Φωτογραφία Pexels

ΔΕΠΥ στους ενήλικες: Τα σημάδια που περνούν απαρατήρητα για χρόνια -Τι εξηγεί ο ψυχίατρος Δημήτρης Παπαδημητριάδης

Η ΔΕΠΥ δεν αφορά μόνο τα παιδιά. Στους ενήλικες συχνά κρύβεται πίσω από την αφηρημάδα, την αναβλητικότητα και τη δυσκολία οργάνωσης, που λανθασμένα αποδίδονται στην τεμπελιά ή τον χαρακτήρα.

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας είναι ευρέως συνδεδεμένη με την παιδική ηλικία. Ωστόσο, δεν εξαφανίζεται απαραίτητα όταν το παιδί ενηλικιωθεί. Αντίθετα, πολλές φορές αλλάζει μορφή, γίνεται λιγότερο εμφανής στους άλλους και εκδηλώνεται μέσα από δυσκολίες στην εργασία, στις σχέσεις, στη διαχείριση του χρόνου και στην οργάνωση της καθημερινότητας.

Μάλιστα, αρκετοί άνθρωποι φτάνουν στην ενήλικη ζωή χωρίς να γνωρίζουν ότι έχουν ΔΕΠΥ. Όπως εξηγεί στο Bovary ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Παπαδημητριάδης, «στην καθημερινή κλινική πράξη αυτό δεν είναι η εξαίρεση αλλά μάλλον ο κανόνας».

Γιατί πολλοί ενήλικες ανακαλύπτουν ότι έχουν ΔΕΠΥ μετά τα 30;

«Οι λόγοι που η διάγνωση "χάνεται" στην παιδική ηλικία είναι αρκετοί», εξηγεί ο ψυχίατρος Δημήτρης Παπαδημητριάδης. Αρχικά, όπως επισημαίνει, δεν είναι όλα τα παιδιά με ΔΕΠΥ εκείνο το «ανήσυχο αγόρι» που δεν κάθεται φρόνιμα στο θρανίο. «Πολλά είναι παιδιά με αυτή τη διάγνωση είναι τουναντίον ήσυχα, ονειροπόλα, αλλά απρόσεκτα. Αυτά τα παιδιά σπάνια ενοχλούν και γι’ αυτό σπάνια παραπέμπονται σε ειδικό για περαιτέρω εκτίμηση». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα κορίτσια, τα οποία διαγιγνώσκονται συστηματικά λιγότερο και αργότερα.

Δημήτρης Παπαδημητριάδης MD MSc/ψυχίατρος, ψυχοθεραπευτής

Ένας δεύτερος λόγος είναι η αντιστάθμιση. «Ένα παιδί με υψηλή νοημοσύνη, μέσα σε ένα δομημένο οικογενειακό περιβάλλον ή ένας γονιός που λειτουργεί ως "εξωτερικός οργανωτής", μπορεί να κρατήσουν τα συμπτώματα κάτω από το όριο του θορύβου». Η δυσκολία γίνεται πιο εμφανής όταν οι απαιτήσεις αυξάνονται, όπως στο πανεπιστήμιο, στην πρώτη δουλειά ή με τον ερχομό ενός παιδιού. «Η δυσκολία αναδύεται όταν οι απαιτήσεις ξεπερνούν τα αποθέματα», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Υπάρχει, τέλος, και ένας πολιτισμικός λόγος. «Για δεκαετίες, ιδίως στη χώρα μας, τα συμπτώματα διαβάζονταν ως στοιχεία του χαρακτήρα». Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονταν «τεμπέληδες», «αφηρημένοι», «έξυπνοι αλλά δεν διαβάζουν» ή άκουγαν το «αν ήθελε θα μπορούσε». Όπως εξηγεί ο ειδικός, η ηθική ερμηνεία της συμπεριφοράς έκλεινε συχνά τον δρόμο στην κλινική διάγνωση.

Δεν είναι, μάλιστα, σπάνιο ένας ενήλικας να φτάσει στο ιατρείο αφού διαγνωστεί πρώτα το παιδί του. «Παρατηρώντας το παιδί του αναγνωρίζει τον εαυτό του, κάτι αναμενόμενο, αφού η ΔΕΠΥ έχει ισχυρή κληρονομικότητα».

Ποια είναι τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα της ΔΕΠΥ στους ενήλικες και πώς διαφοροποιούνται από εκείνα των παιδιών;

«Η ΔΕΠΥ δεν εξαφανίζεται με την ενηλικίωση, ωστόσο αλλάζει πρόσωπο. Στο παιδί βλέπουμε κυρίως ό,τι φαίνεται απ’ έξω, όπως για παράδειγμα, την αταξία στη σχολική αίθουσα. Στον ενήλικα, η κινητική υπερδραστηριότητα συνήθως εσωτερικεύεται και μετατρέπεται σε ένα μόνιμο αίσθημα εσωτερικής ανησυχίας. Ένα μυαλό που «δεν κλείνει ποτέ», δυσκολία να χαλαρώσει κανείς ή να παρακολουθήσει μια ταινία μέχρι το τέλος με συγκέντρωση. Πολλοί επιλέγουν, χωρίς να το συνειδητοποιούν, δουλειές με πολλή κίνηση, ποικιλία και ένταση, γιατί εκεί λειτουργούν καλύτερα.

Η απροσεξία, από την άλλη, γίνεται το κεντρικό πρόβλημα, επειδή η ενήλικη ζωή απαιτεί πολύ περισσότερη αυτοοργάνωση. Εκδηλώνεται ως χρόνια αναβλητικότητα, με προθεσμίες που χάνονται, λογαριασμούς που μένουν απλήρωτοι όχι από έλλειψη χρημάτων αλλά από έλλειψη οργάνωσης. Πολλά πράγματα που ξεκινούν και λίγα που τελειώνουν, ή κλειδιά και κινητά που ξεχνιούνται καθημερινά. Χαρακτηριστική είναι επίσης η δυσκολία στη διαχείριση του χρόνου. Ο χρόνος βιώνεται σαν να υπάρχει μόνο το «τώρα» και το «όχι τώρα». Παραδόξως, πολλοί άνθρωποι με ΔΕΠΥ μπορούν να βυθιστούν για ώρες σε κάτι που τους συναρπάζει, ξεχνώντας ακόμα και να φάνε. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν πραγματικά είναι η έλλειψη ικανότητας για προσοχή αλλά η δυσκολία ρύθμισης της προσοχής - το να τη στρέψεις εκεί που χρειάζεται, όταν δεν σε ενδιαφέρει.

Η παρορμητικότητα, τέλος, στον ενήλικα παίρνει άλλες μορφές. Συναντούμε υπερβολικά αυθόρμητες αποφάσεις, παραίτηση από μια εργασία μετά από μια δύσκολη μέρα, παρορμητικές αγορές, βιαστική οδήγηση, ή διακοπή των άλλων στη συζήτηση. Τη συνοδεύει δυσκολία στη ρύθμιση του συναισθήματος, εύκολος εκνευρισμός, χαμηλή ανοχή στη ματαίωση και έντονη ευαισθησία στην κριτική ή στην απόρριψη. Αυτό δεν αποτελεί τυπικό διαγνωστικό κριτήριο, αλλά η έρευνα δείχνει ότι συνοδεύει πολύ συχνά τη διαταραχή και ευθύνεται για διαπροσωπικά προβλήματα.

Υπάρχει και μια διαφορά που σπάνια συζητείται. Ο ενήλικας ΔΕΠΥ κουβαλάει την ιστορία του. Χρόνια επικρίσεων, χαμένων ευκαιριών και του επαναλαμβανόμενου «προσπάθησε περισσότερο» αφήνουν ίχνη στην εικόνα που έχει κανείς για τον εαυτό του. Σε πολλούς ενήλικες με αδιάγνωστη ΔΕΠΥ συναντούμε ακριβώς τέτοια σχήματα «αποτυχίας» ή «ελαττωματικότητας»:, δηλαδή την πεποίθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά με μένα» ή πως «ό,τι κι αν κάνω, θα τα καταφέρω πάντα χειρότερα από τους άλλους». Αυτό μπορεί να είναι περισσότερο επώδυνο από τα ίδια τα συμπτώματα», εξηγεί στο Bovary o ψυχίατρος.

Φώτογραφία Pexels

Πόσο συχνά συνυπάρχει η ΔΕΠΥ με αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη ή άλλες δυσκολίες ψυχικής υγείας

Όπως εξηγεί ο ψυχίατρος και ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Παπαδημητριάδης, η ΔΕΠΥ συνυπάρχει πολύ σύχνα με δυσκολίες ψυχικής υγείας.

«Τόσο συχνά, ώστε η «καθαρή» ΔΕΠΥ στον ενήλικα αποτελεί μάλλον την εξαίρεση. Στη μεγάλη αμερικανική επιδημιολογική μελέτη National Comorbidity Survey Replication, σχεδόν οι μισοί ενήλικες με ΔΕΠΥ είχαν μέσα στον τελευταίο χρόνο κάποια αγχώδη διαταραχή, περίπου τέσσερις στους δέκα κάποια διαταραχή της διάθεσης, όπως η κατάθλιψη, και περίπου ένας στους επτά διαταραχή χρήσης ουσιών. Στον κλινικό χάρτη προστίθενται επίσης οι διαταραχές ύπνου, ο προβληματικός τζόγος και η υπερβολική χρήση οθονών, οι διατροφικές δυσκολίες, αλλά και η συνύπαρξη με άλλες νευροαναπτυξιακές καταστάσεις, όπως η διαταραχή του φάσματος του αυτισμού.

Αυτό συμβαίνει γιατί εν μέρει όλα τα παραπάνω μοιράζονται κοινούς βιολογικούς και γενετικούς παράγοντες. Κυρίως όμως οι περισσότερες συννοσηρότητες παρουσιάζονται επειδή σε μεγάλο βαθμό η ζωή με αδιάγνωστη ΔΕΠΥ είναι εξαντλητική. Όταν ξεχνάς, αργείς, χάνεις προθεσμίες και εισπράττεις επί χρόνια επικρίσεις, το άγχος είναι σχεδόν η αναμενόμενη συνέπεια, και η κατάθλιψη ακολουθεί σαν κατάληξη μιας μακράς σειράς ματαιώσεων. Η χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών μπορεί, εξάλλου, να αποτελεί μια αδέξια προσπάθεια «αυτοθεραπείας» της εσωτερικής ανησυχίας.

Δυστυχώς, η συννοσηρότητα δυσκολεύει σημαντικά τη διάγνωση. Η δυσκολία συγκέντρωσης, για παράδειγμα, εμφανίζεται και στην κατάθλιψη και στο άγχος. Το κρίσιμο ερώτημα για τον κλινικό είναι η χρονική πορεία. Στην κατάθλιψη η δυσκολία έρχεται με την εκδήλωση του επεισοδίου και υποχωρεί όταν περάσει, ενώ στη ΔΕΠΥ είναι ένας σταθερός τρόπος λειτουργίας που υπάρχει από την παιδική ηλικία. Γι’ αυτό η αξιολόγηση χρειάζεται χρόνο, λεπτομερές ιστορικό ζωής και, όπου είναι δυνατό, πληροφορίες από ανθρώπους που γνώριζαν τον ασθενή ως παιδί, καθώς και προσεκτική διαφορική διάγνωση από καταστάσεις όπως η διπολική διαταραχή ή οι διαταραχές προσωπικότητας. Ένα σύντομο ερωτηματολόγιο στο διαδίκτυο δεν αρκεί».

Πώς αντιμετωπίζεται η ΔΕΠΥ στους ενήλικες

Η αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ είναι πολυτροπική και μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοεκπαίδευση, φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία. Το πρώτο βήμα είναι συχνά η κατανόηση της ίδιας της διαταραχής. Η ψυχοεκπαίδευση βοηθά τον άνθρωπο να καταλάβει πώς λειτουργεί ο εγκέφαλός του, πώς επηρεάζεται η καθημερινότητά του και γιατί οι δυσκολίες του δεν σχετίζονται απλώς με την έλλειψη θέλησης.

«Το να κατανοήσει κανείς τι είναι η ΔΕΠΥ, πώς επηρεάζει τον εγκέφαλο και την καθημερινότητα, και γιατί "δεν φταίει η θέληση", είναι ήδη θεραπευτικό», αναφέρει ο Δημήτρης Παπαδημητριάδης.

Για πολλούς ασθενείς, η διάγνωση αποτελεί μια σημαντική ανακούφιση. Για πρώτη φορά, η προσωπική τους ιστορία αποκτά νόημα και οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν για χρόνια αποκτούν μια εξήγηση. Η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί, σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, θεραπεία πρώτης γραμμής για ενήλικες με σημαντική λειτουργική έκπτωση.

Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο ειδικός, τα φάρμακα δεν διδάσκουν δεξιότητες. Μπορούν να βελτιώσουν την ικανότητα ρύθμισης της προσοχής, αλλά ένας άνθρωπος που έχει περάσει πολλά χρόνια χωρίς οργανωμένο σύστημα χρειάζεται να μάθει σταδιακά να διαχειρίζεται τον χρόνο και τις υποχρεώσεις του.

Σε αυτό το σημείο σημαντικό ρόλο έχει η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ), η οποία βοηθά στην αλλαγή συγκεκριμένων μοτίβων σκέψης και συμπεριφοράς και στην ανάπτυξη πρακτικών στρατηγικών για την καθημερινότητα.

Φωτογραφία Pexels

Ποιοι μύθοι γύρω από τη ΔΕΠΥ στους ενήλικες εξακολουθούν να επικρατούν και τι ισχύει στην πραγματικότητα;

«Ο πιο διαδεδομένος μύθος είναι ότι η ΔΕΠΥ είναι παιδική διαταραχή που περνά με την ηλικία. Είναι αλήθεια ότι, μεγαλώνοντας, η κινητική υπερδραστηριότητα μειώνεται και αρκετοί άνθρωποι δεν πληρούν πλέον όλα τα τυπικά διαγνωστικά κριτήρια. Οι μελέτες παρακολούθησης δείχνουν όμως ότι, για την πλειονότητα, σημαντικά συμπτώματα και λειτουργικές δυσκολίες συνεχίζουν στην ενήλικη ζωή. Η ΔΕΠΥ δεν «φεύγει». Απλώς αλλάζει μορφή και γίνεται λιγότερο έκδηλη.

Ένας δεύτερος, ιδιαίτερα σκληρός μύθος, είναι ότι πρόκειται για τεμπελιά, κακή ανατροφή ή έλλειψη θέλησης. Η ΔΕΠΥ έχει από τις υψηλότερες κληρονομικότητες ανάμεσα στις ψυχικές διαταραχές και συνδέεται με τεκμηριωμένες διαφορές στην ανάπτυξη και στη λειτουργία του εγκεφάλου. Η έκκληση «απλώς προσπάθησε περισσότερο» προς έναν άνθρωπο με ΔΕΠΥ είναι σαν να ζητάμε από κάποιον με μυωπία να «κοιτάξει πιο προσεκτικά».

Ακούμε επίσης ότι «αφού μπορώ να συγκεντρωθώ για ώρες σε κάτι που μου αρέσει, δεν μπορεί να έχω ΔΕΠΥ». Στην πραγματικότητα, αυτή η έντονη απορρόφηση σε ό,τι πυροφοτεί το ενδιαφέρον είναι χαρακτηριστική της διαταραχής. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία προσοχής αλλά η δυσκολία να τη ρυθμίσει κανείς κατά βούληση. Συγγενής είναι και ο μύθος ότι οι έξυπνοι ή επαγγελματικά επιτυχημένοι άνθρωποι δεν μπορεί να έχουν ΔΕΠΥ. Πολλοί τα καταφέρνουν, αλλά με τεράστιο, αθέατο κόστος σε κόπωση, άγχος και σχέσεις. Και φυσικά, η ΔΕΠΥ δεν αφορά μόνο αγόρια και άνδρες. Απλώς οι γυναίκες διαγιγνώσκονται αργότερα, και ενίοτε μετά από αρκετά χρόνια θεραπείας για άγχος ή κατάθλιψη.

Ένας ακόμη μύθος είναι ότι η ΔΕΠΥ στους ενήλικες είναι απλώς μια μόδα που προωθούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα social media έχουν βοηθήσει πολλούς ανθρώπους να αναγνωρίσουν πιθανά συμπτώματα και να αναζητήσουν βοήθεια. Ωστόσο, συχνά μεταφέρουν απλουστευμένες πληροφορίες, με αποτέλεσμα κάποιοι να καταλήγουν σε λανθασμένη αυτοδιάγνωση. Η λύση δεν είναι ούτε η απόρριψη ούτε η αυτοδιάγνωση, αλλά η σοβαρή κλινική αξιολόγηση από τον ειδικό.

Τέλος, επιμένει ο φόβος ότι τα φάρμακα για τη ΔΕΠΥ είναι «ναρκωτικά» που προκαλούν εξάρτηση. Στην πραγματικότητα, όταν χορηγούνται με ιατρική συνταγή, σε θεραπευτικές δόσεις και με παρακολούθηση, είναι πολύ ασφαλή για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων. Μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες μάλιστα δείχνουν ότι η θεραπεία της ΔΕΠΥ συνδέεται με μικρότερο και όχι μεγαλύτερο κίνδυνο κατάχρησης ουσιών, κάτι λογικό αν σκεφτούμε ότι η αθεράπευτη διαταραχή ωθεί πολλούς στην «αυτοθεραπεία» με ουσίες και οινοπνεύματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα φάρμακα είναι κατάλληλα για όλους ή ότι λύνουν τα πάντα, αλλά ότι η απόφαση πρέπει να βασίζεται σε τεκμήρια και όχι σε στερεότυπα. Ίσως αυτό είναι και το σημαντικότερο μήνυμα για τη ΔΕΠΥ συνολικά. Πίσω από τον «αφηρημένο», τον «ασυνεπή» ή τον «χαοτικό» μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που κουράστηκε να προσπαθεί διπλάσια για να πετύχει τα μισά. Αυτός ο άνθρωπος αξίζει κατανόηση και φροντίδα, όχι επίκριση», καταλήγει ο Δημήτρης Παπαδημητριάδης.