Πριν από τη γυναικοκτονία: Τα προειδοποιητικά σημάδια που δεν πρέπει να αγνοούμε -Τι εξηγεί η ψυχολόγος Έλενα Κουτσοπούλου
Η τραγωδία στην Ηγουμενίτσα φέρνει ξανά στην επιφάνεια τις αόρατες διαδρομές πίσω από κάθε γυναικοκτονία.
Τα αμυντικά τραύματα στα χέρια της Πηνελόπης και οι πισώπλατες μαχαιριές αποτυπώνουν τον εφιάλτη μιας άνισης μάχης. Πρόκειται για μία ακόμη γυναικοκτονία που προστίθεται στη μακρά, αιματηρή λίστα μιας σκληρής πραγματικότητας.
Πίσω από τον θόρυβο των ειδήσεων και τη φρίκη των αριθμών, η ουσία μένει συχνά στο σκοτάδι. Πώς μαθαίνει ένας άνθρωπος να επιβιώνει μέσα στον διαρκή φόβο; Γιατί η κοινωνία προτιμά το βολικό αφήγημα της «ψυχικής διαταραχής» αντί να κοιτάξει τις δικές της παθογένειες; Και πώς η ψυχολογική βία εξουδετερώνει τις αντιστάσεις πριν καν χτυπήσει ο δολοφόνος;
Για να κατανοήσουμε τους ψυχολογικούς μηχανισμούς και τις βαθύτερες παθογένειες πίσω από τέτοια φαινόμενα, μιλήσαμε με την Ψυχολόγο, Εγκληματολόγο και Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια Έλενα Κουτσοπούλου.
Όταν η κοινωνία πληροφορείται μια τέτοια τραγωδία, η πρώτη, σχεδόν αντανακλαστική αντίδραση πολλών είναι η απορία: «Γιατί δεν έφυγε νωρίτερα;». Η κ. Κουτσοπούλου εξηγεί πως η ερώτηση αυτή βασίζεται σε μια θεμελιώδη παρερμηνεία.
«Κοιτάζουμε τη συμπεριφορά μιας γυναίκας που ζει μέσα στον φόβο με την ψυχολογία ενός ανθρώπου που βρίσκεται έξω από αυτόν. Όταν η απειλή είναι χρόνια, ο άνθρωπος δεν αναζητά πάντοτε την ιδανική λύση, αναζητά συχνά την ασφαλέστερη λύση για τις επόμενες ώρες», σημειώνει.
Gaslighting: Η αθόρυβη διάβρωση της λογικής
Πριν από τη σωματική βία, προηγείται σχεδόν πάντα η ψυχολογική χειραγώγηση. Το gaslighting δεν φαίνεται πάντα αμέσως, αλλά λειτουργεί αθόρυβα και βαθιά. Φράσεις όπως «υπερβάλλεις», «εσύ με έφτασες σε αυτό το σημείο» ή «πάλι τα φαντάζεσαι» διαβρώνουν σταδιακά την εμπιστοσύνη της γυναίκας στην ίδια της την αντίληψη.
«Η πιο βαθιά μορφή ψυχολογικού ελέγχου δεν είναι να σου επιβάλει κάποιος τι να πιστεύεις. Είναι να καταφέρει να μη σε εμπιστεύεσαι πια όταν πιστεύεις κάτι διαφορετικό από εκείνον», τονίζει η ψυχολόγος.
Όταν αυτή η τακτική επαναλαμβάνεται, το θύμα παύει να αναρωτιέται γιατί υφίσταται την κακοποίηση και αρχίζει να αμφιβάλλει για τον ίδιο του τον εαυτό, χάνοντας την αίσθηση ότι αποτελεί αξιόπιστο μάρτυρα της ίδιας του της ζωής.
Το βολικό άλλοθι της «τρέλας» και η πατριαρχική κληρονομιά
Μετά από κάθε γυναικοκτονία, ο δημόσιος λόγος συχνά διολισθαίνει στην εύκολη ερμηνεία της «ψυχικής διαταραχής» ή της «στιγμιαίας τρέλας». Ωστόσο, η αυτόματη αυτή σύνδεση κρύβει σοβαρούς κινδύνους: αφενός στιγματίζει τους ανθρώπους με ψυχικές νόσους, αφετέρου αποσυνδέει το έγκλημα από το πλαίσιο ελέγχου και εξουσίας μέσα στο οποίο κυοφορήθηκε.
«Η επίκληση της ψυχιατρικής διαταραχής μπορεί κάποιες φορές να λειτουργεί και ως ένα βολικό κοινωνικό άλλοθι. Μας απαλλάσσει από τη δυσκολότερη συζήτηση: από το να αναρωτηθούμε τι έμαθαν επί δεκαετίες αγόρια και άνδρες μέσα στην ελληνική οικογένεια για τον θυμό, τη ματαίωση, την απόρριψη, αλλά και για το δικαίωμα μιας γυναίκας να βάζει όρια, να επιλέγει ή να φεύγει».
Η ευθύνη των ΜΜΕ και η παγίδα της ορολογίας
Ο τρόπος με τον οποίο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης καλύπτουν τέτοια γεγονότα διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τη συλλογική συνείδηση. Εκφράσεις που ρομαντικοποιούν το έγκλημα (π.χ. «θόλωσε από ζήλια», «την αγαπούσε παθολογικά») κανονικοποιούν επικίνδυνες αντιλήψεις.
«Οι λέξεις δεν σκοτώνουν μια γυναίκα. Μπορούν όμως να κάνουν την κοινωνία να βλέπει ως "πάθος" αυτό που θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχει αναγνωρίσει ως έλεγχο», αναφέρει χαρακτηριστικά.
«Όσο εμείς διαφωνούμε για το πώς θα το ονομάσουμε, γυναίκες εξακολουθούν να δολοφονούνται μπροστά στα μάτια μας. Η συζήτηση γύρω από την ορολογία καταλήγει να μας προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι συζητάμε το πρόβλημα, ενώ στην πραγματικότητα έχουμε απομακρυνθεί από το ίδιο το πρόβλημα».
Η ψυχολόγος αναλύει στο Bovary την αόρατη διαδρομή της βίας και την ψυχολογία του εγκλωβισμού
Πώς διαμορφώνεται η ψυχολογία μιας γυναίκας που ζει υπό καθεστώς συνεχούς φόβου και απειλής;
Το πιο σημαντικό ίσως είναι να καταλάβουμε ότι μια γυναίκα που ζει για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό απειλή δεν φοβάται απλώς. Μαθαίνει να οργανώνει ολόκληρη τη ζωή της γύρω από την πιθανότητα της επόμενης έκρηξης.
Αρχίζει να παρατηρεί τον τόνο της φωνής, ένα βλέμμα, τον τρόπο που έκλεισε μια πόρτα, την ώρα που θα επιστρέψει εκείνος στο σπίτι. Σκέφτεται τι θα πει, τι δεν θα πει, ποιο μήνυμα πρέπει να διαγράψει, ποιο ρούχο ίσως προκαλέσει αντίδραση. Πρόκειται για μια κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης, στην οποία ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής ενέργειας επενδύεται στην πρόβλεψη του κινδύνου.
Και εδώ υπάρχει κάτι που συχνά παρερμηνεύουμε όταν αναρωτιόμαστε «γιατί δεν έφυγε;». Κοιτάζουμε τη συμπεριφορά μιας γυναίκας που ζει μέσα στον φόβο με την ψυχολογία ενός ανθρώπου που βρίσκεται έξω από αυτόν. Όμως οι επιλογές μας δεν διαμορφώνονται στο κενό. Όταν η απειλή είναι χρόνια, ο άνθρωπος δεν αναζητά πάντοτε την ιδανική λύση, αναζητά συχνά την ασφαλέστερη λύση για τις επόμενες ώρες.
Ίσως λοιπόν η πιο άδικη ερώτηση είναι «γιατί δεν έφυγε;». Γιατί προϋποθέτει ότι ήταν ψυχικά ελεύθερη να αποφασίσει, μόνο και μόνο επειδή η πόρτα του σπιτιού δεν ήταν κλειδωμένη. Η κακοποίηση μπορεί να δημιουργήσει μια μορφή ψυχολογικού εγκλωβισμού πολύ πριν υπάρξει ο φυσικός εγκλωβισμός. Και γι’ αυτό χρειάζεται να μετακινούμε την ερώτηση από το «γιατί έμεινε;» στο «τι είχε συμβεί ώστε το να φύγει να μοιάζει τόσο δύσκολο, επικίνδυνο ή ακόμη και αδιανόητο;».
Συχνά μετά από μια γυναικοκτονία προβάλλεται ο ισχυρισμός της «ψυχικής νόσου». Είναι η γυναικοκτονία αποτέλεσμα ψυχιατρικής διαταραχής ή συνειδητή πράξη επιβολής εξουσίας και ελέγχου;
Χρειάζεται μεγάλη προσοχή εδώ, γιατί η αυτόματη σύνδεση της ακραίας βίας με την ψυχική νόσο δημιουργεί δύο προβλήματα. Από τη μία στιγματίζει συλλήβδην τους ανθρώπους που ζουν με ψυχικές διαταραχές. Από την άλλη, μπορεί να μετατρέπει μια πράξη βίας σε ένα σχεδόν «ανεξήγητο ψυχιατρικό συμβάν», αποσυνδέοντάς την από τη σχέση μέσα στην οποία εκδηλώθηκε και από όσα ενδεχομένως είχαν προηγηθεί.
Φυσικά, σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μπορεί να συνυπάρχει ψυχιατρική διαταραχή και αυτό είναι ζήτημα που μπορεί να αξιολογηθεί μόνο εξατομικευμένα από τους αρμόδιους ειδικούς. Δεν μπορούμε όμως να χρησιμοποιούμε την ψυχική νόσο ως καθολική ερμηνεία της γυναικοκτονίας. Πολύ συχνά χρειάζεται να κοιτάξουμε κάτι λιγότερο «θεαματικό» από την ψυχιατρική διάγνωση αλλά εξαιρετικά σημαντικό: τι συνέβαινε στη σχέση πριν από το έγκλημα; Υπήρχε έλεγχος; Κτητικότητα; απειλές; παρακολούθηση; αδυναμία αποδοχής του χωρισμού; η πεποίθηση ότι η γυναίκα δεν δικαιούται να απομακρυνθεί;
Όταν εξηγούμε κάθε ακραία πράξη βίας ως «τρέλα», κινδυνεύουμε να κάνουμε αόρατη τη διαδρομή που προηγήθηκε. Και πολλές φορές το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «τι είχε ο δράστης;», αλλά «τι πίστευε ότι δικαιούται να κάνει σε μια γυναίκα που δεν μπορούσε πλέον να ελέγξει;».
Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η επίκληση της ψυχιατρικής διαταραχής μπορεί κάποιες φορές να λειτουργεί και ως ένα βολικό κοινωνικό άλλοθι. Μας απαλλάσσει από τη δυσκολότερη συζήτηση: από το να αναρωτηθούμε τι έμαθαν επί δεκαετίες αγόρια και άνδρες μέσα στην ελληνική, για πολλά χρόνια βαθιά πατριαρχική, οικογένεια για τον θυμό, τη ματαίωση, την απόρριψη, τη συναισθηματική ρύθμιση, αλλά και για το δικαίωμα μιας γυναίκας να βάζει όρια, να επιλέγει ή να φεύγει. Κανένα έγκλημα δεν συμβαίνει σε κοινωνικό κενό.
Και υπάρχει ίσως ακόμη ένας λόγος που η ψυχιατρικοποίηση ενός δράστη είναι τόσο ελκυστική: δημιουργεί απόσταση ανάμεσα σε «εκείνον» και «εμάς». Δεν είναι πολύ πιο καθησυχαστικό να πιστεύουμε ότι, για να δολοφονήσει ένας άνδρας τη σύντροφό του, πρέπει να είναι “ψυχικά άρρωστος”, από το να αναγνωρίσουμε ότι η ακραία βία μπορεί να αποτελεί το τελευταίο σημείο μιας διαδρομής ελέγχου, κτητικότητας και αδυναμίας αποδοχής της αυτονομίας της; Γιατί τότε ο δράστης παύει να είναι ένα «τέρας» που βρίσκεται έξω από την κοινωνία μας και αναγκαζόμαστε να κοιτάξουμε συμπεριφορές που υπάρχουν και γύρω μας σε πολύ μικρότερη ένταση: τον έλεγχο που βαφτίζεται ενδιαφέρον, την κτητικότητα που βαφτίζεται έρωτας, τη ζήλια που εκλαμβάνεται ως απόδειξη αγάπης και την απόρριψη που βιώνεται ως προσβολή που πρέπει να τιμωρηθεί.
Πώς λειτουργεί η σταδιακή ψυχολογική χειραγώγηση (gaslighting) και πώς οδηγεί τη γυναίκα στο να αμφισβητεί την ίδια της τη λογική και την αξία;
Το gaslighting συχνά περιγράφεται ως μια προσπάθεια να πείσεις κάποιον ότι «είναι τρελός». Στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι πολύ πιο αθόρυβο. Είναι η συστηματική διάβρωση της εμπιστοσύνης που έχει ένας άνθρωπος στη δική του αντίληψη. «Δεν έγινε έτσι». «Υπερβάλλεις». «Πάλι τα φαντάζεσαι». «Εσύ με έφτασες σε αυτό το σημείο». «Δεν μπορεί κανείς να συνεννοηθεί μαζί σου».
Όταν τέτοια μηνύματα επαναλαμβάνονται μέσα σε μια σημαντική συναισθηματική σχέση, η γυναίκα μπορεί σταδιακά να πάψει να ρωτά «γιατί μου το έκανε αυτό;» και να αρχίσει να ρωτά «μήπως τελικά φταίω εγώ;». Και εκεί βρίσκεται ίσως η πιο βαθιά λειτουργία του gaslighting. Δεν χρειάζεται πλέον κάποιος να ακυρώνει κάθε φορά τη δική σου πραγματικότητα, εάν έχει καταφέρει να σε κάνει να την ακυρώνεις μόνη σου.
Η πιο βαθιά μορφή ψυχολογικού ελέγχου δεν είναι να σου επιβάλει κάποιος τι να πιστεύεις. Είναι να καταφέρει να μη σε εμπιστεύεσαι πια όταν πιστεύεις κάτι διαφορετικό από εκείνον. Έτσι η γυναίκα μπορεί να χρειάζεται συνεχώς μια εξωτερική επιβεβαίωση για το αν δικαιούται να θυμώνει, να φοβάται, να πληγώνεται ή ακόμη και να φύγει. Και τότε δεν έχει πληγεί μόνο η αυτοεκτίμησή της. Έχει πληγεί κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: η αίσθηση ότι αποτελεί αξιόπιστη μάρτυρα της ίδιας της ζωής της.
Πώς επηρεάζει τη συλλογική ψυχολογία και τη συμπεριφορά πιθανών δραστών ο τρόπος που τα ΜΜΕ παρουσιάζουν μια γυναικοκτονία (π.χ. η δραματοποίηση, η εστίαση στα κίνητρα του δράστη ή η «ρομαντικοποίηση» της ζήλιας)
Τα ΜΜΕ δεν μας πληροφορούν μόνο για το τι συνέβη. Μας προσφέρουν και ένα λεξιλόγιο μέσα από το οποίο μαθαίνουμε «πώς να ερμηνεύουμε αυτό που συνέβη». Όταν, για παράδειγμα, μια γυναικοκτονία περιγράφεται μέσα από φράσεις όπως «την αγαπούσε παθολογικά», «δεν άντεξε τον χωρισμό», «θόλωσε από τη ζήλια», δημιουργείται μια επικίνδυνη νοηματική σύνδεση ανάμεσα στην αγάπη και στην κατοχή. Αυτό έχει σημασία για τη συλλογική ψυχολογία. Γιατί οι κοινωνίες δεν κανονικοποιούν μόνο συμπεριφορές· κανονικοποιούν και τις λέξεις με τις οποίες τις εξηγούν.
Δεν θα ήταν επιστημονικά ασφαλές να ισχυριστούμε ότι ένα συγκεκριμένο δημοσίευμα «δημιουργεί» έναν δράστη. Μπορούμε όμως να πούμε ότι ο δημόσιος λόγος συμμετέχει στο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κάποιες συμπεριφορές γίνονται περισσότερο ή λιγότερο ανεκτές. Οι λέξεις δεν σκοτώνουν μια γυναίκα. Μπορούν όμως να κάνουν την κοινωνία να βλέπει ως “πάθος” αυτό που θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχει αναγνωρίσει ως έλεγχο.
Γι' αυτό και ίσως χρειάζεται να αλλάξει και το κέντρο της αφήγησης. Μετά από μια γυναικοκτονία ξέρουμε συχνά πάρα πολλά για τον δράστη: τι ένιωθε, τι είπε, πόσο ζήλευε, τι δεν άντεξε, πώς ήταν τις τελευταίες ημέρες. Και πολύ λιγότερα για τη γυναίκα πέρα από τον τρόπο με τον οποίο πέθανε. Ίσως μία από τις πιο ύπουλες συνέπειες της δημοσιότητας είναι ότι ο δράστης αποκτά ψυχολογικό βάθος, ενώ η γυναίκα κινδυνεύει να περιοριστεί στον ρόλο του θύματος. Η υπεύθυνη δημοσιογραφική αφήγηση χρειάζεται επομένως να κάνει κάτι περισσότερο από το να αποφεύγει τη δραματοποίηση. Χρειάζεται να επιστρέφει την πράξη εκεί όπου ανήκει.
Επιπλέον, όσο αναλωνόμαστε στον δημόσιο διάλογο για το εάν ο όρος «γυναικοκτονία» υφίσταται, κινδυνεύουμε να συζητάμε περισσότερο για τη λέξη παρά για το φαινόμενο που η λέξη επιχειρεί να περιγράψει. Γιατί όσο εμείς διαφωνούμε για το πώς θα το ονομάσουμε, γυναίκες εξακολουθούν να δολοφονούνται μπροστά στα μάτια μας, δίπλα από τα σπίτια μας, ακόμη και έξω από αστυνομικά τμήματα. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο επικίνδυνες λειτουργίες μιας κοινωνικής διαφωνίας: όταν η συζήτηση γύρω από την ορολογία καταλήγει να μας προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι συζητάμε το πρόβλημα, ενώ στην πραγματικότητα έχουμε απομακρυνθεί από το ίδιο το πρόβλημα.