Γιατί κάποιοι κλαίνε στα social media; Ψυχολόγος εξηγεί
Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι μοιράζονται στα social media στιγμές κλάματος, μετά από έναν καβγά, έναν χωρισμό ή μια δύσκολη μέρα. Το φαινόμενο ανοίγει ερωτήματα, σύμφωνα με ψυχολόγο.
Κάποιος κοιτάζει την κάμερα του κινητού του, εξηγεί τι συμβαίνει και ξεσπά σε κλάματα. Κάποιος άλλος καταγράφει τον εαυτό του λίγο μετά από έναν καβγά ή μια ιδιαίτερα βαριά ημέρα. Και οι δύο επιλέγουν να το μοιραστούν δημόσια, ενώ πολλοί από όσους παρακολουθούν τέτοια βίντεο αναρωτιούνται πώς τολμούν να κλάψουν μπροστά σε τόσο κόσμο.
Ταυτόχρονα αναρωτιόμαστε γιατί τόσοι άνθρωποι ελκύονται από την παρακολούθηση αυτών των στιγμών. Όχι όλοι βέβαια, αλλά υπάρχει μια μερίδα κοινού που αναζητά ενεργά τέτοιο περιεχόμενο. Έχουμε χάσει την αίσθηση της ντροπής; Βρίσκουμε ικανοποίηση στη δυστυχία των άλλων;
Γιατί αυξάνονται όσοι κλαίνε στα social media;
Γιατί το κλάμα έχει γίνει τόσο δημοφιλές στα social media; Κι αν κάποιος είναι πράγματι τόσο αναστατωμένος, γιατί επιλέγει να πιάσει το κινητό του και να καταγράψει τη στιγμή;
Τα δάκρυα που μοιράζονται δημόσια προκαλούν πολύ διαφορετικές αντιδράσεις. Κάποιοι εκτιμούν τους influencers που δείχνουν μια ζωή λιγότερο τέλεια, ενώ άλλοι δείχνουν καχυποψία απέναντι σε έναν πόνο που συνοδεύεται από προσεγμένη σκηνοθεσία, μουσική υπόκρουση και υπότιτλους. Φαίνεται πως ακόμα κι όταν δείχνουμε την ευαλωτότητά μας, υπάρχουν προσδοκίες: να κλαις, ναι, αλλά «όμορφα», με τρόπο κατανοητό και αποδεκτό από τον θεατή.
Ωστόσο, η εικόνα ενός βίντεο δεν αποκαλύπτει τι πραγματικά βιώνει το άτομο που το δημιουργεί. Η κλινική ψυχολόγος Ιζασκούν Μπαστέρα προτείνει να αλλάξουμε την ερώτηση, μιλώντας στο ισπανικό Hola: «Αντί να προσπαθούμε να κρίνουμε αν εκείνα τα δάκρυα είναι αληθινά ή απλώς μια κραυγή για προσοχή, είναι πιο χρήσιμο να καταλάβουμε τι χρειάζεται εκείνο το άτομο και τι σκοπό εξυπηρετεί γι' αυτό η δημοσιοποίηση».
Σύμφωνα με τη Μπαστέρα, αυτό που έχει αλλάξει περισσότερο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκφράζουμε τα συναισθήματά μας. Τα social media μάς επιτρέπουν να μοιραζόμαστε δημόσια εμπειρίες που παλαιότερα παρέμεναν μέσα σε έναν στενό κύκλο. Αυτό δεν σημαίνει πως νιώθουμε με εντελώς διαφορετικό τρόπο, αλλά ότι έχουμε άλλους τρόπους να δείξουμε αυτό που περνάμε και να λάβουμε μια ανταπόκριση.
«Όταν βρίσκεσαι μπροστά σε μια κάμερα, αυτή λειτουργεί σαν ένα είδος γέφυρας ανάμεσα στην ιδιωτική συναισθηματική εμπειρία και στην ανάγκη να τη βάλεις σε λέξεις και να τη μοιραστείς» εξηγεί η ψυχολόγος. Το να μιλάμε μπορεί να μας βοηθήσει να οργανώσουμε αυτό που νιώθουμε, ακόμα κι όταν το κάνουμε μπροστά σε ένα κινητό.
Το να καταγράφεις τον εαυτό σου και το να το δημοσιεύεις όμως δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Σύμφωνα με τη Μπαστέρα, η καταγραφή από μόνη της μπορεί να βοηθήσει στην οργάνωση των συναισθημάτων και στην απόδοση νοήματος σε αυτά. Η δημοσίευση προσθέτει μια ακόμη διάσταση: τη δυνατότητα να λάβεις στήριξη, να βρεις κατανόηση ή να νιώσεις πως κάποιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά. Ένα άτομο μπορεί να αναζητά πολλά από αυτά ταυτόχρονα, χωρίς καν να έχει πλήρη επίγνωση του τι χρειάζεται περισσότερο.
Μία από τις πιο συχνές κριτικές που ακούγονται είναι πως αν κάποια καταγράφεται να κλαίει, το κάνει επειδή θέλει προσοχή. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι αυτή η φράση χρησιμοποιείται σαν να αποδεικνύει πως ο πόνος είναι ψεύτικος.
«Το να αναζητάς προσοχή δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό. Η ανάγκη οι άλλοι να μας προσέξουν, να μας ακούσουν ή να είναι δίπλα μας αποτελεί μέρος των ανθρώπινων αναγκών» επισημαίνει η Μπαστέρα. Το να θέλει κανείς κάποιος να παρατηρήσει ότι δυσκολεύεται μπορεί να είναι ένας τρόπος να ζητήσει συντροφιά, ακόμα κι αν δεν ξέρει να το εκφράσει διαφορετικά.
Η ψυχολόγος τονίζει πως τα δύο μπορούν να συνυπάρχουν. «Ένα άτομο μπορεί να βιώνει πραγματικό πόνο και, ταυτόχρονα, να θέλει οι άλλοι να τον δουν και να ανταποκριθούν σε αυτόν» λέει χαρακτηριστικά. Η ανάγκη να μας ακούσουν δεν ακυρώνει αυτό που νιώθουμε.
«Με κάποιον κοντινό σου διακυβεύονται πολύ περισσότερα πράγματα: ο φόβος να τον απογοητεύσεις, να ανησυχήσουν οι δικοί σου, να νιώσεις πως σε κρίνουν» εξηγεί η Μπαστέρα. Μια συζήτηση με κάποιον σημαντικό μπορεί να ξυπνήσει φόβους πως θα αλλάξει η σχέση ή η εικόνα που έχει εκείνο το άτομο για εμάς.
Με ένα άγνωστο κοινό υπάρχει μια απόσταση που, παραδόξως, μπορεί να προσφέρει αίσθηση ασφάλειας. Επιπλέον, όποιος δημοσιεύει επιλέγει πότε θα μιλήσει και ποιες πλευρές της εμπειρίας του θα μοιραστεί. Αυτή η ελευθερία επιλογής μπορεί να διευκολύνει κάποιον να μιλήσει για κάτι που δυσκολεύεται να εκφράσει πρόσωπο με πρόσωπο.
Όταν η συναισθηματική ένταση υποχωρεί, μπορούμε επίσης να δούμε διαφορετικά αυτό που δημοσιεύσαμε. Η ψυχολόγος μιλά για ένα πιθανό «συναισθηματικό χανγκόβερ»: αυτό που πρόσφερε ανακούφιση κατά τη διάρκεια της κρίσης μπορεί αργότερα να ξυπνήσει ντροπή, μετάνοια ή αίσθηση ευαλωτότητας. Και οι δύο εμπειρίες μπορούν να αποτελούν μέρος της ίδιας διαδικασίας.
Ίσως αναζητούμε απλώς εκτόνωση, χωρίς να θέλουμε να ακούσουμε γνώμες. Ή μπορεί να χρειαζόμαστε συντροφιά, ακόμα κι αν μας δυσκολεύει η ιδέα πως τόσοι άνθρωποι θα μάθουν κάτι τόσο προσωπικό. Το να ξεχωρίζουμε αυτές τις ανάγκες μπορεί να μας βοηθήσει να αποφασίσουμε τι θα μοιραστούμε και τι προτιμούμε να κρατήσουμε για εμάς.