Μιλάτε μόνοι σας; Οι ψυχολόγοι εξηγούν τι αποκαλύπτει αυτή η συνήθεια για την προσωπικότητά σας
Το να μιλάει κανείς μόνο του δεν αποτελεί ένδειξη παράξενης συμπεριφοράς, αλλά έναν φυσικό τρόπο οργάνωσης σκέψεων, συγκέντρωσης και καλύτερης διαχείρισης συναισθημάτων, σύμφωνα με την Ψυχολογία.
Το να μιλάμε μόνοι μας παραμένει μία από εκείνες τις καθημερινές συνήθειες που περιβάλλονται από πολλούς μύθους. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι αποτελεί σημάδι ιδιοτροπίας ή ακόμη και ψυχολογικού προβλήματος.
Ωστόσο, οι ειδικοί ψυχικής υγείας εξηγούν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για μια απολύτως φυσιολογική συμπεριφορά, η οποία μπορεί να βοηθήσει στη συγκέντρωση, στην οργάνωση των σκέψεων, στη λήψη αποφάσεων και στη διαχείριση των συναισθημάτων.
Τι δείχνει αν κάποιοι άνθρωποι μιλούν μόνοι τους
Όπως εξηγεί στο ισπανικό Hola η ψυχολόγος Βιολέτα Ασέδο, «όλοι διατηρούμε συνεχώς έναν εσωτερικό διάλογο. Η διαφορά είναι ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτός ο διάλογος απλώς μετατρέπεται σε λόγια που ακούγονται δυνατά».
Η ίδια καταρρίπτει έναν ακόμη διαδεδομένο μύθο, επισημαίνοντας πως «δεν είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι που μιλούν μόνοι τους είναι πιο έξυπνοι, όμως αυτή η πρακτική αποτελεί μια χρήσιμη στρατηγική για να λειτουργούμε καλύτερα».
Ένα από τα βασικά οφέλη του να μιλάμε δυνατά είναι ότι διευκολύνει την οργάνωση του τρόπου με τον οποίο σκεφτόμαστε. Όταν εκφράζουμε προφορικά τις σκέψεις μας, ο εγκέφαλος μετατρέπει μια σειρά από ιδέες σε ένα πιο δομημένο και εύκολα κατανοητό μήνυμα.
Γι’ αυτό συχνά μπορεί να ακουστούμε να λέμε φράσεις όπως «θα κάνω πρώτα αυτό και μετά εκείνο» ή «πού άφησα τα κλειδιά μου;». Δεν πρόκειται απλώς για μια συνήθεια, αλλά για έναν τρόπο να κατευθύνουμε την προσοχή μας σε έναν συγκεκριμένο στόχο.
«Είναι ένας τρόπος να οργανώνουμε νοητικά αυτό που κάνουμε ή αυτό που θέλουμε να κάνουμε και να στρέφουμε την προσοχή μας προς έναν συγκεκριμένο στόχο», αναφέρει η Ασέδο.
Η ψυχολόγος προσθέτει ότι διάφορες μελέτες έχουν δείξει πως όταν ονομάζουμε δυνατά το αντικείμενο που αναζητούμε, μπορεί να το εντοπίσουμε πιο γρήγορα, καθώς ο εγκέφαλος εστιάζει καλύτερα σε αυτό που προσπαθεί να βρει.
Η ομιλία προς τον εαυτό μας μπορεί επίσης να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο όταν εκτελούμε σύνθετες εργασίες ή δραστηριότητες που απαιτούν υψηλό επίπεδο συγκέντρωσης.
Αυτό συμβαίνει συχνά όταν μαγειρεύουμε, συναρμολογούμε ένα έπιπλο, οδηγούμε σε μια άγνωστη περιοχή ή μαθαίνουμε μια νέα δεξιότητα. Όταν χωρίζουμε μια διαδικασία σε μικρότερα βήματα και τα εκφράζουμε δυνατά, γίνεται ευκολότερο να παραμείνουμε συγκεντρωμένοι και να αποφύγουμε λάθη.
Δεν έχουν όλες οι συζητήσεις με τον εαυτό μας πρακτικό σκοπό. Πολλές από αυτές εξυπηρετούν μια σημαντική συναισθηματική λειτουργία.
Σύμφωνα με τη Βιολέτα Ασέδο, «το να μιλάμε στον εαυτό μας με την ίδια κατανόηση που θα δείχναμε σε έναν φίλο βοηθά στην καλύτερη συναισθηματική ρύθμιση».
Πριν από μια εξέταση, μια επαγγελματική συνέντευξη ή μια δύσκολη συζήτηση, είναι συνηθισμένο να λέμε στον εαυτό μας φράσεις όπως «χαλάρωσε, κάνε ένα βήμα τη φορά» ή «πάρε ανάσα, μπορείς να το κάνεις». Αυτός ο εσωτερικός διάλογος μπορεί να μειώσει την αίσθηση αδιεξόδου και να ενισχύσει μια πιο ήρεμη αντίδραση.
Παράλληλα, ορισμένες μελέτες έχουν παρατηρήσει ότι η χρήση του ονόματός μας ή η αναφορά στον εαυτό μας σε δεύτερο πρόσωπο, όπως «Βιολέτα, πάρε ανάσα, μπορείς να το κάνεις», μπορεί να μας βοηθήσει να πάρουμε απόσταση από το πρόβλημα και «να αναλύσουμε την κατάσταση πιο καθαρά όταν βρισκόμαστε υπό πίεση», εξηγεί η ψυχολόγος.
Δεν χρησιμοποιούν όλοι οι άνθρωποι αυτή τη στρατηγική με την ίδια συχνότητα και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. «Κάποιοι άνθρωποι έχουν έναν πολύ έντονο λεκτικό εσωτερικό διάλογο, ενώ άλλοι επεξεργάζονται τις πληροφορίες περισσότερο μέσα από εικόνες ή αισθήσεις», εξηγεί η ψυχολόγος.
Παράγοντες όπως η προσωπικότητα, οι συνήθειες και το είδος της δραστηριότητας που εκτελούμε παίζουν επίσης ρόλο.
Έτσι, κάποιοι άνθρωποι εκφράζουν ελάχιστα τις σκέψεις τους φωναχτά, ενώ άλλοι το κάνουν αυθόρμητα κάθε φορά που χρειάζονται να οργανώσουν, να σχεδιάσουν ή να λύσουν ένα πρόβλημα.
Το να μιλά κάποιος μόνος του δεν αποτελεί σύμπτωμα ψυχικής ασθένειας. Η βασική διαφορά είναι ότι το άτομο γνωρίζει πως μιλά στον εαυτό του και χρησιμοποιεί αυτή τη διαδικασία ως εργαλείο σκέψης, αυτοοργάνωσης και συναισθηματικής διαχείρισης.
Η ψυχολόγος τονίζει ότι «είναι σημαντικό να αποφεύγουμε την ιδέα πως το να μιλάμε μόνοι μας σημαίνει αυτόματα ότι υπάρχει κάποια ψυχολογική διαταραχή. Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο».
Ωστόσο, είναι καλό να ζητηθεί η συμβουλή ειδικού όταν αυτός ο διάλογος παύει να είναι χρήσιμος, προκαλεί έντονη δυσφορία ή αρχίζει να επηρεάζει την καθημερινότητα, την εργασία ή τις προσωπικές σχέσεις.
Όπως καταλήγει η Ασέδο, «το να μιλάμε στον εαυτό μας συνήθως δεν είναι το πρόβλημα. Αυτό που έχει σημασία είναι η φύση αυτού του εσωτερικού διαλόγου και ο τρόπος με τον οποίο μας κάνει να νιώθουμε».