Η άγνωστη σχέση του Σαλβαντόρ Νταλί με τη μόδα αποκαλύπτεται σε μια εντυπωσιακή έκθεση στο Μιλάνο
Η ιταλική πρωτεύουσα της μόδας γιορτάζει αυτή τη διαχρονική και παραδόξως ελάχιστα διερευνημένη σχέση του Νταλί, με μια σημαντική νέα έκθεση στο Palazzo Reale.
Η σχέση αγάπης του Νταλί με τη μόδα, διατρέχει το σύνολο του έργου του. Κι όμως, παραδόξως έχει παραμείνει για καιρό στην αφάνεια. Η μεγάλη έκθεση “Dalí and fashion” έρχεται να αναπληρώσει αυτή την ανισορροπία με το εύρος και τον πλούτο των εκθεμάτων της. Με περισσότερα από 200 αντικείμενα, η έκθεση στο Palazzo Reale, υπό την επιστημονική εποπτεία της Montse Aguer, Καλλιτεχνικής Διευθύντριας του Ιδρύματος Gala-Salvador Dalí συγκεντρώνει έργα τέχνης, ενδύματα, φωτογραφίες και αρχειακό υλικό, προκειμένου να αναδείξει το πώς ο Καταλανός μαιτρ του σουρεαλισμού άντλησε από τη μόδα αλλά και το πώς οι ίδιοι οι σχεδιαστές εμπνεύστηκαν από εκείνον. Σπάνια αντικείμενα από τις συλλογές στην πόλη Φιγκέρες της Καταλονίας και τη Μαδρίτη, την Αγία Πετρούπολη και τη Φλόριντα συνυπάρχουν με τις δημιουργίες των, πλέον γνωστών, οίκων μόδας.
Η έκθεση ξεκινά με τις προσωπικές σκέψεις του Νταλί, αντλημένες από το βιβλίο “The Secret Life of Dalí” και τη σταδιακή διαδικασία, μέσα από την οποία ο καλλιτέχνης διαμόρφωσε την εικόνα του. Αρχικά βασισμένη στις αυθόρμητες διαθέσεις της στιγμής, η εικόνα του αποκρυσταλλώθηκε αργότερα στην εμφάνιση που όλοι γνωρίζουμε: το λεπτό γυριστό μουστάκι, το καουμπόικο πουκάμισο, την κάπα και το μπαστούνι. Η έκθεση εξερευνά τη συμμετοχή του Νταλί στους σύνθετους μηχανισμούς δημιουργίας και προώθησης της μόδας: από τον σχεδιασμό υφασμάτων έως τις διαφημιστικές καμπάνιες, από τις βιτρίνες των καταστημάτων έως τις φωτογραφήσεις εξωφύλλων για τη Vogue και τον ρόλο του καλλιτέχνη ως guest editor ή ως δυναμικού υποκειμένου μπροστά από την κάμερα.
Η επίγνωση της δύναμης της μόδας, βασικό μέσο δημιουργίας του Νταλί
«Η σύνδεση του Νταλί με τη μόδα βρίσκεται παντού. «Το διαπιστώνεις στη μεταμορφωτική της δύναμη, για την οποία, φυσικά, έτρεφε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον· στην τέχνη της αλλαγής μορφής, στην τέχνη του σοκ, στην τέχνη της μεταμφίεσης, που συμβαίνει ξανά και ξανά και μαζί ανακαλύπτεις ότι οι λέξεις, που συνδέονται με το έργο του μπορούν να εφαρμοστούν και στη μόδα», όπως σχολιάζει η μία εκ των δύο επιμελητριών της έκθεσης Judith Clark. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Νταλί συνεργαζόταν με τους πιο καταξιωμένους σχεδιαστές μόδας του 20ου αιώνα, όπως ο Christian Dior, ο Paco Rabanne η Coco Chanel και η Elsa Schiaparelli «και αναπόφευκτα βρήκε τις δικές του επιρροές στο πεδίο της μόδας», για τη συνεπιμελήτρια Laura Bartolomé.
Ένα τέτοιο παράδειγμα αυτής της συνεργασίας είναι το περίφημο καπέλο-παπούτσι της Schiaparelli, το οποίο εμπνεύστηκε από μια εικόνα του Νταλί με ένα γυναικείο παπούτσι ισορροπημένο πάνω στο κεφάλι του. Ο Νταλί στη συνέχεια σχεδίασε την ιδέα για εκείνη, η οποία τη μετέτρεψε σε πραγματικό καπέλο σε σχήμα ψηλοτάκουνου παπουτσιού. «Τα έργα του έγιναν μόδα, όμως συνέβη και το αντίστροφο: η μόδα εισχώρησε στους πίνακες και τα σουρεαλιστικά αντικείμενα της εποχής», όπως συνεχίζει η Clark.
Ιδιαίτερη θέση στην έκθεση έχει και η προσωπική γκαρνταρόμπα του Σαλβαντόρ και της Γκαλά Νταλί, η οποία διατηρείται στο χωριό Πιουμπόλ της Χιρόνας, στο μεσαιωνικό κάστρο που ο καλλιτέχνης μετέτρεψε σε κατοικία για τη σύζυγο και μούσα του. Τα ενδύματα αυτά παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ιταλία και αποκαλύπτουν την αξιοσημείωτη στιλιστική συνέπεια του ζευγαριού μέσα στον χρόνο, ενώ λειτουργούν ταυτόχρονα ως πολύτιμες υλικές αναφορές για τα ρούχα που εμφανίζονται σε ορισμένους από τους πίνακες της έκθεσης. Ο Νταλί είχε, άλλωστε, ζωγραφίσει αρκετά από τα φορέματα της Γκαλά, μεταξύ άλλων δημιουργίες των Dior και Givenchy.
Το σώμα αποτελεί έναν ακόμη βασικό άξονα αυτής της σχέσης ανάμεσα στον Νταλί και τη μόδα. Στα έργα της έκθεσης εμφανίζεται σε διαρκή μεταμόρφωση: μέσα από διπλά πορτρέτα, παραμορφωμένες και βασανισμένες μορφές, αλλά και μέσα από μια εντυπωσιακή συλλογή κοσμημάτων. Ανάμεσά τους βρίσκονται η καρφίτσα “Ruby Lips”, τα υβριδικά “Leaf Veined Hands I & II”, το ρολόι-καρφίτσα “The Eye of Time” και το δαχτυλίδι Corset. Σαν θραύσματα αποσπασμένα από το σώμα, τα κοσμήματα αυτά σχεδιάστηκαν για να φοριούνται, μια ακόμα χειρονομία στον πυρήνα της σουρεαλιστικής σκέψης του Νταλί. Οι συνεργασίες του, ο διάλογος με τα έντυπα μόδας, ο πειραματισμός με την ύλη και η αξιοποίηση της περφόρμανς αποκαλύπτουν έναν καλλιτέχνη βαθιά ενταγμένο στη νεωτερικότητα, καταδεικνύοντας πώς ο Σουρεαλισμός, στην πραγματικότητα είναι μόνο μία πτυχή σε αυτή τη συνδιαλλαγή με τη μόδα.
Ο Νταλί έμοιαζε να έχει αντιληφθεί πριν από όλους τη δυνατότητα του ενδύματος να ξεπεράσει τη χρηστική του λειτουργία και να γίνει εικόνα, εντύπωση και τελικά έργο τέχνης. Η παρουσία της σύγχρονης μόδας στην έκθεση επιβεβαιώνει ότι η επιρροή του Νταλί δεν ανήκει στο παρελθόν. Δημιουργίες του Daniel Roseberry για τη Schiaparelli, αλλά και των Maria Grazia Chiuri και Jonathan Anderson για τον Dior, συνομιλούν με το έργο του, αποδεικνύοντας ότι το λεξιλόγιο του καλλιτέχνη εξακολουθεί να λειτουργεί ως ενεργό σημείο αναφοράς.
Η έκθεση φέρνει στο προσκήνιο έναν καλλιτέχνη που αντιλαμβανόταν με εξαιρετική διαύγεια τη δύναμη της μόδας να κατασκευάζει ταυτότητες, να παράγει εικόνες και να επηρεάζει τη μαζική κουλτούρα. Η ικανότητά του να αφήνει το αποτύπωμά του σε τόσο διαφορετικά πεδία τον φέρνει πιο κοντά στους μεγάλους δημιουργούς της Αναγέννησης: «Ο Νταλί ήταν ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης, ικανός να αφήνει το αποτύπωμά του παντού, όπως ο Leonardo ή ο Michelangelo», σύμφωνα με τις Aguer και Bartolomé.
Η χρονική ακολουθία της δεν είναι αυστηρά γραμμική. Αντίθετα, προσκαλεί σε ένα ευρύτερο οπτικό ταξίδι, όπου οι συνδέσεις αποκαλύπτονται τυχαία σαν τη σπίθα της δημιουργίας. Ακόμη και η μουσειογραφία της επιλέγει να μην ανταγωνιστεί τη θεατρικότητά του. Ο σχεδιασμός παραμένει σκόπιμα συγκρατημένος, αφήνοντας τα έργα να προσθέσουν χρώμα σε χώρους που κινούνται σε μια μονόχρωμη παλέτα, το κρεμ του κελύφους του αβγού, που αγαπούσε ο Νταλί, το μεσογειακό λευκό και το γκρι του μουσείου. Η επιμελητική προσέγγιση βασίζεται στην πρακτική του “sampling”, μια αρχή που έχει αναπτυχθεί από τη Judith Clark, σύμφωνα με την οποία παρεμβαίνεις μόνο σε ορισμένα θραύσματα της επιφάνειας, αφήνοντας μέρος της σκόπιμα ανολοκλήρωτο, παρουσιάζοντας στον επισκέπτη μία υπόθεση, ένα πείραμα.
Νταλί και μόδα… Δεν υπάρχει οριστική ετυμηγορία για τη σχέση ανάμεσά τους. Μόνο μία υπενθύμιση του πώς ο χαρισματικός καλλιτέχνης, αγαπούσε βαθιά κάθε στάδιο σε μία διαδικασία παραγωγής. Το αγκάλιαζε, το προσάρμοζε, το οικειοποιούνταν και εντέλει το μετέτρεπε σε τέχνη.
Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 31 Ιανουαρίου 2027