον άλλον -μεγάλο ευτύχημα. Για το “Amor” κάναμε σχεδόν οκτώ μήνες πρόβα με την Αγλαΐα Παππά, καθόλου σύνηθες για τα ελληνικά δεδομένα. Στο Άττις οι συνθήκες ήταν πολύ ιδιαίτερες. Είναι μεγάλη τύχη να δουλεύεις με τον Θόδωρο γιατί είναι και ο τρόπος δουλειάς τέτοιος που απαιτεί μεγάλη αφοσίωση. Και δεν είναι αυτονόητο να έχεις επί ώρες από κάτω έναν σκηνοθέτη-καθοδηγητή, να σε βλέπει να κάνεις αυτοσχεδιασμό, να σε παρατηρεί. Ο Θόδωρος είναι σκληρός για τη δουλειά, όχι απέναντι στους ανθρώπους. Μαζί του ταξίδεψα πάρα πολύ, μεγάλο κέρδος. Όλο αυτό άνοιγε, άνθιζε, σου έδινε ευκαιρίες, δεν ήταν εύκολο να πάρεις το βαλιτσάκι σου και να φύγεις, δεν είχες αυτή την ανάγκη.
»Το θέατρο είναι απαιτητικό, το ίδιο το αντικείμενο είναι αδηφάγο, ζητά από σένα τέτοια παρουσία, ενεργή, επί ώρες. Γι’αυτό, συχνά, κάποιος που διαλέγει να κάνει οικογένεια είναι και λίγο πιο κοντά στη ζωή κι όχι τόσο κοντά στην τέχνη. Εγώ δεν θέλω να μπαίνουν όρια, νομίζω ότι μπορούν να γίνουν και τα δύο. Αναγνωρίζω όμως ότι η πλήρης αφοσίωση σ’έναν χώρο, μπορεί να σε πάει σε πολύ υψηλά επίπεδα, αλλά από εκεί και πέρα ο καθένας επιλέγει. Είναι ωραίο να έχεις το ένα σου πόδι στη ζωή και το άλλο στην τέχνη σου. Το ένα να τροφοδοτεί, να ταΐζει, το άλλο. Εγώ συνδύασα τη δουλειά με την οικογένεια, έκανα παιδιά.
»Τα πράγματα, τελικά, έρχονται όμως στην ώρα τους. Έτσι έγινε και με μένα. Πρώτα σε βρίσκουν απ’την τηλεόραση κι έτσι μπαίνεις σ’ένα δίλημμα. Έρχονται κάποιες προτάσεις, τις μετράς και τελικά αποφασίζεις. Κάποιοι κύκλοι κλείνουν, κάποιοι άλλοι ανοίγουν και η ζωή έρχεται να σου φανερώσει τα νέα δεδομένα στα οποία πρέπει ν’απαντήσεις. Κάποια στιγμή πρέπει να ικανοποιήσεις λίγο και το κομμάτι της εμπορευσιμότητας του προϊόντος που καλώς ή κακώς είσαι εσύ. Στη δουλειά αυτή εσύ είσαι το προϊόν -σε ποιο ράφι θα μπεις, τι αντίκρισμα έχει αυτό στην αγορά.
»Όταν ήρθε η τηλεόραση ναι, με δυσκόλεψε ν’αποφασίσω, αλλά δεν ήταν και τόσο δύσκολο όσο φανταζόμουν. Αν μ’έβρισκε δέκα χρόνια νωρίτερα, τότε, ναι, θα με δυσκόλευε. Όταν κατά καιρούς έρχονταν τέτοιες προτάσεις ήμουν πάντα κάθετος γιατί δεν ήταν η στιγμή μου, δεν ήμουν καλά μ’αυτό. Τελικά νομίζω ότι ήρθε σε μια πιο ώριμη φάση της ζωής μου που επειδή είχα κάνει πράγματα δεν υπήρχε κάποιο απωθυμένο. Ένιωθα ότι πρέπει λίγο να φροντίσουμε και το άλλο το κομμάτι, το οικονομικό.
»Η δημοσιότητα δεν με χαλάει καθόλου, με τιμά μ’έναν τρόπο. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που δεν θέλει να τον ξέρουν με το ονοματεπώνυμό του. Πρωτίστως αυτό που έχουμε ανάγκη είναι να είναι αναγνωρίσιμη η ταυτότητά μας και δεν φτάνει να είναι αναγνωρίσιμη μόνο η καλλιτεχνική σου ταυτότητα. Πρέπει να συμπορεύεται και με τ’όνομά σου. Ποιος είσαι… Ο ηθοποιός του τάδε, της ομάδας; Εκεί, υπάρχει μια ασάφεια, μια ανωνυμία.
»Μπαίνοντας στο θέατρο απ’τα εικαστικά, ξεκίνησα σε μια ομάδα που είχε μια τέτοια κατεύθυνση: Πρωτίστως το όραμα ήταν το σύνολο, η δουλειά και μέσα απ’τη χορικότητα να βγαίνουν οι παραστάσεις και οι ρόλοι. Μ’ενδιέφερε. Με τα χρόνια έρχεται η ανάγκη να πεις εδώ είμαι, αυτός είμαι. Γιατί ο δρόμος αυτός έχει πολλά εμπόδια τα οποία πρέπει να υπερβείς, να τ’αντέξεις -κάποια στιγμή δεν μπορείς να ζήσεις από αυτό, πρέπει να αυξήσεις τα έσοδά σου. Κι αυτό το πετυχαίνεις ανοίγοντας δίαυλο επικοινωνίας σε μια μεγαλύτερη κλίμακα. Πρέπει να επικοινωνήσεις με τον κόσμο. Δεν νομίζω ότι υπάρχει στην ιστορία καλλιτέχνης που δεν θα τον ενδιέφερε, όσο avant-garde κι αν είναι, να μην επικοινωνήσει το έργο του, πρωτίστως, με τον λαϊκό κόσμο -όχι με την ελίτ μιας κοινωνίας, που για μένα έχει κάτι το φοβιστικό.
»Ο “Καποδίστριας” για μένα ήταν 100% turning point. Ο Σμαραγδής μου’λεγε ότι θα γίνει χαμός. Το περίμενα, όχι όμως σε τέτοιο μεγάλο βαθμό και με τόσο μεγάλη πόλωση και αντιπαράθεση. Αλλά δεν μου ήταν και ξένο. Στην Ελλάδα ζω, καταλαβαίνω ότι είναι και λίγο χαρακτηριστικό του ελληνικού κοινού και όχι μόνο -παντού το βρίσκεις.
»Κάθε ταινία είναι προϊόν μυθοπλασίας και προέρχεται απ’την ιδέα που έχει ένας άνθρωπος, ο σκηνοθέτης. Στην προκειμένη περίπτωση επινόησε τη δική του ιστορία που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, στην ιστορία ενός ανθρώπου που υπήρξε στην πραγματικότητα. Έκανε την δική του έρευνα και μελέτη, έβαλε την δική του πινελιά κι έφτιαξε το δικό του αφήγημα για τον Καποδίστρια. Γιατί κάτι θέλει να περάσει. Εγώ δεν είχα κανένα θέμα με αυτό. Με κάλεσε ο Γιάννης Σμαραγδής να κάνω την ταινία του. Αυτό που με απασχολούσε, με απασχολεί και θα με απασχολεί είναι ότι κάθε φορά που μου δίνεται ένας ρόλος, τον οποίο έχω να εκτελέσω και να δώσω κι εγώ το στίγμα μου. Κουβαλάω κι εγώ μια ευθύνη απέναντι σ’αυτό. Αλλά συμβαδίζω, είμαι συμμορφωμένος με το σενάριο. Δεν έχω δηλαδή δικαίωμα να παραβιάσω το σενάριο, αυτό έχω πάρει στα χέρια μου κι αυτό προσπαθώ να ζωντανέψω.
»Διάβασα πολύ για τον Καποδίστρια, ήμουν σ’επαφή με την οικογένεια, με την Ναταλία Καποδίστρια, την τετρασέγγονή του -τι κουβαλάει η οικογένεια ως μνήμη. Και προχωρούσα. Άκουγα και το δικό μου ένστικτο που μου’λεγε να διαβάσω, να συσσωρεύσω πληροφορίες αλλά κάποια στιγμή να κάνω και μια επιλογή… Δεν μπορείς να παίξεις τα πάντα, δεν μπορείς να ικανοποιήσεις τους πάντες ούτε να κάνεις επίδειξη ικανοτήτων. Οπότε έκανα τις επιλογές μου και είμαι ευχαριστημένος μ’αυτές που έκανα, σ’όποιον βαθμό μπόρεσα να φτάσω. Πάντα κάνεις μια επιλογή. Πάντα θες να μπορέσεις να ικανοποιήσεις την ταινία ενός ανθρώπου και την ίδια στιγμή ν’αφήσεις αδιόρατα ένα δικό σου στίγμα, αν τα καταφέρεις. Δεν είχαμε να κάνουμε με μια ντοκουμενταρίστικου τύπου βιογραφία με μεγάλη λεπτομέρεια. Είχαμε μια αφαίρεση, μια εξιδανίκευση γιατί αυτό ήταν και το αίτημα του Γιάννη -να καταλάβει ο κόσμος τι προσέφερε ο Καποδίστριας και μαζί να φτιάξει μια φιγούρα υπερβατική. Αυτό κλήθηκα να κάνω.
»Το μεγάλο μου θέμα σε σχέση με όλα αυτά που συνέβησαν γύρω απ’την ταινία ήταν-είναι η βιασύνη. Περισσότερο υπάρχει η ανάγκη να προβληθεί η άποψη του καθενός, ως κυρίαρχη και πιο σημαντική. Σαν να παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους. Εμένα ούτε και για τον εαυτό μου μπορώ να δεχτώ ότι είμαι κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Δεν μπορώ να επιβάλω τον Αντώνη παντού. Το να θες να μπεις σε μια κουβέντα, το καταλαβαίνω. Το να θες να επιβάλεις, εκεί είναι ένα θέμα. Και όσον αφορά την ιστορία, είναι ένα working progress, κάτι ανοιχτό. Εδώ δεν κατάλαβαν οι ίδιοι οι ιστορικοί που γράφουν για τον Καποδίστρια. Η ιστορία έχει να κάνει με την έρευνα όχι με την απολυτότητα…
»Για τον Καποδίστρια τώρα, εγώ που κουβάλησα αυτόν τον ρόλο, για ένα πράγμα δεν μπορεί να αμφιβάλει κανείς: Ήταν ένας ουμανιστής, ένας άνθρωπος με όραμα. Και ίσως να μην ήταν της εποχής για να μπορέσει να εισακουστεί. Το σίγουρο είναι ότι όταν κάνεις μια τέτοια ταινία πετυχαίνεις κάτι πολύ σημαντικό. Κάνεις έναν κόσμο να πάει στο σινεμά, να ενδιαφερθεί για την ιστορία, να πάει στα βιβλιοπωλεία, να πάρει βιβλία, νέες γενιές να ασχοληθούν με τον Καποδίστρια. Οι κουβέντες που άνοιξαν μετά μόνο καλό έκαναν.
»Και σε μένα έκανε σίγουρα καλό γιατί με γνώρισε κόσμος, ο κόσμος που ήρθε να δει την ταινία. Αφού λοιπόν ήρθε ο κόσμος να με δει στο σινεμά είπα να πάω κι εγώ στα σπίτια του, μ’έναν τρόπο. Γιατί το σινεμά είναι μια μεγάλη μου αγάπη αλλά θα ήταν αφελές από μέρους μου να περιμένω ποια θα είναι η επόμενη μεγάλη ταινία που θα με ζήσει -καλώς να έρθει δηλαδή, αλλά με το σινεμά στην Ελλάδα δεν είναι εύκολο να βιοποριστείς.
»Όταν ήρθε αυτή η μεγάλη πρόταση απ’το Mega, μπήκα στο δίλημμα και είπα το ναι. Είχε μια πρόκληση όλο αυτό. Ήμουν προετοιμασμένος, μ’ενδιέφερε. Μου έκανε κλικ περισσότερο η συνεργασία με τους ανθρώπους και ότι θα βρεθώ σε μια μεγάλη δουλειά με αξιόλογους ηθοποιούς που δεν έχω δουλέψει. Γνώρισα την Ελένη Γερασιμίδου, τον Βερλέκη, τον Αεράκη, την Ψάλτη, τον Μητρούση για να αναφερθώ σε μια παλαιότερη γενιά γιατί αγαπώ πολύ τους προκατόχους μου. Αυτοί μας ανοίγουν τον δρόμο όπως και εμείς, καλώς ή κακώς, θα επηρεάσουμε τους επόμενους. Και φυσικά την παραγωγή, τον Βασίλη Μπισμπίκη, την Μαριάννα Κιμούλη… Όλους.
»Η σειρά καταπιάνεται με την αξία της φιλίας. Ναι, εγώ κρατάω τις φιλίες μου, έχω τους παιδικούς μου φίλους κι ας μην βλεπόμαστε συχνά. Έχω στενούς φίλους απ’την φοιτητική εποχή μου στην Καλών Τεχνών όπως και συναδέλφους. Μπορεί να μην αφιερώνουμε τον χρόνο που θα θέλαμε στους φίλους μας, αλλά αυτή η αναφορά της φιλίας είναι πολύ ισχυρή αναφορά.
»Όταν παίρνεις ένα σενάριο στα χέρια σου θα ψάξεις να βρεις και λίγο το αντίκρισμα που υπάρχει μέσα σου κι αν μπορείς να το βρεις και στην κοινωνία ώστε να χτίσεις αυτόν τον χαρακτήρα. Έχουμε να κάνουμε με μυθοπλασία και σε μια μεγάλη καθημερινή σειρά πρέπει τα πράγματα να είναι και σ’έναν υπερθετικό -λίγο πιο τσιμπημένα. Ψάχνεις όμως να βρεις το κουκούτσι.
»Έχω αρχίσει ν’αγαπώ τον Σήφη γιατί είναι ο άνθρωπος που έχουμε δει στη ζωή μας να χτίζει ένα παράλληλο σύμπαν, εσωτερικό, ακριβώς επειδή δεν έχει έμφυτη την ορμή της ζωής. Δεν είναι ενστικτώδης, δεν ζει παρορμητικά -εν αντιθέσει με τον φίλο του τον Μανούσο. Ο Σήφης ζει τη ζωή μέσα του κι αυτό εμένα μου το κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρον ως ηθοποιό για το πως θα το χτίσω. Κι ενώ τον έχουμε δει να’χει κολλήσει μ’αυτή τη γυναίκα, με τη φωτογραφία της, δίνει χώρο στον Μανούσο γιατί είναι τέτοιο το αξίωμα που έχει μέσα του ώστε θα κάνει ένα βήμα πίσω για να το ζήσει ο φίλος του. Παρόλα αυτά ο ίδιος τραβάει τον δικό του Γολγοθά. Πώς να διαχειριστεί τα συναισθήματά του. Αυτά οδηγούν σε εσωτερική σύγκρουση και θα δούμε πως θα ξεπεράσει τα εμπόδια και πότε θα γίνει αυτό το σκάσιμο του χαρακτήρα. Έχει ενδιαφέρον για μένα όλη αυτή η συσσώρευση. Ο Σήφης κρύβεται και κρύβει τα συναισθήματά του, όπως το κάνουν κι άλλοι άνθρωποι στη ζωή, όπως το κάνουμε και εμείς οι ίδιοι. Το έχει αυτό η ζωή, άλλοι είναι πιο φανεροί και άλλοι λιγότερο, δεν παίρνουν το ρίσκο. Ελπίζω να πάρει το ρίσκο ο Σήφης. Νομίζω ότι θα βρίσκεται συνέχεια σε μια πάλη, δεν θα μπορεί εύκολα να ξεφύγει απ’τη μοίρα του. Έχει και μια σκοτεινιά -θα δούμε…
»Παράλληλα ήρθε και το θέατρο: ”Ο θάνατος και η κόρη” αυτό το σημαντικό και επίκαιρο έργο για τρεις, ένα ζευγάρι κι έναν επισκέπτης, στου οποίου τη φωνή αναγνωρίζει η γυναίκα τον βιαστή της. Και ξτυλίγεται ένα απίθανο κουβάρι με τη γυναίκα να παίρνει τον νόμο στα χέρια της...
»Πρόβες, παράσταση, γυρίσματα για τη σειρά, όλα αυτά είναι μια καινούργια φάση της ζωής μου. Υπήρχαν φυσικά εποχές εξαντλητικές στη δουλειά αλλά τώρα είναι πολύ απαιτητικά τα πράγματα με την έννοια της έντασης. Είναι ψηλά ο πήχης. Εύχομαι να πάνε όλα καλά.
»Οπότε αυτή την περίοδο δεν βλέπω πολύ τα παιδιά μου. Πιστεύω ότι κατά βάθος τους πειράζει αλλά δεν το δείχνουν -θα γίνουν 15. Ίσως να είχα μεγαλύτερους ενδοιασμούς για όλη αυτή τη δουλειά αν τα παιδιά μου ήταν πιο μικρά. Και όπως με είδαν στη μεγάλη οθόνη, με βλέπουν που και που και στη μικρή οθόνη, οπότε καταλαβαίνουν για ποιο λόγο λείπω.
»Όταν είχα τον χρόνο -και ευτυχώς όταν μεγάλωναν τα παιδιά είχα, ήμουν αρκετά μαζί τους. Σαφώς και θαθελα να είμαι καλύτερος μπαμπάς -κάνω την αυτοκριτική μου. Καμιά φορά νομίζεις ότι αν πεις στα παιδιά πέντε συγκεκριμένες ατάκες έκανες το χρέος σου. Διαπιστώνεις όμως ότι έκανες μια μπαρούφα. Τα παιδιά, όπως κι εγώ, περισσότερο τροφοδοτούμαι και εμπνέομαι απ’τη στάση του άλλου, απ’τις αποφάσεις του και τη συμπεριφορά του, παρά απ’τα λόγια του. Δεν ξέρω αν το έχω καταφέρει. Μόνο τα παιδιά μου μπορούν κάποια στιγμή να το πουν. Απ’την άλλη έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν είμαι ο τέλειος. Το θέμα είναι αν μπορείς να ζητάς συγνώμη και νομίζω ότι αυτό ακόμα το κρατάω, έχω αυτή την νηφαλιότητα. Γενικά είμαστε ζορισμένοι, δουλεύει και η γυναίκα μου, αλλά τα παιδιά είναι μεγάλα και μπορούν να κάνουν και μόνα τους κάποια πράγματα».
Ο Αντώνης Μυριαγκός πρωταγωνιστεί στην τηλεοπτική σειρά «Δύο μαύρα πουκάμισα» με τον Βασίλη Μπισμπίκη και τη Μαριάννα Κιμούλη στο Mega.
Παίζει στο έργο του Άριελ Ντόρφμαν «Ο Θάνατος και η Κόρη» με τους Αιμίλιο Χειλάκη και Αθηνά Μαξίμου, στο θέατρο Αθηνών