Ιωάννα Κουρμπέλα: «Το ρούχο είναι το σπίτι του σώματος»

Ιωάννα Κουρμπέλα: «Το ρούχο είναι το σπίτι του σώματος»

«Δεν σχεδιάζω ρούχα για το Met Gala». Η Ιωάννα Κουρμπέλα το λέει σχεδόν αφοπλιστικά, θέλοντας να ξεκαθαρίσει από την αρχή τη σχέση της με τη μόδα.

Δεν την ενδιαφέρει το εφήμερο εντυπωσιακό ούτε το ρούχο που υπάρχει μόνο για μια φωτογραφία. Τη νοιάζει το ρούχο που θα φορεθεί, θα κινηθεί μαζί με το σώμα, θα γίνει μέρος της καθημερινότητας μιας γυναίκας.

Ύστερα από περισσότερα από είκοσι χρόνια δημιουργίας, η σχεδιάστρια έχει διαμορφώσει μια ξεκάθαρη ταυτότητα, βασισμένη στη διαχρονικότητα, τη λειτουργικότητα και την προσωπική έκφραση.

Τη συναντήσαμε στο showroom της, εκεί όπου γεννιούνται οι συλλογές της, και μιλήσαμε για το προσωπικό στιλ, τη σχέση των Ελληνίδων με τη μόδα, για το αν σήμερα ντυνόμαστε διαφορετικά απ' ό,τι πριν από μια δεκαετία, αλλά και για το νυφικό, ίσως το πιο προσωπικό ρούχο που καλείται να σχεδιάσει.

 Η Ιωάννα Κουρμπέλα στο showroom της, εκεί όπου γεννιούνται οι συλλογές της. /Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Ιωάννα Κουρμπέλα: «Η διαχρονικότητα είναι συνυφασμένη με την ποιότητα»

Αν και σήμερα βρίσκεται στο τιμόνι ενός από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά fashion brands, η μόδα δεν ήταν ποτέ μονόδρομος.

«Δεν ήταν καθόλου μονόδρομος. Όταν ολοκλήρωνα το σχολείο ήθελα να γίνω αρχιτέκτονας. Μονόδρομος ήταν να κάνω κάτι δημιουργικό και καλλιτεχνικό, αλλά όχι απαραίτητα τη μόδα. Δεν είχα από την οικογένειά μου ή από τον πατέρα μου, που είχε την εταιρεία και την παραγωγή των ρούχων, κάποια κατεύθυνση να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο.»

 Η Ιωάννα Κουρμπέλα στο showroom της, εκεί όπου γεννιούνται οι συλλογές της./Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Η ίδια θυμάται πως όλα ξεκίνησαν από το σχέδιο. Προετοιμαζόταν για την Αρχιτεκτονική, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι αυτό που την εξέφραζε περισσότερο ήταν η ίδια η δημιουργική διαδικασία.

«Ξεκίνησα σχέδιο στο λύκειο για να δώσω εξετάσεις, με το παλιό σύστημα, για την Αρχιτεκτονική. Εκεί κατάλαβα ότι ανήκω περισσότερο στη δημιουργία, στη ζωγραφική. Έδωσα εξετάσεις, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Ενώ ξεκίνησα να σπουδάζω ιδιωτικά εσωτερική διακόσμηση, μου πρότεινε τότε ο πατέρας μου μήπως θέλω να ασχοληθώ λίγο με τη μόδα, που ήταν και κάτι στο οποίο μπορούσε να με βοηθήσει. Κοίταξε, όταν μπήκα στη μόδα δεν περίμενα καθόλου ότι θα μου φαινόταν τόσο ελκυστική. Δεν το ήξερα. Και τελικά μου ταίριαξε. Μου ταίριαξε και σαν προσωπικότητα.»

Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά, κοιτάζει πίσω με μεγαλύτερη ψυχραιμία. Αν είχε την ευκαιρία να συναντήσει την Ιωάννα του 2003, όταν ανέλαβε το τιμόνι της εταιρείας, δεν θα της έδινε οδηγίες για το πώς να δουλέψει περισσότερο, αλλά για το πώς να ζήσει περισσότερο τη διαδρομή.

«Νομίζω ότι θα της έλεγα να απολαμβάνει περισσότερο τη δημιουργική διαδικασία. Είναι πολύ δύσκολο, όταν ζεις κάτι μεγάλο και με τόσο έντονο ρυθμό, να κάνεις βήματα πίσω και να δεις τη μεγάλη εικόνα. Εγώ κατάφερα να τη δω ουσιαστικά την περίοδο του Covid, όταν όλα μπήκαν σε παύση. Τότε ηρέμησα, έφτιαξα ξανά τα αρχεία μου, είδα όλες τις συλλογές, τις φωτογραφίσεις. Ήταν ένας τεράστιος όγκος δουλειάς. Είμαι ιδιαίτερα παρορμητική, οπότε θα συμβούλευα τον τότε εαυτό μου να είναι λίγο πιο ήπιος. Να απολαμβάνει περισσότερο τη διαδρομή και να κάνει τα βήματά του πιο σταθερά και πιο συγκεκριμένα. Όχι ότι έχω κάποιο παράπονο από την πορεία ή από το πώς εξελίχθηκε η δουλειά.»

Η κουβέντα περνά φυσικά στη διπλή της ιδιότητα. Από τη μία βρίσκεται η δημιουργός και από την άλλη η επιχειρηματίας, δύο ρόλοι που συχνά καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στο όραμα και την πραγματικότητα.

«Δεν συνδυάζονται εύκολα. Είναι δύο διαφορετικοί δρόμοι. Το καλό με μένα είναι ότι μεγάλωσα σε μια οικογένεια ελεύθερων επαγγελματιών και μέσα στον κλάδο της ένδυσης, οπότε το επιχειρείν το έχω βιωματικά. Η φυσική μου τάση, όμως, όσο μεγαλώνω αντιλαμβάνομαι ότι είναι πιο καλλιτεχνική. Είναι ένα καθημερινό στοίχημα, αλλά και ένα στοίχημα κάθε σεζόν, γιατί το όραμα της κάθε συλλογής οφείλει να είναι καλλιτεχνικά δυνατό και, παράλληλα, να έχει εμπορική ανταπόκριση.»

Για την Ιωάννα Κουρμπέλα, άλλωστε, η μόδα δεν μπορεί να υπάρξει αποκομμένη από τη ζωή. Αντιμετωπίζει το ρούχο ως ένα αντικείμενο που οφείλει να υπηρετεί εκείνον που το φορά και όχι να υπάρχει μόνο για να εντυπωσιάζει.

«Η μόδα, από τη φύση της, είναι εφαρμοσμένη τέχνη. Δεν είναι μια αφηρημένη εικαστική τέχνη. Οφείλει να είναι λειτουργική και να υπηρετεί τον άνθρωπο. Εγώ σχεδιάζω ρούχα που υπηρετούν το σώμα και τις ανάγκες των γυναικών, γιατί κι εγώ είμαι καταναλώτρια της συλλογής μου. Δεν δημιουργώ κάτι που απευθύνεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο. Δεν φτιάχνω ρούχα μόνο για παραστάσεις ούτε για το Met Gala. Φτιάχνω μια prêt-à-porter συλλογή, η οποία οφείλει να είναι φορέσιμη. Και όχι απλώς φορέσιμη από τις Ελληνίδες, αλλά να έχει αποδοχή παγκοσμίως.»

 Η Ιωάννα Κουρμπέλα μιλά για τη μόδα, το προσωπικό στιλ και τη διαχρονικότητα./Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Η ίδια ξεχωρίζει τον ρόλο κάθε μορφής ένδυσης. Άλλες ανάγκες έχει η υψηλή ραπτική, άλλες ένα νυφικό και άλλες η καθημερινή γκαρνταρόμπα. Ωστόσο, η δική της σχεδιαστική φιλοσοφία παραμένει σταθερή.

«Όλα εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Η δική μας εμπορική συλλογή εξυπηρετεί την καθημερινότητα των γυναικών ανά τον κόσμο. Αυτό είναι το πολύ συγκεκριμένο ζητούμενό της. Η υψηλή ραπτική και τα νυφικά έχουν άλλα ζητούμενα. Εγώ, όμως, πάντα κρατάω αυτόν τον πυρήνα στον σχεδιασμό μου: το ρούχο είναι το σπίτι του σώματος. Θέλω πάντα η γυναίκα να νιώθει προστατευμένη, άνετη και μέσα από αυτό να εκπέμπει ομορφιά και αυτοπεποίθηση.»

Η τελευταία της συλλογή γίνεται η αφορμή να μιλήσουμε όχι μόνο για το χρώμα και τις φόρμες, αλλά και για την ανάγκη της ομορφιάς σε μια δύσκολη εποχή.

 «Γλυκιά, θηλυκή και αρκετά ελκυστική», έτσι περιγράφει η ίδια τη συλλογή της./Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

«Η συλλογή που είναι τώρα στα καταστήματα, και σχεδόν ολοκληρώνει την πορεία της, έχει τίτλο Ninemia. Αυτό το φόρεμα είναι μέρος αυτής της συλλογής. Είναι μια πολύ γλυκιά συλλογή. Έχει πολλές αποχρώσεις του ροζ, πορτοκαλί, θερμά χρώματα και πολλή θηλυκότητα. Δέχτηκε πολύ καλή αποδοχή από τις γυναίκες και αυτό με χαροποίησε ιδιαίτερα. Νομίζω ότι ο κόσμος έχει πολύ ανάγκη να λαμβάνει θετικά μηνύματα και να περιβάλλεται από ομορφιά. Μέσα σε όλα όσα περνάμε, ο καθένας για διαφορετικό λόγο, αλλά και όλοι μαζί, με τις δυσκολίες που φέρνουν οι πόλεμοι, η οικονομία και όσα συμβαίνουν γύρω μας, πιστεύω πραγματικά ότι η ομορφιά σώζει τον κόσμο. Και χαίρομαι όταν βλέπω ότι ο κόσμος την απολαμβάνει και την επιλέγει.»

Αν έπρεπε να τη συνοψίσει σε τρεις μόνο λέξεις; «Γλυκιά, θηλυκή και αρκετά ελκυστική. Είναι εμπνευσμένη από τον πίνακα του Ματίς Το Ανοιχτό Παράθυρο και κουβαλά όλη αυτή την καλοκαιρινή ενέργεια που αποπνέει το έργο.»

Όσο για το κομμάτι που θα ξεχώριζε ως το πιο αντιπροσωπευτικό της ίδιας; «Δύσκολη ερώτηση, γιατί εγώ έχω ήδη ολοκληρώσει δημιουργικά το καλοκαίρι του 2027 και το μυαλό μου βρίσκεται ήδη εκεί. Παρ' όλα αυτά, νομίζω ότι και αυτό το φόρεμα που φοράω τώρα είναι πολύ αντιπροσωπευτικό. Και εμένα, αλλά και της συλλογής.»

 Η ποιότητα και η διαχρονικότητα αποτελούν σταθερές αξίες στη δουλειά της./Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Η κουβέντα μάς οδηγεί έπειτα σε μια διαπίστωση που αφορά όλες και όλους μας. Σήμερα αγοράζουμε περισσότερα ρούχα από ποτέ, όμως συχνά καταλήγουμε να φοράμε ελάχιστα από αυτά. Η Ιωάννα Κουρμπέλα πιστεύει πως, περισσότερο από τη σχέση μας με τα ρούχα, έχουμε χάσει τη σχέση μας με το ίδιο το ένδυμα.

«Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια γενικότερη τάση υπερκατανάλωσης, η οποία ενισχύει πάρα πολύ το χάος στη ζωή μας. Πρόσφατα είδα στον κινηματογράφο τον Ξένο του Καμί. Είναι μια ταινία εποχής, τοποθετημένη στη μεταπολεμική Γαλλία, και αυτό που μου έκανε τεράστια εντύπωση ήταν ότι οι πρωταγωνιστές έχουν ουσιαστικά δύο ρούχα.

Ο άντρας φοράει ένα κοστούμι και δύο πουκάμισα, τα οποία αλλάζει. Κυκλοφορεί με αυτά παντού, στο γραφείο, στον δρόμο, ακόμη και στην παραλία. Το ίδιο συμβαίνει και με τη γυναίκα που τον συνοδεύει. Φοράει ένα φόρεμα της δεκαετίας του '50, πηγαίνει στη θάλασσα, βγάζει το μαγιό της, το ξαναφορά και είναι καλοντυμένη σε κάθε περίσταση. Δεν υπάρχει πουθενά κάτι που να μοιάζει λάθος.

Σκέφτηκα τότε ότι, όταν έχεις μια μικρή γκαρνταρόμπα με λίγα αλλά πραγματικά καλά ρούχα, είναι πολύ δύσκολο να υποκύψεις σε στιλιστικά λάθη.»

Δεν είναι μόνο η αισθητική, επιμένει. Είναι και η υπερβολή των επιλογών. «Η υπερκατανάλωση, ειδικά στα ρούχα, ανοίγει την γκαρνταρόμπα σε λάθος επιλογές. Όταν έχεις πάρα πολλά ρούχα, ακόμη και ένας επαγγελματίας, ακόμη κι εγώ, θα κάνει λάθη. Χάνεσαι. Και δεν είναι όλα αυτά τα ρούχα πραγματικά δικά σου ή του χαρακτήρα σου. Πόσο μάλλον όταν είναι κακής ποιότητας ή κακής κατασκευής, όταν δεν έχουν σωστό πατρόν ή σωστά υλικά. Εκεί είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα δείχνεις καλά. Η σημαντικότερη συμβουλή που μπορώ να δώσω είναι να επιλέγουμε λίγα και ποιοτικά πράγματα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα τρόφιμα. Πετάμε τεράστιες ποσότητες, επειδή αγοράζουμε περισσότερα από όσα πραγματικά χρειαζόμαστε. Το ίδιο κάνουμε και με τα ρούχα. Λίγες επιλογές, ποιοτικά κομμάτια, από εταιρείες που γνωρίζουμε, που έχουμε δοκιμάσει και ξέρουμε ότι μας ταιριάζουν. Έτσι είσαι πάντα καλοντυμένος.»

Για την Ιωάννα Κουρμπέλα, το διαχρονικό στιλ δεν ορίζεται από τις τάσεις, αλλά από την ποιότητα. Όχι μόνο του υφάσματος, αλλά και της κατασκευής, της λεπτομέρειας, της φροντίδας με την οποία έχει δημιουργηθεί ένα ρούχο.

 Στο δημιουργικό της περιβάλλον, στην Αργυρούπολη./Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

«Για μένα η διαχρονικότητα είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ποιότητα. Και η ποιότητα δεν έχει να κάνει μόνο με τη σύνθεση των υλικών. Έχει να κάνει με τη ραφή, με το χρώμα, ακόμα και με τα κουμπιά που έχει πάνω ένα ρούχο. Δεν υπάρχει περίπτωση κάτι που είναι πραγματικά ποιοτικό να μην είναι διαχρονικό. Ουσιαστικά κανείς δεν τολμά να το πετάξει ή να το χαρίσει. Όλοι το κρατούν, το συντηρούν. Αν έχεις ένα μεταξωτό φόρεμα, ακόμη κι αν δεν το φορέσεις για χρόνια, δεν θα κάνεις την κίνηση να το πετάξεις. Θα πεις "είναι μετάξι", θα το βάλεις στην άκρη και θα έρθει η στιγμή του.»

Η ίδια επιλέγει συνειδητά να κρατά αποστάσεις από το fast fashion. Όχι μόνο για λόγους ποιότητας, αλλά και γιατί διαφωνεί με τη συνολική εμπειρία που, όπως λέει, προσφέρει στον καταναλωτή.

«Δεν το επιλέγω και δεν το επιλέγω συνειδητά. Δεν είναι ότι δεν είναι εύκολο να πας να βρεις κάτι. Δεν μου αρέσει καθόλου ο τρόπος που διαχειρίζονται τον πελάτη μέσα στο κατάστημα. Δεν μου αρέσει το σέρβις, η εξυπηρέτηση. Μου είναι στενάχωρο όταν βλέπω τον κόσμο φορτωμένο με ρούχα στα ταμεία, να του μιλάνε οι εργαζόμενοι με ύφος. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο κόσμος επιλέγει να καταναλώνει τόσο πολλά προϊόντα από καταστήματα που δείχνουν ότι δεν εκτιμούν την παρουσία του μέσα στον χώρο. Αυτό με προβληματίζει.»

Η κουβέντα περνά στις Ελληνίδες και στη σχέση τους με το προσωπικό στιλ. Δεν βιάζεται να τις κατατάξει ούτε να τις κρίνει. Προτιμά να βλέπει τη μεγαλύτερη εικόνα. «Ναι, σαφώς και έχουν προσωπικό στιλ. Νομίζω ότι οι Ελληνίδες είναι σε καλό δρόμο. Υπάρχουν, βέβαια, διαφορετικές ομάδες ανθρώπων. Υπάρχουν γυναίκες που ντύνονται πάντα με ένα πολύ συγκεκριμένο στιλ, με σεβασμό στο σώμα τους, στο επάγγελμά τους και στην ιδιότητά τους. Υπάρχουν και άνθρωποι που παίρνουν άλλα ρίσκα, τα οποία μπορεί να μην είναι της δικής μου αισθητικής. Γενικά, όμως, εκτιμώ τους ανθρώπους που ακολουθούν τη μόδα, χαίρονται την καθημερινότητά τους και επενδύουν στο προσωπικό τους στιλ.»

 Οι συλλογές της σχεδιάζονται με επίκεντρο το σώμα και την κίνηση. /Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Παρότι αποφεύγει να κρίνει τις επιλογές των άλλων, παραδέχεται ότι υπάρχουν κάποια στοιχεία που την ενοχλούν αισθητικά. «Ποια είμαι εγώ για να κρίνω τους ανθρώπους; Έχω, βέβαια, ασχοληθεί πάρα πολλές ώρες με το θέμα, αλλά χαίρομαι που υπάρχει ελευθερία έκφρασης, γιατί ο καθένας εκφράζει κάτι από την προσωπικότητά του μέσα από αυτό που φοράει. Αυτό που με δυσκολεύει πολύ όταν το βλέπω είναι τα φτηνά υλικά πάνω σε κακής εφαρμογής πατρόν. Το λάθος πατρόν και το φτηνό υλικό. Αν δεν έχεις πολύ καλό πατρόν και πολύ καλή ραφή, δεν μπορείς να διορθώσεις ούτε ένα μέτριο ύφασμα. Όταν, όμως, και το ύφασμα είναι μέτριο και όλα τα υπόλοιπα είναι μέτρια, το αποτέλεσμα είναι πολύ δυσάρεστο. Καλύτερα να φορέσεις τις πιτζάμες σου, το προτιμώ. Γιατί κακοφορμίζει το σώμα. Μπορείς να φορέσεις ένα σακάκι που δεν έχει σωστές βάτες και να δείχνεις σαν να έχεις καμπούρα. Αυτό στραπατσάρει ολόκληρη τη σιλουέτα.»

Όταν τη ρωτάμε τι δεν πρέπει να λείπει από μια καλοκαιρινή γκαρνταρόμπα, δεν απαντά με όρους τάσεων. Επιμένει, για ακόμη μία φορά, στην αξία των ποιοτικών κομματιών. «Θα κρατούσα ό,τι είναι φτιαγμένο από πολύτιμα υλικά και θα πετούσα ό,τι είναι συνθετικό και κακοφτιαγμένο. Κάθε γκαρνταρόμπα έχει διαφορετικές ανάγκες τον χειμώνα και διαφορετικές το καλοκαίρι. Για το καλοκαίρι θεωρώ απαραίτητο ένα λινό σετ, γιατί με διαφορετικό styling μπορεί να φορεθεί με πολλούς τρόπους. Θα κρατούσα επίσης μια πλεκτή ζακέτα, στο χρώμα που μας ταιριάζει. Είναι πολύ χρήσιμη και συχνά ο κόσμος δεν το συνειδητοποιεί, ειδικά όταν βρίσκεται σε ένα νησί, όπου τα βράδια έχει πάντα δροσιά. Ένα ωραίο παρεό και ένα καλό δερμάτινο σανδάλι είναι επίσης απαραίτητα.»

Ιωάννα Κουρμπέλα/Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

«Με ενδιαφέρει να ντύσω τους ανθρώπους, όχι να τους γδύσω σχεδιαστικά»

Η συζήτηση πηγαίνει στα νυφικά, ένα από τα πιο ιδιαίτερα κεφάλαια της δουλειάς της. Οι γυναίκες που την εμπιστεύονται, όπως εξηγεί, συνήθως γνωρίζουν ήδη τη δουλειά της μέσα από τις prêt-à-porter συλλογές της και αναζητούν ακριβώς αυτό που χαρακτηρίζει και τα καθημερινά της ρούχα: αυθεντικότητα.

 Η bridal συλλογή της Ιωάννας Κουρμπέλα./Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

«Έχω ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό που έρχεται σε εμάς για αυτή την τόσο ξεχωριστή μέρα της ζωής του. Είναι οι πελάτισσές μας που μας γνωρίζουν ήδη μέσα από την prêt-à-porter. Είναι αρκετά ρομαντικές γυναίκες και βάζουν πολύ ψηλά το να είναι άνετες εκείνη τη μέρα. Δεν τις ενδιαφέρει τόσο να είναι σέξι ή πολύ διαφορετικές από την καθημερινότητά τους. Τις ενδιαφέρει να είναι ο εαυτός τους. Να φορέσουν κάτι που εκπέμπει ποιότητα και σχεδιασμό, όχι απαραίτητα με την πρώτη ματιά· ίσως και με τη δεύτερη.

 Για την Ιωάννα Κουρμπέλα, το νυφικό πρέπει να εκφράζει τη γυναίκα που το φορά. /Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Αυτό που προσπαθούμε πάντα μαζί, γιατί κάνουμε μαζί όλα τα ραντεβού, είναι να βρούμε το κατάλληλο φόρεμα για εκείνη τη μέρα και για τον τόπο όπου θα γίνει ο γάμος. Είναι τελείως διαφορετικό να παντρεύεσαι στη Μήλο και τελείως διαφορετικό στα Ζαγοροχώρια ή στη Νέα Ζηλανδία. Το φόρεμα πρέπει να πλαισιώνει τον τόπο, αλλά και να πλαισιώνεται από αυτόν. Γενικά, η μόδα στα νυφικά έχει κινηθεί πολύ προς τη γύμνια και τις δαντέλες, κάτι με το οποίο δεν συμφωνώ ιδιαίτερα. Με ενδιαφέρει να ντύσω τους ανθρώπους, όχι να τους γδύσω σχεδιαστικά. Νομίζω ότι αλλιώς στέκεται μια γυναίκα όταν δεν είναι τόσο αποκαλυπτική, και αυτό προσωπικά το προτιμώ.»

 Νυφικά σχεδιασμένα με έμφαση στην ποιότητα και τη διαχρονικότητα. /Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Όσο για τις Ελληνίδες νύφες, θεωρεί ότι τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να διευρύνουν τους αισθητικούς τους ορίζοντες, χωρίς όμως να χάνουν τον σεβασμό απέναντι στην ίδια την τελετή.

«Νομίζω ότι υπάρχει περιθώριο να διερευνήσουν ακόμη περισσότερα αισθητικά πεδία γύρω από το νυφικό και το μυστήριο. Είναι διαφορετικό να κάνεις έναν γάμο σε ένα δημαρχείο και διαφορετικό σε μια εκκλησία. Εγώ σέβομαι πάρα πολύ το μυστήριο και το θεωρώ μια ιερή στιγμή. Με ενδιαφέρει να σεβαστώ το πρωτόκολλο, μέσα σε εισαγωγικά, του γάμου.»

Και αν υπάρχει ένα λάθος που βλέπει να επαναλαμβάνεται συχνά, αυτό δεν αφορά το φόρεμα, αλλά τη διαδικασία επιλογής του. «Το μεγαλύτερο λάθος είναι να παίρνει μια γυναίκα πολύ κόσμο μαζί της στα ραντεβού. Τότε αρχίζει να ακούει πολλές διαφορετικές γνώμες και μπερδεύεται. Δεν έχει χώρο να ακούσει τον εαυτό της και να δει πραγματικά τον εαυτό της στον καθρέφτη. Είναι πολύ μεγάλη και η προσδοκία των ανθρώπων που τη συνοδεύουν, κι εκεί κάπως χάνεται η ουσία.»

 Η σχεδιάστρια προσεγγίζει κάθε νυφικό ως μια προσωπική ιστορία. /Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Η ίδια εκτιμά ότι οι bridal τάσεις βρίσκονται ήδη σε μια νέα κατεύθυνση.

«Νομίζω ότι αρχίζει να κουράζει όλο αυτό με τη γύμνια, τις δαντέλες και το nude. Αντίθετα, πιστεύω ότι επιστρέφει μια μεγαλύτερη θεατρικότητα γύρω από αυτό το τόσο σπουδαίο μυστήριο.»

Ιωάννα Κουρμπέλα: «Η Πλάκα είναι σαν δεύτερο σπίτι μου»

Η σχέση της Iωάννας Κουρμπέλα με την Αθήνα είναι βαθιά προσωπική. Η Πλάκα δεν είναι απλώς η έδρα του ιστορικού καταστήματος της εταιρείας, αλλά ο τόπος όπου μεγάλωσε και όπου, όπως λέει, διαμορφώθηκε ένα σημαντικό κομμάτι της ταυτότητάς της.

«Το κατάστημα βρίσκεται εκεί γιατί η εταιρεία ξεκίνησε από την Πλάκα. Εγώ έχω γεννηθεί στην Πλάκα, όπως και η αδερφή μου, η Στέλλα. Είμαστε εκεί από το 1977. Πρώτα ήταν ο παππούς μου, μετά ο πατέρας μου και έπειτα εμείς. Ακόμα κι όταν φύγαμε από τη γειτονιά, στην πραγματικότητα δεν φύγαμε ποτέ. Το κατάστημα ήταν πάντα εκεί, πηγαίναμε να δούμε τον μπαμπά και εγώ δούλευα εκεί από πολύ μικρή. Έχω μια πολύ μεγάλη οικειότητα με την Πλάκα. Είναι σαν δεύτερο σπίτι μου. Νομίζω ότι αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό και μέρος του DNA της ταυτότητάς μου. Είναι μια περιοχή που με έχει εμπνεύσει πάρα πολύ. Έχουμε κάνει πολλές φωτογραφίσεις στην Πλάκα και στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τη γνωρίζω πολύ καλά, έχω αμέτρητες μνήμες από εκεί, πέρα από τη δουλειά.»

 Πορτρέτο της Ιωάννας Κουρμπέλα./Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Της ζητάμε να περιγράψει την Αθήνα σαν να ήταν ύφασμα. «Νομίζω πως θα ήταν ένα ύφασμα με πολλές ενδιάμεσες στρώσεις και υφάνσεις. Ίσως ένα μπροκάρ, γιατί μπορεί να περιγράψει την ιστορία της, το παρελθόν της και την ανθεκτικότητά της. Και αν έπρεπε να της δώσω ένα χρώμα, θα ήταν το λευκό. Η Αθήνα είναι από τις πιο φωτεινές πόλεις της χώρας μας.»

Η κουβέντα κλείνει με τις γυναίκες που ξεχωρίζει για το προσωπικό τους στιλ. Οι επιλογές της έχουν ένα κοινό στοιχείο: δεν ακολουθούν απλώς τη μόδα, αλλά τη χρησιμοποιούν ως προέκταση της προσωπικότητάς τους.

«Αρκετές από τις πελάτισσές μου και φίλες μου τις θεωρώ πολύ καλοντυμένες, γιατί αισθητικά έχουμε έναν κοινό κώδικα. Εκτιμώ πολύ την Κατερίνα Ευαγγελάτου. Τη βρίσκω πολύ καλοντυμένη και με συνέπεια στην ιδιότητά της και στο προσωπικό της στιλ. Μου αρέσει επίσης πολύ η Αντιγόνη Κουλουκάκου. Εκτιμώ ότι αυτό που εκπέμπει ως άνθρωπος συνδέεται άμεσα με αυτό που φοράει. Εκφράζει την προσωπικότητά της μέσα από το ντύσιμό της. Θα έλεγα ακόμη την Κάτια Δανδουλάκη. Πάντα με ενέπνεε πολύ η φιγούρα της.»

 Λεπτομέρειες από τον δημιουργικό κόσμο της σχεδιάστριας./Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης για το Bovary.gr

Όσο για τη γυναίκα που θα ήθελε κάποια στιγμή να ντύσει, η απάντηση έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη. «Μία γυναίκα που είδα πρόσφατα από κοντά και ανταποκρίθηκε απόλυτα σε αυτό που είχα φανταστεί είναι η Tilda Swinton. Είναι μια πολύ εικαστική φιγούρα στα μάτια μου. Μου αρέσει πάρα πολύ και χρωματικά. Είναι λευκή, με ξανθά μαλλιά και ανοιχτά μάτια. Είναι σαν καμβάς.»