Γιατί μας καθηλώνουν τα αληθινά εγκλήματα; Η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου εξηγεί, με αφορμή το ντοκιμαντέρ για τη δολοφονία της Καρολάιν
Η υπόθεση της Καρολάιν Κράουτς επιστρέφει και πάλι στο προσκήνιο μέσα από το «The Fitbit Killer», το νέο ντοκιμαντέρ του Amazon Prime Video για τη γυναικοκτονία στα Γλυκά Νερά, τον Μάιο του 2021.
Στο επίκεντρο βρίσκεται όχι μόνο το ίδιο το έγκλημα, αλλά και η προσπάθεια του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου να παρουσιάσει τη δολοφονία ως ληστεία από αγνώστους, καθώς και ο ρόλος που διαδραμάτισαν τα ψηφιακά στοιχεία στην αποκάλυψη της αλήθειας. Στο ντοκιμαντέρ συμμετέχει ο πατέρας της Καρολάιν και ο επίτιμος Πρόεδρος ΕΕ Αστυνομικών Υπαλλήλων Ν/Α Αττικής Γιώργος Καλλιακμάνης.
Η υπόθεση είχε συγκλονίσει την Ελλάδα, καθώς ο σύζυγος της Καρολάιν είχε υποστηρίξει αρχικά ότι άγνωστοι είχαν εισβάλει στο σπίτι, είχαν σκοτώσει την ίδια και τον σκύλο της οικογένειας. Ωστόσο, τα στοιχεία της έρευνας ανέτρεψαν σταδιακά τους ισχυρισμούς του. Καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη της αλήθειας έπαιξε το smartwatch της Καρολάιν.
Πέρα από την ίδια την υπόθεση, η επιστροφή της στη δημοσιότητα φέρνει ξανά ένα σημαντικό ερώτημα: Γιατί μας ενδιαφέρουν τόσο πολύ οι αληθινές ιστορίες εγκλήματος; Και πότε η προσπάθειά μας να καταλάβουμε ένα έγκλημα μετατρέπεται σε θέαμα;
Η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, καθηγήτρια Εγκληματολογίας και πραγματογνώμονας, μιλά στο Bovary για τη δημοτικότητα του true crime, εξηγεί γιατί μας ενδιαφέρουν τόσο οι αληθινές ιστορίες εγκλήματος και τονίζει τη σημασία του σεβασμού προς τα θύματα.
Γιατί μας γοητεύουν οι πραγματικές ιστορίες εγκλήματος;
Η δημοτικότητα του true crime δεν είναι ένα εντελώς νέο φαινόμενο. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο το κοινό έρχεται σε επαφή με το έγκλημα. Από την ειδησεογραφία, οι πραγματικές εγκληματικές υποθέσεις έχουν περάσει στα ντοκιμαντέρ, στα podcasts και στις ψηφιακές πλατφόρμες, αποκτώντας μια ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη ψυχαγωγία.
Η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου συνδέει αυτή την τάση με τη λεγόμενη «νοσηρή περιέργεια» (morbid curiosity), δηλαδή την ανθρώπινη τάση να αναζητούμε πληροφορίες για καταστάσεις που περιλαμβάνουν απειλή, βία ή θάνατο. Όπως διευκρινίζει, ο όρος δεν υποδηλώνει κάποια ψυχοπαθολογία, αλλά περιγράφει μια ανθρώπινη τάση που μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες.
«Η παρακολούθηση πραγματικών εγκληματικών υποθέσεων μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες, όπως την κατανόηση μιας ακραίας ανθρώπινης συμπεριφοράς, την αναγνώριση ενδεχόμενων κινδύνων, την αναζήτηση δικαιοσύνης ή ακόμη και τη διαχείριση του φόβου», εξηγεί στο Bovary.
Το έγκλημα μάς κάνει να αναρωτιόμαστε πόσο καλά γνωρίζουμε τελικά τους ανθρώπους γύρω μας. Όταν ένας δράστης φαίνεται να έχει μια συνηθισμένη ζωή, με οικογένεια και δουλειά, γεννιέται ένα βασικό ερώτημα: Πώς κανείς δεν κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί;
«Πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό το κοινό επιστρέφει σε αυτές τις ιστορίες επειδή αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που αγγίζουν και τη δική του αίσθηση ασφάλειας», σημειώνει η εγκληματολόγος.
Η ανάγκη να κατανοήσουμε το έγκλημα
Για τον θεατή, το true crime δεν αποτελεί μόνο μια αφήγηση γύρω από ένα έγκλημα. Είναι συχνά και μια προσπάθεια να αναγνωρίσει πιθανούς κινδύνους, να κατανοήσει τα κίνητρα ενός δράστη και να αισθανθεί ότι μπορεί να προετοιμαστεί καλύτερα απέναντι σε μια απειλητική κατάσταση.
Η εγκληματολόγος επισημαίνει ότι η παρακολούθηση τέτοιων ιστοριών επιτρέπει στο κοινό να προσεγγίζει μια επικίνδυνη πραγματικότητα από ένα περιβάλλον σχετικής ασφάλειας. Ο θεατής παρακολουθεί τα γεγονότα, αξιολογεί συμπεριφορές και προσπαθεί να ανασυνθέσει τις αποφάσεις του δράστη, χωρίς να βιώνει ο ίδιος τον κίνδυνο.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρεται στην έννοια της «αμυντικής επαγρύπνησης» (defensive vigilance), δηλαδή στην αναζήτηση πληροφοριών που ενδέχεται να βοηθήσουν ένα άτομο να αναγνωρίζει απειλές και επικίνδυνες καταστάσεις. Όπως σημειώνει, σχετικές έρευνες έχουν εντοπίσει εντονότερα αυτό το κίνητρο σε γυναίκες που παρακολουθούν true crime, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες έχουν τα ίδια κίνητρα.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική παγίδα: το γεγονός ότι γνωρίζουμε την κατάληξη μιας υπόθεσης μάς κάνει συχνά να πιστεύουμε ότι μπορούσαμε να την είχαμε προβλέψει εξαρχής. «Όταν γνωρίζουμε ήδη την κατάληξη μιας υπόθεσης, μας είναι πολύ ευκολότερο να θεωρήσουμε ότι τα σημάδια ήταν εξαρχής προφανή», εξηγεί.
Η υπόθεση της Καρολάιν και η ευθύνη της επαναφοράς της στη δημόσια συζήτηση
Η υπόθεση των Γλυκών Νερών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα έγκλημα μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της ποινικής του διάστασης και να μετατραπεί σε ένα ευρύτερο κοινωνικό γεγονός.
Για τη Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε αρχικά η δημόσια αντίληψη γύρω από την υπόθεση. Η αρχική αφήγηση του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου τον παρουσίαζε ως θύμα μιας βίαιης ληστείας, πριν τα στοιχεία της έρευνας ανατρέψουν αυτή την εικόνα.
Όπως επισημαίνει, η υπόθεση δείχνει πόσο μπορεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη η εικόνα που παρουσιάζει κάποιος και πόσο εύκολα μπορεί να επικρατήσει μια λανθασμένη εκδοχή των γεγονότων. Η επιστροφή της υπόθεσης μέσα από ένα νέο ντοκιμαντέρ δεν είναι απαραίτητα αρνητική. Σημασία έχει τι νέο έχει να προσφέρει και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτήν.
«Αν ένα ντοκιμαντέρ παρουσιάζει νέα τεκμηριωμένα στοιχεία, εξετάζει κριτικά όσα έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ή συμβάλλει στην κατανόηση των μηχανισμών της βίας, τότε μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ενημερωτικά και εκπαιδευτικά.
»Αντίθετα, όταν αναπαράγει συνεχώς τις ίδιες λεπτομέρειες, επενδύει στη συναισθηματική φόρτιση ή επιχειρεί να προκαλέσει συγκίνηση μέσα από την επανάληψη του τραύματος, τότε ο κίνδυνος της εμπορευματοποίησης είναι πραγματικός», σημειώνει η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου.
Στην περίπτωση του «The Fitbit Killer», η έμφαση στα ψηφιακά δεδομένα προσφέρει ένα πεδίο για να εξεταστεί πώς οι πληροφορίες από καθημερινές συσκευές μπορούν να συμβάλουν στη διερεύνηση ενός εγκλήματος. Το ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει δύο επεισόδια και εστιάζει, μεταξύ άλλων, στα δεδομένα του smartwatch και στα στοιχεία που αμφισβήτησαν την αρχική εκδοχή της ληστείας.
Πίσω από κάθε υπόθεση που γίνεται ντοκιμαντέρ, υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να ζουν με τις συνέπειες του εγκλήματος. «Δεν μπορούμε να μιλάμε για την ηθική του true crime χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το ενδεχόμενο επανατραυματισμού των οικείων του θύματος και το δικαίωμά τους στην ιδιωτικότητα», υπογραμμίζει η εγκληματολόγος, υπενθυμίζοντας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει και ένα παιδί.
Όταν οι δράστες γίνονται αντικείμενα θαυμασμού
Ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα που συνοδεύουν τη δημοτικότητα του true crime είναι, σύμφωνα με τη Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, η εξιδανίκευση των δραστών, το λεγόμενο glorification of criminals.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εγκληματίες αποκτούν θαυμαστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ η εμφάνιση και η προσωπικότητά τους τραβούν περισσότερο την προσοχή από το ίδιο το έγκλημα. Η εγκληματολόγος διευκρινίζει ότι αυτό δεν αφορά όλους τους θεατές του true crime. Ωστόσο, όταν η προσοχή στρέφεται κυρίως στον δράστη, υπάρχει ο κίνδυνος να ξεχαστούν τα θύματα και οι συνέπειες του εγκλήματος.
Το φαινόμενο συνδέεται και με τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονται οι αφηγήσεις του true crime. Η εκτενής ανάλυση της προσωπικότητας ενός δράστη, η επαναλαμβανόμενη προβολή των δηλώσεών του και η δραματοποίηση των ενεργειών του μπορεί να τον μετατρέψουν σε κεντρικό πρωταγωνιστή μιας ιστορίας που αφορά πρωτίστως ένα θύμα και την απώλειά του.
«Έχουμε μια πολύ σημαντική ευθύνη όσοι ασχολούμαστε δημόσια με το έγκλημα: να εξηγούμε την εγκληματική συμπεριφορά χωρίς να την εξιδανικεύουμε και να αναδεικνύουμε τον δράστη ως αντικείμενο μελέτης, όχι ως πρότυπο», τονίζει.
Ανάμεσα στην ενημέρωση και την εμπορευματοποίηση του εγκλήματος
Ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να έχει μεγάλη εμπορική επιτυχία και ταυτόχρονα να είναι αξιόπιστο και να σέβεται τους ανθρώπους που αφορά. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει το έγκλημα και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτό.
«Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πραγματική ανθρώπινη οδύνη αντιμετωπίζεται ως αφηγηματικό εργαλείο για την αύξηση της τηλεθέασης.
Για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιούνται υπερβολικά δραματοποιημένες αναπαραστάσεις, όταν παρουσιάζονται εικασίες ως διαπιστωμένα γεγονότα ή όταν επιχειρείται η ψυχολογική σκιαγράφηση ενός δράστη χωρίς επαρκή επιστημονικά δεδομένα, τότε δεν μιλάμε πλέον για υπεύθυνη εγκληματολογική ανάλυση.
Η επιστημονική αξιοπιστία απαιτεί σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στα πραγματικά περιστατικά, στις αποδείξεις, στις εκτιμήσεις των ειδικών και στις υποθέσεις που δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Απαιτεί, επίσης, σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, προστασία των προσωπικών δεδομένων και ιδιαίτερη προσοχή όταν εμπλέκονται ανήλικοι ή ευάλωτα πρόσωπα.
Και βέβαια, απαιτεί να αποφεύγουμε την εύκολη ψυχιατρικοποίηση του εγκλήματος. Δεν μπορούμε να χαρακτηρίζουμε αυθαίρετα έναν δράστη «ψυχοπαθή», «νάρκισσο» ή «ψυχικά ασθενή», απλώς και μόνο επειδή τέτοιοι χαρακτηρισμοί προκαλούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Θεωρώ ότι ένα καλό εγκληματολογικό ντοκιμαντέρ δεν χρειάζεται να σοκάρει για να είναι ενδιαφέρον. Η ίδια η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι διαδικασίες της έρευνας, η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και οι κοινωνικές προεκτάσεις ενός εγκλήματος μπορούν να δημιουργήσουν μια εξαιρετικά δυνατή αφήγηση», εξηγεί.
Tέλος, η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου τονίζει: «Το ζητούμενο δεν είναι να θυμόμαστε διαρκώς πώς δολοφονήθηκε μια γυναίκα. Είναι να κατανοούμε καλύτερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώνεται η βία και να αξιοποιούμε αυτή τη γνώση για την πρόληψή της».
*Το ντοκιμαντέρ έκανε πρεμιέρα στο Prime Video της Amazon στις 15 Σεπτεμβρίου 2026. Αναμένεται να προβληθεί και στην Ελλάδα.