40 χρόνια μόδας σε μία έκθεση: Dior, Chanel, McQueen και Galliano συναντιούνται στο Παρίσι

Τα φορέματα που έγραψαν ιστορία στη μόδα συγκεντρώνονται στο Παρίσι -Από Dior και Chanel μέχρι McQueen

Το Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού γιορτάζει την 40η επέτειο του Musée des Arts de la Mode, μέσα από έναν φόρο τιμής στην υψηλή ραπτική, φωτίζοντας τη σημασία της για την πολιτιστική κληρονομιά.

Σαράντα εμβληματικές δημιουργίες τιμούν τα σαράντα χρόνια ανεύρεσης, συντήρησης και ανάδειξης της πιο λεπτής έκφρασης της μόδας, της υψηλής ραπτικής. Στην έκθεση “Look! 40 Years of Fashion at the Museum,” σκοπός δεν είναι απλώς μία διάθεση νοσταλγίας αλλά η εμβάθυνση στον κύκλο ζωής ενός ενδύματος και το πώς αυτό, πέραν της φθαρτής του φύσης, επιβιώνει, πλέον, ως έκθεμα στο μουσείο.

 40 χρόνια μόδας μέσα από εμβληματικές δημιουργίες που άφησαν εποχή

Υπό τη γενική επιμέλεια της Bénédicte Gady, Διευθύντριας των μουσείων, και την επιστημονική επιμέλεια της Sophie Lemahieu, η έκθεση ως «ένα μεγάλο flashback» κατά τη Lemahieu, συγκεντρώνει 220 αντικείμενα από τις ενιαίες συλλογές των οργανισμών UCAD (Union Centrale des Arts Décoratifs) και UFAC (Union Française des Arts du Costume). Ιστορικές σιλουέτες, σκίτσα, δείγματα κεντημάτων, πατρόν, αρχειακό υλικό και φωτογραφίες μόδας, παρουσιάζονται στην κεντρική αίθουσα του μουσείου και στις παρακείμενες, σχηματίζοντας το τόξο μιας προοδευτικής διαδρομής, από το ατελιέ στο αρχείο. Το υπόβαθρό της στηρίζεται σε δύο θεματικούς άξονες. Ο ένας αφορά την επινόηση. Ο άλλος την επιβίωση. Το πώς δηλαδή, η υψηλή ραπτική, χτισμένη εξ ολοκλήρου πάνω στη φαντασίωση του εφήμερου, μετατρέπεται σε μια μορφή τέχνης που στηρίζεται στην ανθεκτικότητα και τη διατήρηση.

 Από τον Dior και τον Saint Laurent μέχρι τον McQueen, η ιστορία της μόδας ξεδιπλώνεται στο Παρίσι

Από το ατελιέ στη συλλογή του μουσείου

Η πρώτη πράξη ανήκει στο ατελιέ. Aυτό που ο κλάδος εξακολουθεί να αποκαλεί με μελαγχολική τρυφερότητα, “la ruche”, η κυψέλη. Ξεκινά με την ίδια την επίδειξη μόδας, τη «στιγμή της πρώτης καθιέρωσης», η οποία παρουσιάζεται μέσα από την προβολή σύγχρονων παρουσιάσεων υψηλής ραπτικής, που εκλαμβάνονται περισσότερο ως περφόρμανς. Από εκεί, ο επισκέπτης μεταφέρεται στα παρασκήνια, στους πραγματικούς μηχανισμούς της. Στην “première d’atelier”, την πρώτη εκείνη μοδίστρα, που μεταφράζει την ιδέα ενός σχεδιαστή σε μια “toile”, ένα πρωτότυπο από μουσελίνα, διαμορφωμένο σε τρεις διαστάσεις προτού λάβει την τελική του μορφή, ενώ η πιο σύνθετη δουλειά περνά στις “secondes d’atelier”, τις μοδίστρες της ομάδας, με πολυάριθμες πρόβες που προσαρμόζουν το ένδυμα πάνω σε ένα μοντέλο του οίκου ή στην ίδια την πελάτισσα.
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης τη λιγότερο προβεβλημένη συμβολή των επιμελητών, των συντηρητών και των επαγγελματιών των μουσείων. Από τις αποθήκες έως τις εκθεσιακές αίθουσες, η μελέτη τους συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης της μόδας και στη μεταβίβαση αυτής της κληρονομιάς στις επόμενες γενιές. Μέσα από αυτή τη ματιά στα παρασκήνια της δημιουργίας και της συντήρησης, η έκθεση προσκαλεί τους επισκέπτες να δουν το ένδυμα υπό ένα νέο πρίσμα. Όχι απλώς ως ένα αντικείμενο μόδας, αλλά ως μια ζωντανή μαρτυρία της τεχνογνωσίας, μιας εποχής και μιας παράδοσης, που βρίσκεται σε διαρκή επανεφεύρεση.

 Σπάνιες δημιουργίες υψηλής ραπτικής βγαίνουν από τα αρχεία και συναντούν ξανά το κοινό

Ο τρόπος εργασίας των ιερών τεράτων της μόδας και των μεταγενέστερων σχεδιαστών έχει ενδιαφέρον. Όπως ο Yves Saint Laurent και ο Karl Lagerfeld, που αποτύπωναν την ιδέα τους στο χαρτί με ένα σκίτσο που καθόριζε τη σιλουέτα του ενδύματος. Ή ο Azzedine Alaïa, που έκοβε το ύφασμα και τελειοποιούσε τα ντραπέ του απευθείας πάνω στην κούκλα. Σήμερα, η νεότερη γενιά καλλιτεχνικών διευθυντών, ανάμεσά τους η Maria Grazia Chiuri, με το φεμινιστικό moodboard για την εναρκτήρια συλλογή της στον Dior, το 2017 δουλεύει με κολάζ οπτικών αναφορών από τα οποία η μοντελίστ αντλεί το πρωτότυπο. Τρεις εντελώς διαφορετικές σχέσεις με την έμπνευση, τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη, μοιάζουν να θέτουν ένα ερώτημα. Πότε εκκινεί πραγματικά μία δημιουργία; Γύρω από αυτό το κεντρικό ερώτημα, η έκθεση δίνει χώρο και στα εξειδικευμένα επαγγέλματα από τα οποία εξαρτάται η υψηλή ραπτική και τα οποία σπάνια αναγνωρίζονται. Τους οίκους χειροποίητων κεντημάτων Rébé και Lesage, το ατελιέ για πλισέ του Lognon και τα εμπριμέ υφάσματα του Brossin de Méré, που πλέον πειραματίζεται με την τρισδιάστατη εκτύπωση. Είναι τα χέρια που μετατρέπουν το ύφασμα σε επιφάνεια, αυτό το πρώτο πέπλο «εξευγενισμού», που εφαρμόζεται προτού καν κοπεί ένα ένδυμα, και η έκθεση αντιμετωπίζει τα δείγματά τους με τον ίδιο σεβασμό που επιφυλάσσει σε μια ολοκληρωμένη βραδινή τουαλέτα του Balmain.

 Η υψηλή ραπτική ως τέχνη: 40 εμβληματικά looks σε μια ξεχωριστή έκθεση

Μία έκθεση-γιορτή με αναφορές και αποκτήματα που σημάδεψαν το MAD
Στην κύρια αίθουσα της έκθεσης, η σκηνογραφία αποκαλύπτει την επιμελητική πρόθεση. Οι σαράντα δημιουργίες, καθεμία για όλες τις εκθέσεις-ορόσημο, που έχει παρουσιάσει το μουσείο από το 1986, στέκουν τοποθετημένες κατά μήκος του κεντρικού χώρου. Πάνω τους μια φωτεινή εγκατάσταση, παραπέμπει στα νήματα της υψηλής ραπτικής, ενώ οι βάσεις τους είναι κομμένες, έτσι ώστε να θυμίζουν τις άκρες ενός αποδομημένου πατρόν. Οι εκθέσεις που τιμώνται διαφέρουν, ως προς τον ιδεολογικό τους τόνο. Aπό την έκθεση “Yves Saint-Laurent: 28 Years of Creation” έως την “Paul Poiret: Fashion Is a Celebration” και από την “Christian Dior, Couturier of Dreams”, έως τη θεσμική κριτική της “Tenue Correcte Exigée” (Απαιτείται κατάλληλη ενδυμασία), ένα ετερόκλητο μείγμα σεβασμού και αμφισβήτησης υποδηλώνει ότι το μουσείο ενδιαφέρεται ακριβώς για αυτές τις αντιφάσεις της μόδας. Ανάμεσα στα κομμάτια που αναδύονται από τη βαθύτερη συλλογή υπάρχει ένα φόρεμα του 18ου αιώνα με την ογκώδη φούστα τύπου pannier, στη μεγάλη σκάλα, ένα χρυσοποίκιλτο κιμονό υπογεγραμμένο από τον John Galliano για τη συλλογή της άνοιξης/καλοκαίρι 1998 του οίκου Dior και το μαύρο φόρεμα, με την ακάλυπτη πλάτη, που φόρεσε η Mireille Darc στην ταινία «Ο Μεγάλος ξανθός». Μία ακόμα απόδειξη ότι η έννοια του «εμβληματικού» για το μουσείο αφορά, με την ίδια σοβαρότητα, τόσο την επίσημη ενδυμασία του Παλαιού Καθεστώτος έως μια κινηματογραφική κωμωδία του 1972.

 Σκίτσα, πατρόν, κεντήματα και couture δημιουργίες αποκαλύπτουν όσα συμβαίνουν πίσω από τις πόρτες των ατελιέ

Δημιουργίες των Thierry Mugler, Yves Saint Laurent, Christian Dior, Hubert de Givenchy, Alexander McQueen, Christian Lacroix, Helmut Lang, Hussein Chalayan, Iris van Herpen, Valentino, Nicolas Ghesquière, Paco Rabanne, Rei Kawakubo και Karl Lagerfeld για την Chanel συνυπάρχουν με κομμάτια που φορέθηκαν με αξιομνημόνευτο τρόπο. Ανάμεσά τους ένας σατέν κορσές με ανάγλυφο καπιτονέ του Jean Paul Gaultier ή το εφαρμοστό μαύρο μίνι φόρεμα με βολάν από την couture συλλογή του Alexandre Vauthier για την άνοιξη του 2020, το οποίο η Rihanna φόρεσε στο after-party των Όσκαρ. Το κοντινό στιγμιότυπο μιας εντυπωσιακής ροζ κάπας και ασορτί τουαλέτας του Valentino, μιας κατασκευής “millefeuille”, με χίλια φύλλα από μεταξωτή οργάντζα, κρεπ και μετάξι από το φθινόπωρο του 2007, που πρωταγωνίστησε στην έκθεση για τη 45η επέτειο του σχεδιαστή, κοσμεί την αφίσα της έκθεσης.

 Ένα ταξίδι στα παρασκήνια της υψηλής ραπτικής και στις τεχνικές που περνούν από γενιά σε γενιά
 Ένα κομμάτι μόδας μπορεί να είναι εφήμερο, η ιστορία του όμως μένει για πάντα

Ξανά η μόδα περικλείει και τις πιο χειμαρρώδεις, κοινωνικές εκφάνσεις της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το νέον κίτρινο γιλέκο ασφαλείας, που πυροδότησε την εξέγερση των “gilets jaunes” το 2018. Ο Karl Lagerfeld είχε φορέσει ένα σε μια καμπάνια για την οδική ασφάλεια με το σλόγκαν «είναι κίτρινο, είναι άσχημο, δεν ταιριάζει με τίποτα αλλά θα μπορούσε να σώσει μια ζωή». Λεπτομέρειες όπως η ξύλινη μινιατούρα, που χρησιμοποιούσε η Madeleine Vionnet για τις πτυχώσεις σε κάθε δημιουργία της, συρτάρια, επενδυμένα με χαρτί αφής, που παρουσιάζουν σαν κοσμήματα τις περίτεχνες γόβες του Roger Vivier, αποτελούν μικρούς θησαυρούς και ενθύμια της ψυχής της μόδας. Η πρώτη αίθουσα κλείνει, ταιριαστά, με έναν τοίχο γεμάτο με φωτογραφίες μόδας. Τη δεύτερη και, ίσως, πιο διαχρονική στιγμή αναγνώρισης, εκείνη που μετατρέπει ένα φόρεμα που υπήρξε για μία μόνο νύχτα σε μια εικόνα, που μπορεί να κυκλοφορεί για πάντα.
Αν ο κεντρικός χώρος αντιπροσωπεύει τη γοητεία, η αίθουσα Rivoli είναι η εξομολόγηση. Οργανωμένη ως μια ακολουθία από εσοχές, που βασίζονται στους πραγματικούς χώρους εργασίας του μουσείου, αυτή η δεύτερη πράξη μετατρέπει τον επισκέπτη σε έναν εισβολέα στα παρασκήνια του ιδρύματος. Και μας πληροφορεί ότι από τη στιγμή που ένα αντικείμενο εισέρχεται στη συλλογή, δεν μπορεί ποτέ ξανά να πωληθεί, να παραχωρηθεί ή να τροποποιηθεί. Κάθε φόρεμα που παρουσιάζεται έχει ουσιαστικά αποσυρθεί από τον κόσμο της χρήσης και έχει ενταχθεί στον κόσμο της μόνιμης φύλαξης. Μάλιστα, οι αποθήκες φύλαξης με τους αυστηρούς κανόνες θερμοκρασίας, παρουσιάζονται όχι ως παθητικοί χώροι αλλά ως ερέθισμα, με σχεδιαστές, όπως ο Dries Van Noten να έχουν αντλήσει έμπνευση από αυτές.

 Η έκθεση φωτίζει τη διαδρομή ενός ενδύματος, από τη στιγμή της δημιουργίας του μέχρι τη θέση του στο μουσείο

Η αίσθηση αυτής της γόνιμης διασταύρωσης επιρροών είναι αυτό το στοιχείο, που μένει επίσης ως αίσθηση από την έκθεση. Όπως το look από το viral σόου υψηλής ραπτικής “Maison Margiela Artisanal” του Galliano, για την άνοιξη του 2024, που ανιχνεύεται πίσω στον χρόνο σε ένα μεταξωτό couture φόρεμα με κρόσσια, στην απόχρωση της σκουριάς, που παρουσίασε η Madeleine Vionnet, ακριβώς 100 χρόνια νωρίτερα. Ή το γεγονός ότι ένα ύφασμα του 19ου αιώνα ζωντανεύει, ενάμιση αιώνα αργότερα, σε ένα σύνολο του Dries Van Noten, ο οποίος αναβίωσε τόσο το μοτίβο της τουλίπας όσο και τις χαλαρές, πολύχρωμες κλωστές στην κάτω πλευρά του, σε ένα ζευγάρι παλτό. Η φαντασία της μόδας, οι διεργασίες των διαφορετικών ομάδων που την υπηρετούν, η ζωτική συνδιαλλαγή των σχεδιατών και ο νέος ρόλος του ενδύματος στο μουσείο, όλα τους απασχολούν αυτή την έκθεση-γιορτή και βρίσκονται για πάντα διαποτισμένα στο dna της μόδας.

Η έκθεση θα διαρκέσει έως και τις 4 Απριλίου 2027

Φωτογραφίες: Facebook New York Insider