Δούκισσα της Πλακεντίας: Ένα βιβλίο για τη γυναίκα που γοήτευσε και σκανδάλισε την Αθήνα

Δούκισσα της Πλακεντίας: Ένα βιβλίο για τη γυναίκα που γοήτευσε και σκανδάλισε την Αθήνα

Γραμμένο με ακρίβεια και ευαισθησία το βιβλίο του Γιώργου Γιαννικόπουλου, φωτίζει μέσα από νέα τεκμήρια τη ζωή της σπουδαίας Γαλλίδας Φιλελληνίδας Σοφίας ντε Μαρβουά, αποκαθιστώντας τη θέση της στη συλλογική μνήμη.

«Η ζωή δεν είναι παρά μία σειρά από ψευδαισθήσεις», διαβάζουμε με τα λόγια της κόρης της Σοφίας ντε Μαρβουά, Ελιζά στο βιβλίο. Και η ζωή της Δούκισσας της Πλακεντίας ήταν γεμάτη από ψευδαισθήσεις, αντιφάσεις αλλά και τραγικές διαψεύσεις.

Από τα πρώτα της χρόνια στις αμερικανικές αποικίες, μεγαλωμένη με τις αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας, σε comme il faut συμμαθήτρια της κόρης της Ζοζεφίνας Βοναπάρτη στην περίφημη σχολή θηλέων της Μαντάμ Καμπάν στο Παρίσι. Από φιλόδοξη σύζυγος του Υπασπιστή του Ναπολέοντα, Αν Σαρλ Λεμπράν, μέλος της παρισινής αριστοκρατίας ως τιτλούχος, πλέον, Δούκισσα. Κυρία επί των Τιμών στη γαλλική αυλή της αυτοκράτειρας Μαρίας Λουΐζας, αλλά και υποστηρίκτρια του ελληνικού αγώνα και του Ιωάννη Καποδίστρια.

Κι αργότερα η δεύτερη πλουσιότερη κάτοικος της Ελλάδας μετά τον Όθωνα και την Αμαλία. Ιδιοκτήτρια εμβληματικών κτισμάτων, όπως η Βίλα Ιλίσσια, το σημερινό Βυζαντινό Μουσείο και το Καστέλο της Ροδοδάφνης στην Πεντέλη. Ευεργέτιδα που στήριξε την Καλλιτεχνική Σχολή των Αθηνών προσκαλώντας τον εκλεκτό ζωγράφο του Ενγκρ και δημιουργός ενός ιδιόμορφου salon με Φαναριώτες και Γάλλους πρεσβευτές. Αλλά, κυρίως, τρυφερή μητέρα, που στήριξε όλη της την ύπαρξη γύρω από την κόρη της. Ώσπου την έχασε αιφνίδια από τυφοειδή πυρετό, στο ταξίδι τους στην Ανατολή. Και κατέληξε σε μια θλιβερή φιγούρα, που συνομιλούσε με το ταριχευμένο της σώμα στο ημιυπόγειο του σπιτιού τους.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας υποδέχθηκε κάθε μεταβολή στη ζωή της με το ίδιο σθένος και ενίοτε με άκρατο εγωισμό. Μία γυναίκα που βίωσε απλόχερα την καταξίωση και την οικονομική ευρωστία, όσο μετέπειτα την κοινωνική κριτική και την αποδοκιμασία, ζώντας πάντοτε με τους δικούς της όρους, διεκδικώντας την τόσο πολύτιμη για εκείνη ελευθερία της.

Η Σοφία ντε Μαρβουά, Δούκισσα της Πλακεντίας

Για μία ιστορική μορφή, που κατά έναν τρόπο επιβιώνει ακόμη στην καθημερινότητά μας, «συντηρημένη στη μνήμη μέσα από τον αστικό μύθο», κατά τον Νίκο Βατόπουλο είναι σημαντικό να γνωρίζουμε κάτι παραπάνω από το τυχαίο άκουσμα του ονόματός της στον σταθμό του μετρό, βρίσκοντας συνδέσεις πέρα από τις διαδεδομένες παρανοήσεις. Μια «προϊούσα απόκλιση από τον μέσο όρο της κοινωνίας», η Δούκισσα της Πλακεντίας διεκδίκησε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Και το κατέκτησε.

Τους τελευταίους έξι μήνες, μία παράσταση στο θέατρο Βεάκη αφιερωμένη σε εκείνη, μια μπίρα της ελληνικής ζυθοποιίας Αναστασίου στο Χαλάνδρι με το όνομά της και ένα νέο μυθιστόρημα για εκείνη, το οποίο κυκλοφόρησε στην Ισπανία συντελούν ως μία ευνοϊκή σύμπτωση που φέρει ξανά το όνομά της στην επικαιρότητα, όπως περιγράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, Γιώργος Γιαννικόπουλος στη συζήτηση για το βιβλίο, με αφορμή τον Περίπατο Βιβλίου στο κέντρο της Αθήνας.

Εμβαθύνοντας εξίσου σε ιστορικά τεκμήρια αλλά και σπάνια ανεκδοτολογικά στοιχεία, βρίσκει κανείς την απόλαυση της ανάγνωσης μιας βιογραφίας πλήρους, που συνομιλεί με την παράδοση της βρετανικής σχολής. Η γνώση οδηγεί βαθμιαία στην κατανόηση του χαρακτήρα. Ο Γιώργος Γιαννικόπουλος παραθέτει με την ίδια φροντίδα κάθε λεπτομέρεια που ρίχνει φως στην προσωπικότητά της, στις αξίες και στην κοινωνική της δράση, συνθέτοντας εντέλει ένα πρόσωπο βαθιά ανθρώπινο μέσα στη γενναιοδωρία και στην αδυναμία του. Αυθεντικό και ιδιότροπο. Γι’ αυτό, ίσως, και τόσο διαχρονικά γοητευτικό.

Η εκκεντρικότητα ως στάση ζωής

Ανάμεσα στις σελίδες μαθαίνουμε πως η Δούκισσα της Πλακεντίας είναι αυστηρή χορτοφάγος, μην θέλοντας να καταστήσει το σώμα της «τάφο νεκρών ζώων». Ιππεύει μέχρι προχωρημένης ηλικίας. Αγαπά τον σύζυγό της, όμως, μετά τη χρόνια αποξένωσή τους λόγω της απουσίας του στους Ναπολεόντειους Πολέμους τον προσβάλλει απροκάλυπτα ως άκαρδο και αχρείο, μέχρι να καταφέρει να λάβει διαζύγιο, λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης. Επηρεασμένη από τις νεωτερικές ιδέες, το πνεύμα του Διαφωτισμού και τον Μοντεσκιέ αναζητά τον νέο κόσμο στην Ελλάδα. Διαφωνεί με τον Καποδίστρια για τη μη θέσπιση συντάγματος και δεν διστάζει να γράψει μία επιστολή, όπου αποκαλεί τους Μαυρομιχάληδες, απογόνους του Λεωνίδα και τη δολοφονία του πράξη δικαιοσύνης. Θέλει να έχει πάντα τον έλεγχο της συζήτησης και δεν διστάζει να κόψει τις ξανθές μπούκλες της υπηρέτριάς της, για να μην της θυμίζουν τη νεκρή κόρη της.

Περιφρονεί τους επαίτες και συνδράμει επιλεκτικά μόνο όσους κυνηγούν με αξιοπρέπεια τα ιδανικά τους. Κυκλοφορεί με δικό της πόνυ και θηριώδη σκυλιά των Πυρηναίων για φρουρούς, ενώ ανάμεσα σε τέσσερις αξιωματικούς δεν διστάζει να κατέβει μόνη από την άμαξά της για να αντιμετωπίσει τον λήσταρχο Μπίμπιση, καλώντας τον να τη σκοτώσει, αφού δεν διαθέτει πάνω της τα χρήματα που της ζητά. Αντιπαθεί τους Βαυαρούς, και στηρίζει με θέρμη το Γαλλικό κόμμα και τον Κωλέττη.

Όσο για την εμφάνισή της; Από τα «είκοσι καπέλα με φτερά ερωδιού, τα πανωφόρια σε ροζ βελούδο και θαλασσο-πράσινο κασμίρ, τις κάπες από σατέν, φορέματα σε μοτίβο ροζ μουαρέ και μπλε πέρκα» στα χρόνια της νιότης, στη μεγάλη θλίψη επιλέγει να φορά μια μακριά εσθήτα λευκού ή γαλάζιου χρώματος, που τη συγκρατεί απλώς μια ζώνη, καλύπτοντας τα κοντοκουρεμένα της λευκά μαλλιά με ένα πέπλο γεμάτο πτυχές, σαν άλλη πένθιμη ιέρεια. Αδιαφορώντας για το πρωτόκολλο της αυλής επιθυμεί να επιβάλλει τη λιτή της ένδυση στα κοσμικά καλέσματα, προς αγανάκτηση της Αμαλίας.

Απασχολημένη με τις τόσες οικονομικές και οικοδομικές της δραστηριότητες για να καλύψει το συναισθηματικό της κενό, φεύγει στα εξήντα εννιά της χρόνια, χωρίς διαθήκη αφήνοντας τα πάντα μετέωρα. Κι, όμως για εκείνη που απασχόλησε και σκανδάλισε τόσο την αθηναϊκή κοινωνία, οι εφημερίδες σχεδόν στην ολότητά τους δεν καταγράφουν το συμβάν του θανάτου της.

Ο Γιώργος Γιαννικόπουλος μοιράζεται σκέψεις για το βιβλίο του για αυτή την «ιδιόρρυθμη πλούσια Γαλλίδα, που στην εποχή της όλοι ήθελαν να καταφέρουν να γνωρίσουν».

 Ο συγγραφέας της βιογραφίας της Δούκισσας της Πλακεντίας, Γιώργος Γιαννικόπουλος

Στον πρόλογο του βιβλίου σας αναφέρετε ότι η πιο συχνή ερώτηση που δεχόσασταν ήταν γιατί επιλέξατε να γράψετε για τη Δούκισσα της Πλακεντίας. Αναφέρετε μάλιστα ότι αυτή ακριβώς η ευρύτερη άγνοια γύρω από το πρόσωπό της λειτούργησε ως κίνητρο. Τι γνωρίζατε εσείς για εκείνη πριν ασχοληθείτε συστηματικά με τη ζωή της;

Γ.Γ. Θα πρέπει να ομολογήσω ότι κι εγώ γνώριζα σχετικά λίγα πράγματα για τη Δούκισσα της Πλακεντίας: το καστέλο της Ροδοδάφνης στην Πεντέλη, την ύπαρξη της βαλσαμωμένης κόρης της, λίγες πληροφορίες για την καταγωγή της, την περιπέτειά της με έναν περίφημο ληστή της εποχής. Κατέφυγα, λοιπόν, στο διαδίκτυο για να αναζητήσω περισσότερα στοιχεία. Όμως, προς μεγάλη μου απογοήτευση, ενώ υπήρχε πληθώρα πληροφοριών οι περισσότερες περιστρέφονταν γύρω από θρύλους συνδεδεμένους με το όνομά της, χωρίς βεβαίως την παραπομπή των αντίστοιχων πηγών από όπου είχαν αντληθεί τα γεγονότα που εξιστορούνταν. Αναζητώντας τη σχετική βιβλιογραφία που αναφερόταν στη ζωή της διαπίστωσα ότι δεν ήταν διαθέσιμη στα βιβλιοπωλεία. Οι περισσότερες εκδόσεις ήταν παλιές με τα αποθέματα εξαντλημένα στους εκδότες. Δεν υπήρχαν επανεκδόσεις γιατί προφανώς δεν είχε υπάρξει ενδιαφέρον για τη ζωή της Δούκισσας. Μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλεία μπορούσε κάποιος να τα αναζητήσει, όχι πάντα με επιτυχία, και φυσικά στις μεγάλες βιβλιοθήκες της Αθήνας π.χ. Εθνική βιβλιοθήκη, Γεννάδειο κ.ά.

Αυτή, λοιπόν, η άγνοια, αυτή η έλλειψη στοιχείων γι’ αυτήν αποτέλεσε το κίνητρό μου ώστε να αποφασίσω να προχωρήσω την έρευνα μου για τη Σοφία ντε Μαρβουά. Ήταν ένα όνομα τόσο γνωστό τόσο ζωντανό στην καθημερινότητά μας που όμως ελάχιστοι γνώριζαν κάποιες σχετικές πληροφορίες για την ίδια ή για τη ζωή της.

 Το εξώφυλλο της βιογραφίας από τις εκδόσεις Εστία

Σε ποιες πηγές στηρίχθηκε η έρευνά σας; Μπορείτε να μας μιλήσετε περισσότερο για τη μεθοδολογία που ακολουθήσατε; Πώς εντοπίσατε άγνωστο μέχρι πρότινος υλικό και τι σας εξέπληξε περισσότερο από τα ευρήματά σας;

Γ.Γ. Η έρευνα για τη συγγραφή του βιβλίου στηρίχθηκε σε αρχειακό υλικό, διοικητικά έγγραφα, επιστολογραφία, εφημερίδες της εποχής ελληνικές και γαλλικές, μαρτυρίες και δευτερογενείς πηγές κυρίως ελληνικές, γαλλικές και αμερικανικές.

Προσπάθησα να αντλήσω πληροφορίες από όσο το δυνατόν περισσότερες και διαφορετικές ως προς την προέλευσή τους πηγές ώστε να αποκτήσω μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη ζωή και τη δράση της. Αυτό με βοήθησε να διασταυρώσω, στο βαθμό που ήταν δυνατόν, τις πληροφορίες και να αξιολογήσω την αξιοπιστία της κάθε πηγής. Ακόμη, η σύγκριση διαφορετικών μαρτυριών μου έδωσε τη δυνατότητα να εντοπίσω τυχόν αντιφάσεις, εφόσον υπήρχαν, ή αντίστοιχα να διαπιστώσω την ταύτιση των απόψεων και να εκτιμήσω καλύτερα τη δεδομένη πληροφορία αποφεύγοντας τον κίνδυνο της υπερβολής ή του μύθου. Επίσης, θεώρησα σημαντικό παράλληλα με τη καταγραφή της ζωής της, να παρουσιάσω το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασε η Σοφία ντε Μαρβουά γιατί αναμφισβήτητα όχι μόνο την επηρέασε αλλά και η ίδια υπήρξε ενεργό στοιχείο του σε διάφορες φάσεις της ζωής.

Ένας ακόμη στόχος που έθεσα, όταν αποφάσισα να γράψω τη βιογραφία της Δούκισσας της Πλακεντίας, ήταν να εντοπίσω νέα στοιχεία για τη ζωή και τη δράση της που δεν είχαν δημοσιευθεί στις προηγούμενες βιογραφίες. Ένας από τους τρόπους που χρησιμοποίησα έχοντας την ελπίδα να πετύχω τον σκοπό μου ήταν ανατρέχοντας σε μεγάλες ψηφιακές βιβλιοθήκες, όπως, λόγου χάρη, είναι αυτή της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας (Gallica). Χρησιμοποιώντας διαφορετικές λέξεις κλειδιά, ανάλογα με το τι ήθελα κάθε φορά να αναζητήσω, εξέτασα ένα προς ένα τα εκατοντάδες αποτελέσματα που προέκυπταν αναζητώντας οποιαδήποτε πληροφορία αφορούσε τη ζωή της Δούκισσας. Συνήθως η ανακάλυψη ενός στοιχείου μπορεί σε οδηγήσει στο επόμενο, η μια ένδειξη στην άλλη και όσο περισσότερο ψάχνεις τόσο περισσότερα ανακαλύπτεις.

Δίχως αμφιβολία όμως χρειάζεται και ο παράγοντας τύχη, όπως συνέβη όταν παρατήρησα κατά την έρευνά μου στα Ισραηλιτικά Αρχεία ότι η Δούκισσα τους είχε ζητήσει να μην την αναφέρουν με τον τίτλο της ή το όνομά της και έτσι οι συντάκτες της μηνιαίας Επιθεώρησης την ανέφεραν απλώς ως Madame. Επικεντρώνοντας, λοιπόν, την έρευνα μου σε αυτήν τη λέξη και αφού εξέτασα μια προς μια τις αναφορές που έβγαλε η μηχανή αναζήτησης, βρέθηκα μπροστά στην πράξη της πίστης της, την οποία και δημοσίευσε η Επιθεώρηση μετά το θάνατό της ως φόρο τιμής στην ίδια.

Δεν μπορώ να πω ότι με εξέπληξαν τα νέα στοιχεία που βρήκα, μπορώ ωστόσο να πω ότι κάποια από αυτά τα θεωρώ πολύ σημαντικά. Πρώτον, την Πράξη της Πίστης της διότι πλέον γνωρίζουμε ακριβώς τι πίστευε η ίδια, όπως ακριβώς το είχε καταγράψει. Δεύτερον, τα στοιχεία που αντλούμε από τις δικαστικές εφημερίδες, γιατί, εκτός από τη διαμάχη της με τον γιατρό Λαφόν, μας δίνονται σημαντικές πληροφορίες για την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση της ίδιας λίγες μέρες μόνο μετά τον τραγικό θάνατο της κόρης της που την σημάδεψε για το υπόλοιπο της ζωής της. Και τέλος, την επιστολή του Γάλλου ψυχιάτρου Εσκιρόλ προς την Δούκισσα και τον πατέρα της στην οποία επεξηγεί τα συμπτώματα της ασθένειας της μητέρας της, όσο και τους τρόπους θεραπείας που ακολουθήθηκαν.

Το βιβλίο σας, ως μυθιστορηματική βιογραφία, ισορροπεί ανάμεσα στα ιστορικά τεκμήρια και τη σκιαγράφηση της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας. Ακολουθήσατε κάποιο πρότυπο μεγάλης βιογραφικής αφήγησης ως προς τη δομή του;

Γ.Γ. Θα έλεγα πως όχι. Ήθελα να αποφύγω το «κλασικό» πρότυπο μια μεγάλης, γραμμικής βιογραφικής αφήγησης που ακολουθεί μια αυστηρή δομή: γέννηση – παιδικά/νεανικά χρόνια / διαμόρφωση – κορύφωση – παρακμή. Αν και υπάρχει, βεβαίως, ένας βασικός χρονικός άξονας, επέλεξα να οργανώσω το βιβλίο γύρω από θεματικούς ενότητες προσθέτοντας, όπου έκρινα απαραίτητο, κάποιες αναδρομές ή θεματικές παρεκβάσεις που πίστευα ότι φωτίζουν περισσότερο την προσωπικότητα της Σοφίας ντε Μαρβουά.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας αν και ηχεί τόσο γνώριμη στους ανθρώπους σήμερα είναι, ωστόσο, άλλο τόσο άγνωστη. Η μνήμη της έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητά μας, όμως το ιστορικό της βάθος παραμένει άγνωστο. Στόχος μου, λοιπόν, δεν ήταν να γράψω μια «στεγνή» επιστημονική βιογραφία που θα παρουσίαζε απλώς τη ζωή της, αλλά ένα βιβλίο το περιεχόμενο το οποίου θα προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μια αφηγηματική βιογραφία με ζωντάνια, ρυθμό και δραματικότητα που κάποιος θα μπορούσε να τη διαβάσει, όπως θα διάβαζε ένα μυθιστόρημα. Παράλληλα, με ενδιέφερε να ενσωματώσω στην αφήγηση της ζωής και τα ιστορικά γεγονότα που συμβαίνουν ταυτόχρονα, ώστε να γνωρίζει ο αναγνώστης τον ιστορικό καμβά μέσα στον οποίον έδρασε η ίδια και κατά πόσο τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τόσο τη ζωή όσο και τη δράση της.

 Πορτρέτο που αποδίδεται στη Δούκισσα της Πλακεντίας αλλά αναπαριστά την κόρη της Ελιζά

Προσεγγίζετε τη Δούκισσα «υπό το πρίσμα νέων ερωτημάτων», εστιάζοντας ιδιαίτερα στη δράση της στη μετεπαναστατική Ελλάδα. Πώς αναδεικνύεται η συμβολή της στην ελληνική κοινωνία και γιατί ήταν σημαντική για εμάς;

Γ.Γ. Η παρουσία της στον κοινωνικό και πολιτικό ιστό της νεαρής Αθήνας υπήρξε έντονη. Είναι ίσως ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Ελλάδα μετά το βασιλικό ζεύγος. Έζησε την άνοδο και την πτώση του Ναπολέοντα, ο σύζυγός της υπήρξε υπασπιστής του, ενώ η ίδια ήταν κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας Μαρίας Λουΐζας. Είναι μια Γαλλίδα δούκισσα η οποία αφήνει τον άνδρα της και το Παρίσι και έρχεται να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι αρκετά ώστε να στρέψουν την προσοχή της αθηναϊκής κοινωνίας επάνω της.

Η ίδια ήταν πολύ δραστήρια. Αναμίχθηκε στην πολιτική στηρίζοντας και χρηματοδοτώντας τον Κωλέττη και το γαλλικό κόμμα, ενώ παρακολούθησε τις συνεδριάσεις για τη σύνταξη του πρώτου Συντάγματος.

Η προσφορά της υπήρξε πολύπλευρη: μόρφωσε παιδιά με δικά της έξοδα, ίδρυσε το πρώτο σχολείο θηλέων στην Αίγινα, συμμετείχε, επίσης, οικονομικά στην ίδρυση του πρώτου νοσοκομείου, του οφθαλμιατρείου, χορήγησε τα υλικά για το μάθημα του σχεδίου στην πολυτεχνική σχολή και έφερε καθηγητή ζωγραφικής για να διδάξει τους μαθητές με δικά της έξοδα. Οι Αθηναίοι γνώριζαν ότι ήταν ένας από τους ανθρώπους που μπορούσαν να καταφύγουν για να δανειστούν χρήματα και μάλιστα δάνειζε με χαμηλότερο επιτόκιο σε σχέση με άλλους πλούσιους της εποχής.

Η οικοδομική δραστηριότητα που ανέπτυξε σκανδάλισε την αθηναϊκή κοινωνία. Γι’ αυτό και προέκυψε ο θρύλος ότι δεν τελείωνε τα κτίρια που ξεκινούσε γιατί μια τσιγγάνα της είχε πει ότι θα πέθαινε. Ακόμη έκανε δρόμους, γέφυρες και διάφορα άλλα κοινωφελή έργα που βοήθησαν στη βελτίωση της καθημερινής ζωής των κατοίκων στην περιοχή του Χαλανδρίου αλλά και των μοναχών στην Πεντέλη. Και άλλα πολλά που η ίδια δεν ήθελε να γίνεται γνωστό ότι επρόκειτο για δικές της πράξεις.

Η Ελλάδα μετά από δέκα σχεδόν χρόνια πολέμων βγαίνει κατεστραμμένη, προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια της. Χρειάζεται ανθρώπους ισχυρούς, ικανούς που να έχουν τη δυνατότητα να συνδράμουν την προσπάθεια που γίνεται για ανοικοδόμηση. Η Δούκισσα της Πλακεντίας είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Θα μπορούσε να εγκατασταθεί οπουδήποτε στην Ευρώπη, επέλεξε όμως την Ελλάδα και την Αθήνα γιατί αγάπησε τους Έλληνες και τον τόπο τους και βοήθησε ποικιλότροπα στην προσπάθεια αυτή.

 Η Βίλα Ιλίσσια, το σημερινό Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

«Απαιτητική, υπεροπτική, δύστροπη και ιδιότροπη» τη χαρακτηρίζει ο Σοπάν, δικηγόρος του γιατρού Λαφέρ, που ταρίχευσε την κόρη της. Η προσωπικότητά της, όπως προκύπτει από διαφορετικές μαρτυρίες, φαίνεται γεμάτη αντιφάσεις. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση για τον χαρακτήρα της και τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από αυτήν;

Γ.Γ. Ήταν πράγματι μια έντονα αντιφατική προσωπικότητα και γι’ αυτό θεωρώ ότι θα μπορούσαμε να πούμε πως η Σοφία ντε Μαρβουά υπήρξε μια από τις πιο αινιγματικές και γοητευτικές μορφές του 19ου αιώνα. Ήταν βαθιά ευαίσθητη αλλά και εκρηκτική στις σχέσεις της, γενναιόδωρη με όσους συμπαθούσε αλλά και αυστηρή όταν έχανες την εμπιστοσύνη της, πολυσχιδής στις δραστηριότητές της αλλά και ιδιόρρυθμη στη συμπεριφορά της. Ωστόσο, θεωρώ πως αυτές οι αντιθέσεις του χαρακτήρα της δεν μπορούν να ιδωθούν μονοδιάστατα ούτε ως αδυναμία ούτε αποκλειστικά ως πλεονέκτημα. Στην πραγματικότητα υπήρξαν και τα δύο και ουσιαστικά ήταν αυτή η δυναμική σχέση των αντιθέσεών της που διαμόρφωσε τη Σοφία ντε Μαρβουά.

Η απώλεια της κόρης της τη βύθισε σε έναν κόσμο πένθους και απομόνωσης επηρεάζοντας βαθιά τη συμπεριφορά της και τις επιλογές της όσον αφορά τον τρόπο ζωής της και την κοινωνική της παρουσία στη νεοσύστατη τότε ελληνική πρωτεύουσα. Όμως, την ίδια στιγμή, η ίδια επέδειξε μια αξιοσημείωτη δύναμη και ενεργητικότητα αναπτύσσοντας οικοδομικές δραστηριότητες, συμμετέχοντας στη χρηματοδότηση κοινωφελών έργων, μορφώνοντας νέα παιδιά.

Είμαι πεπεισμένος ότι οι αντιθέσεις αυτές δεν αποτελούσαν απλώς ένα χαρακτηριστικό της αλλά υπήρξαν ο πυρήνας της προσωπικότητας της. Από την μια πλευρά λειτουργούσαν ως ένα βάρος που την περιόριζε, από την άλλη πλευρά αποτελούσαν την κινητήρια δύναμή της, το βασικό μοχλό της ενεργητικότητάς της.

Συνεπώς, οι αντιθέσεις δεν ήταν απλώς στοιχεία που την καθόρισαν παθητικά, αλλά ενεργά χαρακτηριστικά που τροφοδότησαν τη δράση της. Ήταν ταυτόχρονα το πλαίσιο που την διαμόρφωσε αλλά και η κινητήρια δύναμη που της επέτρεψε να υπερβεί τα όρια της εποχής της και να αφήσει ένα ιδιαίτερο αποτύπωμα στην ιστορία.

Όσον αφορά τον αναγνώστη, θα ήθελα να κρατήσει από τη Σοφία ντε Μαρβουά αυτήν την πλευρά της που θα τον αγγίξει περισσότερο είτε πρόκειται για τη «δύστροπη, ιδιότροπη, υπεροπτική» είτε την πιο ευαίσθητη πλευρά ενός ανθρώπου που στα νιάτα του ήθελε με πάθος να ζήσει τον έρωτα με τον άνθρωπο που αγάπησε, αλλά ο πόλεμος δεν της το επέτρεψε, όπως επίσης και ο απρόσμενος θάνατος της κόρης της της στέρησε ό,τι όνειρα έκανε για την κοινή τους ζωή.

 Δούκισσα της Πλακεντίας

Αν επιχειρούσαμε με τα σημερινά δεδομένα μια χαρτογράφηση των τόπων στους οποίους κινήθηκε και ανέπτυξε τις ιδιοκτησίες της στον ελληνικό χώρο, πού θα τη συναντούσαμε;

Γ.Γ. Θα την βλέπαμε στη Βίλα «Ιλίσσια», το σημερινό Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, να κάνει τον περίπατό της στον μεγάλο κήπο της που άγγιζε την όχθη του ποταμού Ιλισσού. Πιθανόν να την συναντούσαμε στη σημερινή οδό Μουρούζη κοντά στον Εθνικό Κήπο, να επισκέπτεται τον προσωπικό της γιατρό, τον Βαυαρό Μπέρνχαρτ Ρέζερ, στον οποίο είχε δωρίσει την οικία που είχε κατασκευάσει εκεί για να κατοικεί για όσο διάστημα θα παρέμενε στην Ελλάδα (το οίκημα κατεδαφίστηκε το 1937). Ίσως ακόμη να την συναντούσαμε στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, σήμερα Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος, στην περιοχή του Κολωνακίου, περαστική με την άμαξά της για να επισκεφθεί τους νεαρούς Γάλλους υπότροφους που έρχονταν στην Ελλάδα.

Σίγουρα τους καλοκαιρινούς μήνες θα την βρίσκαμε στην Πεντέλη που τόσο αγάπησε. Να κατοικεί στη Maisonette, που ακόμη και σήμερα υπάρχει και κατοικείται από ιδιώτες ή να κατεβαίνει στο Καστέλο της Ροδοδάφνης για να επιβλέψει τις εργασίες κατασκευής του. Να συνοδεύει τους καλεσμένους της που δεν επιθυμούσε να βρίσκονται μαζί της στη Maisonette, στην άλλη εξοχική κατοικία που οικοδόμησε στην είσοδο της Πεντέλης, όπως ερχόμαστε από το Χαλάνδρι, την Plaisance. Και παράλληλα να εξετάζει πώς προχωρούσαν τα έργα για την ολοκλήρωση του Tourelle ή Πύργου, ο οποίος προοριζόταν είτε ως προσωρινή κατοικία των εργατών που απασχολούνταν από την ίδια στην Πεντέλη είτε ως φυλάκιο ή ξενώνας.