Η Cindy Sherman μεταμορφώνεται με δημιουργίες Chanel -Τα εντυπωσιακά πορτρέτα που παρουσιάζει στο Λονδίνο
Από τα αρχεία της Chanel στον φακό της Cindy Sherman: Η ομορφιά πέρα από τη νεότητα
Η τελευταία σειρά φωτογραφικών πορτρέτων “Fabric Matrons” της μεγάλης σύγχρονης καλλιτέχνιδας, παρουσιάζεται στη γκαλερί “Hauser & Wirth” εν αναμονή της επερχόμενης διοργάνωσης Frieze. Και μετέρχεται το πλούσιο αρχειακό υλικό του γαλλικού οίκου, αποτυπώνοντας εκφάνσεις της θηλυκότητας, που μέσα από περίτεχνα υφάσματα και κοσμήματα, αναδύονται φθαρτές και αληθινές.
Ματρώνες, οι μεγάλες μητριαρχικές μορφές… Οι «ματρώνες του υφάσματος», όπως μπορεί να αποδοθεί ο τίτλος της νέας έκθεσης της Cindy Sherman, προέκυψε παρατηρώντας το φημισμένο κοσμηματοπωλείο “London Jewelers” στην περιοχή του Ανατολικού Χάμπτον της Νέας Υόρκης και συγκεκριμένα το συνοδευτικό καλοκαιρινό τεύχος τους, το οποίο αντίκρισε στην είσοδό του. Γεμάτο εξεζητημένες φωτογραφίες πολυτέλειας με διαμαντένια κοσμήματα στις, αψεγάδιαστες από το photoshop, σελίδες του, ανάμεσά τους και το συνομήλικο με τη Sherman, σούπερμοντελ, Christie Brinkley. Αυτή η προκλητική επίδειξη και η αυτοπεποίθηση που αναδύεται μέσα από τις τρυφηλές εμφανίσεις, κέντρισαν το ενδιαφέρον της Sherman, θέλοντας να τις μετουσιώσει σε κάτι δικό της με πρόσωπα γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας ή και την ίδια. Όμως, τα φανταχτερά υφάσματα και τα στρας δεν έμοιαζαν να λειτουργούν…
Και τότε, προέκυψε μία αναπάντεχη σύμπτωση… Ο οίκος Chanel, ετοίμαζε τη δεύτερη συλλεκτική έκδοση του εντύπου του “Arts & Culture Vol. 2”, προσκαλώντας την να συμβάλει με ένα δικό της έργο στο εξώφυλλο. Η Sherman με τη δική της carte blanche ανέτρεξε στο αρχείο του “Chanel Patrimoine”. Τόπια από τουίντ ύφασμα, που άγγιξαν έως και τα δεκατέσσερα μέτρα, με περίτεχνα ντραπέ, κεντημένα με λεπτομέρεις από δέρμα, χρυσοκλωστή και παγιέτες, λειτουργούν την ίδια στιγμή ως ενδύματα και ως φόντο, έτσι ώστε οι πρωταγωνίστριες της Sherman να εξαϋλώνονται μέσα στο ίδιο τους το περιβάλλον, παγιδευμένες ανάμεσα στην αφάνεια και την πλήρη έκθεση.
Η καλλιτέχνις που αξιοποιεί τον εαυτό της, ως μέσον στις φωτογραφικές τις αναπαραστάσεις εδώ και πέντε δεκαετίες, έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με αβαν-γκαρντ οίκους, όπως τον, Comme des Garçons της Rei Kawakubo στα ‘90s, που της ζήτησε να δημιουργήσει μία καμπάνια-φόρο τιμής στον μεγάλο θεωρητικό και φιλόσοφο, Roland Barthes. Η συνεργασία της με τη Chanel εκκινεί από το 2010 και τη σειρά “Ominous Landscapes”, στην οποία οι περσόνες της φορούσαν, επίσης, ενδύματα και αξεσουάρ από το αρχείο του οίκου. Αυτή τη φορά, όμως το styling αποκτά πιο θεατρικό χαρακτήρα. Η Sherman δανείζεται τους οπτικούς κώδικες της φωτογραφίας μόδας, για να αποδομήσει στη συνέχεια τη γοητεία της με την έντεχνη προσέγγισή της. Μέσα από μία πληθώρα επινοημένων ρόλων, η ίδια διερευνά και ανατρέπει καθιερωμένες αντιλήψεις για τη γυναικεία ταυτότητα.
Παρότι οι φιγούρες της είναι φανταστικές, η αναμέτρηση που εξελίσσεται στο Fabric Matrons φέρει και μία προσωπική χροιά. «Ξεπερνά, πλέον, το ζήτημα της ομορφιάς. Νομίζω ότι αποκαλύπτει τις νευρώσεις αυτών των χαρακτήρων», όπως παρατηρεί, προσθέτοντας ότι πιθανότατα πρόκειται για κοινές νευρώσεις, όμοιες με εκείνες πολλών γυναικών της ηλικίας της. Η ίδια παρακολουθούσε από κοντά, μέσα από τον φακό, τις αλλαγές που φέρνει η ηλικία, μια εμπειρία που της προκάλεσε έκπληξη. Και συνδέει αυτό το ξάφνιασμα με τα διαφορετικά μέτρα και σταθμά που ισχύουν για τα δύο φύλα: οι γυναίκες εξακολουθούν να κρίνονται πολύ περισσότερο από τους άνδρες σε σχέση με την ομορφιά και τη νεότητα αλλά και τη διαρκή πίεση να διαμορφώνουν και να συντηρούν την ίδια, φαινομενικά τέλεια, δημόσια εικόνα με το πέρασμα του χρόνου.
Σε ολόκληρη τη σειρά, η αμφιθυμία απέναντι στον χρόνο και μια υποδόρια ένταση ανάμεσα στην επιθυμία να αντισταθεί κανείς στη φθορά, αλλά και να αποδεχτεί το πέρασμά του, εκφράζεται, χωρίς προσθετικά μέρη, μέσα από τις ενδυματολογικές επιλογές και τη σκηνοθεσία των εικόνων, προσφέροντας διαφορετικές προσεγγίσεις της ομορφιάς, της γήρανσης και της θηλυκότητας. Τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται ως σκηνικά στοιχεία, σπάνια στη συγκεκριμένη σειρά, αποκτούν μία ιδιαίτερη σημασία. Σε μία φωτογραφία, μια ξαπλωμένη μορφή συνοδεύεται από ένα λαμπερό περιοδικό, σύμβολο των διαχρονικών προτύπων νεότητας και ομορφιάς, αλλά και ένα βιβλίο φυσιογνωμικής, αφιερωμένο στη μελέτη των χαρακτηριστικών του προσώπου. Οι γραμμές και οι ρυτίδες αντιμετωπίζονται εδώ ως φυσικά γνωρίσματα, άξια παρατήρησης και μελέτης.
Η Sherman αποτυπώνει περαιτέρω αυτή τη διττότητα μέσα από το μακιγιάζ. Σε ορισμένα έργα δημιουργεί πρόσωπα με σχεδόν αερογραφημένη, απόλυτα λεία όψη, ενώ σε άλλα μιμείται τα σημάδια της γήρανσης. Οι επιλογές της μπροστά στον φακό φωτίζουν επίσης την περίπλοκη σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα και την ορατότητα. Σε αρκετά έργα, οι πρωταγωνίστριες φορούν γάντια που καλύπτουν το δέρμα, υπαινίσσοντας την επιθυμία να κρύψουν τον πραγματικό τους εαυτό. Σε άλλα, τα χρώματα και οι υφές των υφασμάτων συγχωνεύονται με το περιβάλλον. Η επιλογή αυτή θέτει ένα ερώτημα γύρω από την κοινωνική αποδοχή: ποιοι γίνονται ορατοί και ποιοι παραμένουν στο περιθώριο;
Αντί να συγκροτούν μια αφηγηματική ακολουθία, τα έργα της Sherman παρουσιάζονται ως ένα σύνολο διακριτών ατόμων με αυτόνομες προσωπικότητες. Με αυτόν τον τρόπο, προσκαλούν τους θεατές να αναγνωρίσουν στοιχεία του εαυτού τους και, μέσα από αυτή τη διαδικασία, να αναλογιστούν τις δικές τους αγωνίες, επιλογές και επιθυμίες σε σχέση με την ταυτότητα.
Η έκθεση θα διαρκέσει έως και τις 23 Δεκεμβρίου
Hauser & Wirth,
23 Savile Row, Mayfair