Μακαρονάδα μπριάμ και λεμονάτο με χυλοπιτάκι: Το νέο στέκι του Πάνου Ιωαννίδη φέρνει τα ελληνικά μαγειρευτά στον κόσμο των ζυμαρικών
Πριν λίγο καιρό, η Στοά Αρσακείου άνοιξε τις πόρτες και πολύ γρήγορα έγινε σημείο συνάντησης. Αθηναίοι και ταξιδιώτες άρχισαν να δίνουν ραντεβού στη Στοά που πλέον βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία.
Εντός αυτής, η γαστρονομία έχει τη δική της θέση με εννέα μαγαζιά εστίασης να προσφέρουν τις δικές τους εμπνεύσεις. Εκεί, συναντάμε και το Macarios το νέο γαστρονομικό εγχείρημα του Πάνου Ιωαννίδη και του Γιάννη Πολίτη.
O Macarios είναι ένας άνθρωπος που αγαπά τα ζυμαρικά, μαγειρεύει, δοκιμάζει και αντιμετωπίζει το φαγητό ως αφορμή για κουβέντα και παρέα. Ένας τύπος που κάθεσαι να φας μαζί του και, πριν τελειώσει το πιάτο, μπορεί να έχεις μάθει κάτι καινούργιο που δεν αφορά απαραίτητα τα ζυμαρικά.
Η ιδέα πίσω από το Macarios είναι απλή και πεντανόστιμη: φρέσκα, χειροποίητα ζυμαρικά, σάλτσες που μαγειρεύονται καθημερινά και υλικά σε γεύσεις με τις οποίες έχουμε μεγαλώσει.
Όπως θα δείτε στο μενού οι γεύσεις της ελληνικής κουζίνας περνούν μέσα από ένα πιάτο ζυμαρικών. Το μπριάμ, με κολοκύθι, πιπεριά, κρεμμύδι και ντομάτα συνοδεύει άνετα σπαγγέτι, ενώ το pulled λεμονάτο χοιρινό μπορεί να συνδυαστεί με χιλοπίτες και το μοσχαράκι ως κλασικό γιουβέτσι μεταφέρουν γνώριμες γεύσεις. Στις επιλογές περιλαμβάνονται ακόμη τα ζυμαρικά με μανιτάρια και τρούφα Χαλκιδικής, με κοτόπουλο και κρέμα γάλακτος, αλλά και η γαριδομακαρονάδα. Για κάθε πιάτο μπορείτε να επιλέξετε το ζυμαρικά που έχετε όρεξη εκείνη την στιγμή: μπορεί να είναι σπαγγέτι, σιουφιχτά, κοφτό μακαρόνι ή χυλοπίτες.
Η ιδέα είναι να συναντηθούν οι γεύσεις που έχουμε συνδέσει με το ελληνικό οικογενειακό τραπέζι με το φρέσκο, χειροποίητο ζυμαρικό. Η ίδια λογική ακολουθείται και στα ορεκτικά, με τις κροκέτες παστίτσιο να μεταφέρουν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πιάτα της ελληνικής κουζίνας σε μια διαφορετική μορφή.
Απλά, ελληνικά και οικεία υλικά μεταμορφώνονται σε comfort πιάτα με casual χαρακτήρα, για το γραφείο, μια γρήγορη στάση στο κέντρο ή ένα γεύμα στο σπίτι. Τα πιάτα μπορείτε να τα απολαύσετε είτε στην Στοά κάνοντας ένα διάλειμμα από τη δουλειά ή μια στάση από τα ψώνια, είτε αν δεν έχετε χρόνο να καθίσετε για φαγητό, μπορείτε να τα απολαύσετε στο σπίτι.
Με τη Στοά Αρσακείου να εξελίσσεται σε ένα νέο σημείο συνάντησης στο κέντρο της Αθήνας, το Macarios προσθέτει τη δική του πρόταση στον γαστρονομικό της χάρτη.
Η ιστορία του Μεγάρου Αρσακείου
Το Μέγαρο Αρσακείου δεν είναι απλώς ένα οικοδόμημα, αλλά ένα ζωντανό σύμβολο της ελληνικής εκπαίδευσης και αρχιτεκτονικής που δεσπόζει στον νεοκλασικό άξονα της Αθήνας. Ο πυρήνας του συγκροτήματος, το Καυτανζόγλειο Μέγαρο, ανεγέρθηκε μεταξύ 1846 και 1852 σε σχέδια του Λύσανδρου Καυταντζόγλου, με την προτομή της θεάς Αθηνάς στην κορυφή να υπογραμμίζει την αποστολή του για τη γνώση. Ο ιδιοκτήτης του κτιρίου, η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, στόχο είχε να φιλοξενήσει στο κτίριο αυτό Παρθεναγωγείο για την εκπαίδευση των γυναικών.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι επεμβάσεις του Ερνέστου Τσίλλερ πρόσθεσαν στο κτίριο τη χαρακτηριστική αισθητική του ταυτότητα με τους μεταλλικούς θόλους, τις περίτεχνες γιρλάντες και την εμβληματική πρόσοψη επί της οδού Σταδίου. Το 1907 εγκαινιάστηκε η Στοά Αρσακείου, ένας από τους πρώτους κλειστούς εμπορικούς χώρους της Αθήνας, επηρεασμένος από τα παριζιάνικα περάσματα. Η στοά φιλοξένησε αρχικά βιβλιοπωλεία, καταστήματα ειδών γραφικής ύλης και κοσμηματοπωλεία, καθιστώντας την ένα από τα πλέον δραστήρια σημεία του κέντρου. Η υαλοσκεπής κάλυψή της επιτρέπει φυσικό φωτισμό, δημιουργώντας μια αίσθηση ανοιχτού χώρου μέσα στο αστικό περιβάλλον, ενώ οι επιβλητικές είσοδοί της από τις οδούς Πανεπιστημίου και Σταδίου ενισχύουν τη μνημειακότητα του συνόλου.
Το μέγαρο στέγαζε τα Αρσάκεια και Τοσίτσεια Σχολεία μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '30, οπότε και μεταφέρθηκαν στο Ψυχικό. Το 1937 χτίστηκε στον αίθριο χώρο το κινηματοθέατρο «Ορφέας», το οποίο, κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80 και στο πλαίσιο της αποκατάστασης του μεγάρου, κατεδαφίστηκε. Στη θέση του φτιάχτηκε η Στοά του Βιβλίου.