Κωνσταντίνος Μπιμπής: «Αν δεν σπάσεις τα μοτίβα σου, δεν αλλάζει τίποτα»
Από τα παιδικά χρόνια στο Παλιό Φάληρο και τις πρώτες καλλιτεχνικές ανησυχίες, μέχρι τη διαμόρφωση ενός ηθοποιού που ισορροπεί ανάμεσα στη σκηνή, τη μουσική και την προσωπική αναζήτηση, ο Κωνσταντίνος Μπιμπής αφηγείται τη ζωή του...
«Μεγάλωσα στο Παλιό Φάληρο. Η μητέρα μου ήρθε με τους Έλληνες μετανάστες από την Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι ήρθαν εδώ μέσα στη Χούντα. Στην ουσία ήταν ένας, ξεριζωμός, για αυτούς τους ανθρώπους.»
Μεγαλώσαμε στο Παλιό Φάληρο, όπου πήγε ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων μεταναστών της Κωνσταντινούπολης εκείνης της εποχής - μαζί με τη Νέα Σμύρνη. Ζούσαμε σε ένα μικρό διαμέρισμα, ώστε να καταφέρουν οι γονείς μου να μαζέψουν χρήματα για ένα δικό τους σπίτι. Μέναμε όλοι μαζί, με τη γιαγιά μου, τη θεία μου, τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, τον αδερφό μου… Ήμασταν, δηλαδή, κάπως στριμωγμένοι!
Αλλά αυτό είχε και μία γλύκα. Επιστρέφω σε αυτά τα χρόνια με ευγνωμοσύνη, γιατί με διαμόρφωσαν σαν άνθρωπο. Διαμόρφωσαν έως ένα σημείο και τη συνείδηση εργατικής τάξης στην οποία ανήκω. Και με έναν τρόπο και την έννοια της κοινότητας που έφεραν οι γυναίκες της Κωνσταντινούπολης στην Ελλάδα.
Ποτέ, δηλαδή, δεν αισθάνθηκα ότι βιώνω αυτή την αυστηρά πυρηνική οικογένεια, την εικόνα της “μικροαστικής” οικογένειας, που έχουμε στο μυαλό μας για την την Αθήνα των ‘80s και ‘90s.
Ήμουν ήσυχο παιδί. Άργησε πολύ να γεννηθεί ο αδερφός μου, οπότε έμαθα να παίζω μόνος μου. Οι γονείς μου δούλευαν σχεδόν όλη μέρα, οπότε τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα με τη γιαγιά μου από την Κωνσταντινούπολη, η οποία ήταν και η καλύτερη μου φίλη. Μου έμαθε να διαβάζω και να μετράω πριν πάω στο σχολείο. Έκανε και μερικές αποτυχημένες προσπάθειες να μάθω τουρκικά, αλλά δεν τα καταφέραμε.
Οπότε, περνούσα πολύ χρόνο μαζί της, πολύ χρόνο μόνος μου. Μετά πήγα στο σχολείο και άρχισα και εγώ να ανοίγομαι λίγο περισσότερο».
«Μου άρεσε πολύ το σχολείο. Ωστόσο, ξέρεις, κάπως όλα αυτά τα πράγματα είναι και λίγο… τυχαία. Δηλαδή, δεν πιστεύω ότι ένα παιδί γεννιέται με αγάπη για το σχολείο. Στη δική μου περίπτωση, μέσα από τη γιαγιά μου και τη μεγάλη της αγάπη για τη γνώση, είχα αποκτήσει αυτό το μικρόβιο της περιέργειας -χωρίς ιδιαίτερη πίεση από κανέναν. Έτσι μπήκα στο σχολείο με όρεξη να μαθαίνω και να προχωράω. Και αυτή η όρεξη δεν σταμάτησε ποτέ.
Δεν θα έλεγα ότι βρισκόμουν σε μια οικογένεια η οποία, ας πούμε, ήταν ευρέως φιλότεχνη. Καθόλου θεατρόφιλη. Το σινεμά άρεσε πολύ και στη μητέρα μου και στη γιαγιά μου, οπότε από πολύ νεαρή ηλικία με πηγαίνανε στο σινεμά και πραγματικά το αγάπησα πολύ μικρός. Τις προάλλες γελάγαμε με την παρέα μου, γιατί λέγαμε ότι οι γονείς μας μάς πήγαν να δούμε τον "Τιτανικό" 10 χρονών, κάτι που τώρα - στην εποχή του Political Correct- αυτό δεν θα συνέβαινε. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ, πραγματικά είχα πάθει σοκ!
Ωστόσο, αν και δεν ήταν ιδιαίτερα φιλότεχνη η οικογένειά μου, υπήρχαν τα ερεθίσματα. Υπήρχαν δίσκοι, ας πούμε. Υπήρχε μουσική εκεί διαθέσιμη για μένα. Υπήρχε μια βιβλιοθήκη πολύ μεγάλη εκεί για μένα. Δηλαδή, υπήρχαν τα πράγματα σαν υλικά αντικείμενα τριγύρω μου. Είχα πρόσβαση στη γνώση και έμενε να τα ανακαλύψω».
«Τελειώνω το σχολείο και περνάω φιλολογία, αλλά ήξερα από πριν ότι αυτό που ήθελα να κάνω στη ζωή μου ήταν να ασχοληθώ με την υποκριτική.
Νομίζω ότι ήταν κάτι το οποίο έβραζε μέσα μου πολλά χρόνια. Και όταν άρχισε η ενηλικίωση - ημερολογιακά τουλάχιστον - να πλησιάζει και έγινε πιο πραγματικό το ερώτημα “τι θες να κάνεις στη ζωή σου”, τότε αρθρώθηκε και έγινε στόχος. Και επειδή ιδιοσυγκρασιακά είμαι άνθρωπος που τα πάω καλά με τους στόχους, πείσμωσα και είπα, θα το κάνω.
Οι γονείς μου, όπως καταλαβαίνεις, δεν… ενθουσιάστηκαν. Και έως ένα σημείο το καταλαβαίνω. Δεν ήταν, ωστόσο, βίαια απορριπτικοί σε αυτήν την απόφαση. Αλλά λειτούργησαν ως γονείς, πώς να το πω, λίγο έτσι, Βορειοευρωπαίοι.
Δηλαδή, μου είπαν “εμείς μέχρι εδώ είμαστε, αν θες να κάνεις θέατρο, βρες λεφτά και κάντο”. Όπως και όταν ξεκίνησε η δραματική σχολή και ήθελα να μείνω μόνος μου 19 χρονών, μου είπαν “πολύ ωραία, θες να φύγεις από το σπίτι, βρες λεφτά και φύγε”.
Μπήκα στο Θέατρο Τέχνης και είχα την τύχη ταυτόχρονα να βρεθώ και στο σεμινάριο του Αντρέα Μανωλικάκη, που τον θεωρώ και δάσκαλό μου.
Μαγεύτηκα αμέσως. Από 18 χρονών μέχρι σήμερα δεν έχω σταματήσει να αγαπώ αυτή τη δουλειά, ίσα-ίσα με τροφοδοτεί διαρκώς και με κάνει να ξυπνάω το πρωί με όρεξη, για να μελετήσω τα κείμενα και να εμβαθύνω σε αυτό που λέγεται υποκριτική».
«Φυσικά και με δυσκόλεψε η αρχή. Και αυτή η δυσκολία νομίζω δεν σταματάει ποτέ. Δηλαδή, είναι ένας αγώνας που στην Ελλάδα -και παγκοσμίως. αλλά στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο - δεν σταματά.
Ήμουν και τυχερός, αλλά δούλεψα και πολύ σκληρά. Ειδικά τα πρώτα χρόνια ήταν μανιακή η δουλειά που έκανα. Ήμουν τυχερός γιατί μία από τις δουλειές που έκανα στα πρώτα μου βήματα βρήκε καθολική αποδοχή -και από τον κόσμο και από τον χώρο- και κάπως έτσι, σε πολύ νεαρή ηλικία, μπήκα στο θεατρικό χάρτη της Αθήνας πολύ δυναμικά. Μιλάω για το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2", το 2013.
Οπότε, από τον “Ρωμαίο” και πέρα, τα πράγματα ήταν σε σχέση με την εύρεση εργασίας πιο εύκολα για μένα. Και η τύχη μου έγκειται στο γεγονός ότι μπορούσα από νεαρή ηλικία να ορίσω εγώ ποια είναι τα επόμενα βήματα σε αυτή τη δουλειά. Και κινήθηκα θα μπορούσε να πει κανείς σε λίγο ανορθόδοξα μονοπάτια. Σκέψου ότι, πολύ μικρός άνοιξα το δικό μου θέατρο, το οποίο έκλεισε το 2020. Ακολούθησα πιο μια πολύ προσωπική και ταιριαστή σε μένα πορεία».
«Ποιες στιγμές θεωρώ ορόσημο στην πορεία μου σαν ηθοποιός; Εντάξει, σίγουρα ο “Ρωμαίος” που αναφέραμε πριν. Όχι μόνο γιατί ήταν μια πρωτοφανής, ειδικά για την εποχή, επιτυχία αλλά γιατί γνώρισα έτσι μέσα από το θέατρο και πολλές χώρες. Ο “Ρωμαίος” ξεκίνησε από τη Σερβία, μετά διαγωνιστήκαμε σε ένα φεστιβάλ όπου πήραμε το πρώτο γραφείο στην Ισπανία, μετά πήγαμε στην Πορτογαλία, μετά πήγαμε στο Μεξικό, μετά πήγαμε στην Ελβετία… Ήταν μια εμπειρία που, τότε, σαν εντελώς πιτσιρικάς και έτσι λίγο χαμένος ψυχικά, δεν το χάρηκα όσο θα μπορούσα, αλλά τώρα τη θυμάμαι πάντα με πολλή χαρά.
Όπως σου είπα και πριν, είχα την τύχη - και την έχω ακόμη - να μπορώ να βλέπω σχεδόν όλες μου τις καλλιτεχνικές επιλογές σαν ορόσημα. Δηλαδή, πάντα έχει σημασία για μένα η κάθε επιλογή που κάνω. Φυσικά οι “Όρνιθες” σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου ήταν επίσης για μένα ορόσημο, κυρίως το ταξίδι μας στη Χιλή και οι παραστάσεις μας εκεί. Αλλά και αυτή η παράσταση τώρα, ο “Εχθρός του λαού” θα είναι σίγουρα ορόσημο για μένα. Πιστεύω ότι, σε δέκα χρόνια από τώρα, αν ξαναμιλήσουμε, θα στο επιβεβαιώσω.
Αν μπορεί ένας ηθοποιός στην Ελλάδα το 2026 να ζήσει μόνο με το θέατρο; Αναλόγως τι χρειάζεται για να ζήσει. Δεν είναι ένας εύκολος δρόμος σίγουρα, διότι το θέατρο, ακόμα και στις καλύτερες συνθήκες του, σε καλύπτει για 7-8 μήνες -και μετά αναζητάς το επόμενο, ύστερα το επόμενο και πάει λέγοντας. Είναι ένας αγώνας.
Δεν μπορείς να διεκδικήσεις μία σταθερότητα στο θέατρο. Επίσης, μισθολογικά σπάνια μπορείς να βρεις κάτι το οποίο μπορεί από μόνο του να σε κάνει να νιώθεις ασφαλής σε σχέση με την αξιοπρεπή σου διαβίωση. Παρόλα αυτά, με αγώνα, μπορεί να γίνει».
«Με το συγκρότημά μου, τους Dalkance, είμαστε στον Σταυρό του Νότου φέτος. Η μουσική προέκυψε στη ζωή μου πολύ πριν το θέατρο. Τραγουδούσα από μικρός, ήμουν στις χορωδίες του σχολείου, γρατζουνούσα λίγο κιθάρα, στην πορεία άρχισα να γρατζουνάω και το πιάνο λιγάκι. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου η μουσική.
Δυστυχώς, μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Θα ήθελα να μπορούσα και οικονομικά και ιδιοσύγκρασιακά να δώσω ένα διάστημα απόλυτης αφοσίωσης και στη μουσική, γιατί πραγματικά είναι πυρηνικό συστατικό μου. Όσο μπορώ το κάνω παράλληλα.
Είμαι παλιοροκάς θα λέγαμε. Είχα και μία μπάντα πριν από δέκα χρόνια, τους “Guilties”, όπου ήμασταν καθαρά hard rock, grunge, μπλουζ αισθητική. Για πολλά χρόνια τραγουδούσα σε διάφορα σχήματα με φίλους - μπλουζ, ροκ, hard rock, grunge σε διάφορα μαγαζιά. Με αυτά μεγάλωσα. Τα αγαπώ, δεν θα σταματήσω ποτέ να επιστρέφω σε αυτά τα ακούσματα.
Με τα χρόνια μαλάκωσα. Μου αρέσουν τώρα πιο folk indie πράγματα, πιο country, και πάντα είχα μία βαθιά αγάπη για τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα. Πάντα. Και τώρα, ένα από τα στοιχεία των Dalkance που με κάνει χαρούμενο είναι ότι μπορούμε απενοχοποιημένα να διασκευάσουμε αυτό το ρεπερτόριο με πολλά παράξενα στοιχεία και το χαίρομαι πολύ.
Γράφω και κάποια κομμάτια. Βέβαια, είναι στo συρτάρι όλα αυτά που γράφω. Τώρα με την μπάντα κάποια τα... ανακατεύουμε. Ελπίζω αυτά τα αμιγώς δικά μου, τα οποία είναι σχεδόν όλα αγγλόφωνα, κάποια στιγμή να τα δουλέψω. Ελπίζω κάποια στιγμή να τα φέρω έτσι τα πράγματα, ώστε να μπορώ να αφοσιωθώ στην επεξεργασία όλου αυτού του υλικού».
«Τι ρόλο έχει παίξει ο έρωτας στη ζωή μου; Καταστροφικό! (γέλια). Κοίταξε, μέχρι να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία ήμουν εντελώς ακατάλληλος. Δεν μπορούσα πραγματικά να συνδεθώ με κάποιον άνθρωπο -λειτουργούσα και αυτοκαταστροφικά και ετεροκαταστροφικά σε όλες αυτές τις αλληλεπιδράσεις μου. Σιγά-σιγά με τα χρόνια και με την τακτική ψυχοθεραπεία έχουν αλλάξει τα πράγματα και καταλάγιασαν λίγο. Πλέον, δεν αντιμετωπίζω τον έρωτα και τη σύνδεση καθόλου καταστροφικά, ίσα ίσα προσπαθώ να το βιώνω όσο πιο ήρεμα και γαλήνια γίνεται.
Παράλληλα, ο έρωτας υπήρξε κινητήριος δύναμη σε μένα -και στο θέατρο και στη μουσική. Δηλαδή, “Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα για δύο”, “Οι κάτω απ’τα αστέρια” αργότερα και το «Forget Me Not» πέρσι, ήταν τρεις παραστάσεις οι οποίες πραγματικά ακολουθούν και την προσωπική πορεία μου, σε σχέση με το πώς βίωνα τον έρωτα στα 23 μου, στα 28 μου και στα 35 μου. Πάντα έχω την ανάγκη, όταν με απασχολεί κάτι, να το επεξεργαστώ θεατρικά -κι αυτές ήταν και τρεις δουλειές στις οποίες ήμουν και στη σκηνοθεσία-, οπότε ήταν απολύτως αντιπροσωπευτικές.
Το πώς αντιμετωπίζουμε τον έρωτα εξαρτάται από τη δουλειά που κάνουμε με τον εαυτό μας, δηλαδή μπορεί κάποιος να φτάσει 40 χρονών και να συνεχίσει να είναι βόδι (γέλια). Να μην έχει καταλάβει τίποτα, οπότε δεν θα αλλάξει κάτι, δεν αλλάζει κάτι μαγικά. Αλλάζει με την προσωπική δουλειά. Αν δεν κάτσεις κάτω αδερφέ, να βάλεις απέναντι τον εαυτό σου, τα βιώματά σου, τα τραύματά σου και να τα μεταβολίσεις, να μπεις στην πολύ σκληρή διαδικασία με καλέμι να σπάσεις τα μοτίβα σου, ειδικά σε ερωτικές σχέσεις, δεν πρόκειται να προχωρήσει η κατάσταση. Θα συνεχίσεις να αναπαραγάγεις τα ίδια δηλητηριώδη για τον εαυτό σου και για τους συντρόφους σου μοτίβα μέχρι να πεθάνεις».
«Αν πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη; Κοίταξε, βρίσκομαι πάντα σε μια διαλεκτική σχέση με αυτό το πράγμα. Γενικά, αντιπαθώ την εκκλησία σαν δομή. Αντιπαθώ όλο αυτό το καθεστώς, το οποίο έχει πέσει σε μια εξουσιαστική κατάσταση.
Παρόλα αυτά, θεωρώ τις θρησκείες κανάλια επικοινωνίας με κάτι. Θεωρώ μια πολύτιμη πνευματική διαδικασία την επικοινωνία σου με… κάτι, με αυτό το κάτι που ο καθένας το ονομάζει όπως θέλει, και βρίσκομαι πάντα σε μια διαλεκτική σχέση με αυτό.
Δηλαδή, όταν πάω στο νησί μου, τη Σκύρο, θα μπω σε δύο συγκεκριμένα ξωκλήσια και θα κάτσω πολλή ώρα μέσα, θα ανάψω ένα κερί για τους ανθρώπους που έχω χάσει και θα τους μνημονεύσω.
Δηλαδή, αυτή η ανώτερη δύναμη που λέμε για μένα έχει να κάνει πάρα πολύ με αυτούς που έχουμε χάσει. Και με την ελπίδα μας να είναι κάπου εκεί και να μας ακούν. Ή ότι θα τους ξαναδούμε.
Οπότε, προς το παρόν, εμένα η σχέση μου με τη θρησκεία κυρίως αυτή είναι. Δηλαδή, αυτό το κανάλι μονομερούς επικοινωνίας, το οποίο όμως έχει μια αξία για μένα. Πάντως, επειδή έχει πέσει η σκόνη της απόλυτης αντιδραστικότητας απέναντι στη θρησκεία, τον χριστιανισμό και όλα αυτά που απέρριπτα -και πολιτικά και ιδεολογικά- παρατηρώ τα τελευταία χρόνια μια περισσότερη ανοιχτωσιά δική μου σε σχέση με όλα αυτά τα ζητήματα της πνευματικής, ας πούμε, αναζήτησης.
Τι με κάνει να αγανακτώ σήμερα; Ο τρόπος που έχουμε επιτρέψει να μας εξουσιάζουν είναι κάτι το οποίο με αγανακτεί βαθιά. Δηλαδή, ο τρόπος με τον οποίο έχουμε επιτρέψει σε μια άρχουσα τάξη να μας επιβάλλει τον τρόπο με τον οποίο θα ζούμε, θα αναπνέουμε, θα τρεφόμαστε, θα επικοινωνούμε, με κάνει πραγματικά να εξοργίζομαι και να αγανακτώ. Πάντα θα πιστεύω στον αγώνα, πάντα θα πιστεύω στους δρόμους, πάντα θα πιστεύω στην αντίσταση και πάντα θα μου δίνει ελπίδα αυτό το πράγμα.
Πολλές φορές είναι εύκολο να καθόμαστε απ' έξω από την κοινωνία και να την κατακεραυνώνουμε και να μιλάμε για τους καναπέδες και να μιλάμε για την αποχαύνωση των social media και όλα αυτά. Ξέρεις, εμένα δεν μου λειτουργεί πολύ αυτό -δηλαδή, να κάθομαι απέναντι και να θεωρώ τον εαυτό μου σημαντικό, γιατί δεν θεωρώ τον εαυτό μου σημαντικό. Δεν θεωρώ ότι κάνω κάτι σημαντικότερο από τους ανθρώπους που εργάζονται σε οποιαδήποτε δουλειά. Δεν θεωρώ ότι κάνω κάτι σημαντικότερο από τον πατέρα μου που βάφει τα σπίτια.
Συνεπώς, πιστεύω στον αγώνα, τον βλέπω τον αγώνα να συμβαίνει, βλέπω τους ανθρώπους να κατεβαίνουν στους δρόμους. Γιατί, ο μόνος χαμένος αγώνας είναι αυτός που δεν δόθηκε».
«Πολλά πράγματα μου δίνουν χαρά, κυρίως ασήμαντα. Όπως, να περνάω χρόνο με τον σκύλο μου και τη γάτα μου, να βλέπω έξω από το παράθυρο. Μεγάλη χαρά μου δίνει το γεγονός ότι πήρα την απόφαση να μετακομίσω έξω από την Αθήνα. Ζω στην Ανθούσα πλέον, σε ένα σπίτι με έναν μεγάλο κήπο. Το αστικό τοπίο με ζορίζει πολύ, είμαι άνθρωπος της φύσης. Επίσης, το να παίξω λίγο πιάνο μου δίνει χαρά, το να διαβάσω, να δω μια ταινία, να μαγειρέψω ένα ωραίο φαγητό.
Δεν με τρομάζει τόσο η άνοδος του AΙ, όσο η τάση ένα εργαλείο εξέλιξης -οποιοδήποτε και αν είναι αυτό- να μπαίνει αυτόματα στο βωμό μίας επιπλέον αποξένωσης, εξατομίκευσης και απομόνωσης.
Δεν βλέπω κάποιο εργαλείο που να προωθεί την επικοινωνία μεταξύ μας, την αλληλεγγύη. Βλέπω ότι και αυτό το εργαλείο -πέρα από τα φοβερά οφέλη που ενδεχομένως να προσφέρει σε διάφορους τομείς- μας κλείνει προς τα μέσα και οδηγεί σε ένα πολύ ισχυρό κλείσιμο και φοβερό κοινωνικό άγχος.
Δηλαδή ακούω ανθρώπους τώρα να μιλάνε ας πούμε με το ChatGTP για τις ερωτικές τους σχέσεις και σκέφτομαι, δεν έχεις ανθρώπους να ρωτήσεις; Θέλω να πω ότι, όλο αυτό το πράγμα οδηγεί σε μία ακόμα μεγαλύτερη εσωτερική καύση -αυτό είναι που με τρομάζει, όχι ότι θα μου πάρουν τη δουλειά οι AI ηθοποιοί.
Φυσικά, αντιλαμβάνομαι πάρα πολύ και σέβομαι και το φόβο των επαγγελματιών. Μιλούσα με έναν γραφίστα της προάλλες και μου έλεγε “έχουμε διαλυθεί”, αλλά και με μια makeup artist που μου είπε “Την πατήσαμε. Εκεί με φωνάζανε να μου δώσουν ένα μεροκάματο σε μία φωτογράφιση, βάζουν μια πούδρα το πετάνε στο AI μετά και τελειώνει η ιστορία”.
Εννοείται ότι, υπάρχουν σοβαρά πλήγματα, γιατί δεν υπάρχει κανένας έλεγχος σε αυτό το καθεστώς της ελεύθερης αγοράς, δεν υπάρχουν πλαφόν. Ωστόσο, όσον αφορά στο θέατρο, όσο και να αγριεύει το ψηφιακό, τόσο περισσότερο ο άνθρωπος θα έχει την ισχυρή ανάγκη της κοινής εμπειρίας».
«Οι Έλληνες που ζούμε στα αστικά κέντρα έχουμε λίγο χάσει την ταβέρνα και τον καφέ. Παλιότερα μαζευόμασταν όλοι στην καφετέρια, μαζευόμασταν όλοι στην ταβέρνα. Πλέον, η κοινή εμπειρία - όσο κι αν θέλουμε να την κρατήσουμε- χάνεται σιγά-σιγά. Ωστόσο, βλέπεις ότι ο άλλος πηγαίνει στο θέατρο για να είναι με άλλους ανθρώπους μαζί ή στα θερινά σινεμά, που ευτυχώς έχουν ξαναζωντανέψει τα τελευταία χρόνια.
Ο άνθρωπος, όσο περνάει ώρες μπροστά από μια οθόνη -τέσσερις, πέντε ώρες την ημέρα- γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα αν κοιτάξεις πόσο χρόνο καταναλώνουμε στα κινητά μας, χρειάζεται και τους άλλους ανθρώπους. Χρειάζεται κάτι να ζήσει μαζί με τους άλλους».
Για τον «Εχθρό του Λαού»
«Αν περίμενα αυτήν την επιτυχία; Ναι, είναι από τις ελάχιστες φορές που θα σου πω ότι την περίμενα. Πέρα από το γεγονός ότι ήταν μια παράσταση δοκιμασμένη -με την έννοια ότι και στη Σαουμπίνε στο Βερολίνο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στο West End που ανέβηκε πρόπερσι- στις πρόβες φάνηκε ξεκάθαρα πως, μέσα από την επεξεργασία του υλικού στα ελληνικά και την προσαρμογή του στα δικά μας δεδομένα, αλλά και χάρη στη θερμότητα που εξέπεμπε το ίδιο το κείμενο, ήταν μια δουλειά που θα πάει πολύ καλά.
Είναι ένας πολύ απαιτητικός ρόλος. Είναι μια πολύ απαιτητική συνθήκη. Είναι πολύ απαιτητικός ο Τόμας Όστερμάιερ. Βέβαια, σε ένα κλίμα με υπέροχους συναδέλφους, σε έναν υπέροχο θίασο. Και ο ίδιος δηλαδή δημιούργησε ένα κλίμα πρόβας πραγματικά υπέροχο. Οπότε, υπήρχε πολύ σκληρή δουλειά, η οποία όμως στο τέλος της πρόβας σε άφηνε ολοκληρωμένο».
«Θα έλεγα ότι ουρλιάζει στον Έλληνα θεατή, δεν του μιλάει απλώς. Του μιλάει με ουρλιαχτά. Η βεντάλια των συναισθηματιών κινείται από την απογοήτευση σε σχέση με το κατεστημένο και την άρχουσα τάξη έως την ελπίδα για μία ρήξη αυτών. Πολλοί άνθρωποι φεύγουν πολύ συγκινημένοι και βαθιά προβληματισμένοι σε σχέση με αυτό που ζούμε, διότι η παράσταση δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να υψώνει έναν λίγο παράξενο καθρέφτη.
Παράξενο, γιατί δεν είναι ένας καθρέφτης ο οποίος δείχνει τα πράγματα στη μεγάλη εικόνα τους, αλλά τα βάζει κάτω από ένα μικροσκόπιο. Εστιάζει σε πράγματα τα οποία ενδεχομένως στη ροή της καθημερινότητάς μας να μας διαφεύγουν».
«Προφανώς, το άγχος δεν είναι το ίδιο τώρα με αυτό που ήταν στην πρεμιέρα. Πλέον, έχουμε κάνει από 95 παραστάσεις. Βέβαια, υπάρχει και το αστείο μεταξύ φίλων και συναδέλφων ότι γενικά δεν αγχώνομαι στο θέατρο. Δεν αγχώνομαι στις πρόβες, δεν αγχώνομαι στις πρεμιέρες. Αγχώνομαι στη ζωή. Το θέατρο είναι για μένα ένας τόπος ηρεμίας.
Ειλικρινά, δεν ξέρω ποιο είναι το μυστικό. Νομίζω ότι αγχώνομαι τόσο στη ζωή που δεν μου μένει πια άγχος για τη σκηνή. Πέρα από την έκθεση και όλο αυτό το δημιουργικό τρακ που έχουμε, οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με τις ζωντανές παραστάσεις, τα ζωντανά θεάματα, είναι ένα πλαίσιο πολύ πιο προστατευμένο.
Ένας κόσμος τον οποίο φτιάχνεις σιγά-σιγά με αγάπη και φροντίδα και μετά ζεις μέσα σε αυτόν και αναπνέεις μέσα σε αυτόν. Είναι ένα πλαίσιο που για μένα είναι πολύ πιο προστατευμένο από το πλαίσιο που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας εκεί έξω. Και νομίζω ότι λειτουργεί καταπραϋντικά για μένα, γι' αυτό δεν το βιώνω σαν κάτι που με ταράζει».