Γιατί το νερό βρύσης είναι καλύτερο από το εμφιαλωμένο, σύμφωνα με γιατρό του Χάρβαρντ
Το εμφιαλωμένο νερό θεωρείται συχνά η πιο καθαρή λύση. Ωστόσο, νέα δεδομένα δείχνουν ότι η καθημερινή του κατανάλωση μπορεί να κρύβει λιγότερο προφανείς κινδύνους για την υγεία.
Για πολλούς, το μπουκάλι νερού στο χέρι είναι συνώνυμο υγιεινής ζωής. Η εικόνα του καθαρού, σφραγισμένου μπουκαλιού με νερό δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το πλαστικό, οι συνθήκες αποθήκευσης και οι θερμοκρασίες που μεσολαβούν μέχρι να φτάσει στο τραπέζι μας παίζουν ρόλο που συχνά υποτιμάται.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η γιατρός και επιστήμονας του Χάρβαρντ Τρίσα Πασρίτσα, σε άρθρο της στην Washington Post, όσοι βασίζονται στο εμφιαλωμένο νερό ενδέχεται να καταναλώνουν δεκάδες χιλιάδες μικροπλαστικά σωματίδια κάθε χρόνο.
Γιατί το νερό βρύσης είναι προτιμότερο από το εμφιαλωμένο
Όπως αναφέρει η γιατρός, για όσους καταναλώνουν εμφιαλωμένο νερό η ετήσια πρόσληψη μπορεί να φτάνει έως και τις 90.000 μικροπλαστικές ίνες, ενώ για όσους πίνουν κυρίως νερό βρύσης ο αριθμός περιορίζεται περίπου στις 4.000.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η θερμότητα. Όσο αυξάνεται η θερμοκρασία, τόσο επιταχύνεται η απελευθέρωση μικροπλαστικών από το πλαστικό μπουκάλι στο νερό. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα μπουκάλι ξεχασμένο στο αυτοκίνητο ή εκτεθειμένο στον ήλιο το καλοκαίρι δεν αποτελεί την καλύτερη επιλογή. Σε θερμοκρασίες άνω των 25 βαθμών Κελσίου το φαινόμενο εντείνεται.
Τα δεδομένα γίνονται ακόμη πιο ανησυχητικά αν ληφθεί υπόψη η έρευνα της Plastic Pollution Coalition. Όταν τα πλαστικά μπουκάλια εκτίθενται σε θερμοκρασίες γύρω στους 50 βαθμούς Κελσίου ή και υψηλότερες, μπορούν να απελευθερώσουν αντιμόνιο, ένα τοξικό βαρέο μέταλλο. Ακόμη και σύντομη έκθεση σε υψηλή θερμοκρασία κατά τη συσκευασία, την αποθήκευση ή τη μεταφορά αρκεί για να επιμολυνθεί το νερό, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τη γεύση ή την οσμή.
Το νερό βρύσης, από την άλλη, δεν είναι πάντα ιδανικό από μόνο του. Σε μεγάλες πόλεις ή περιοχές με παλιές σωληνώσεις, η ποιότητά του μπορεί να επηρεάζεται. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν πρακτικές λύσεις που το καθιστούν αξιόπιστη επιλογή για καθημερινή χρήση.
Όπως επισημαίνει η Τρίσα Πασρίτσα, «αν ο στόχος είναι πιο καθαρό και ασφαλές νερό, υπάρχει μια απολύτως εφικτή εναλλακτική: νερό βρύσης με το κατάλληλο φίλτρο, ειδικά φίλτρα αντίστροφης όσμωσης». Τα φίλτρα αυτά λειτουργούν αναγκάζοντας το νερό να περάσει μέσα από ημιδιαπερατή μεμβράνη, αφαιρώντας μικροπλαστικά, PFAS ή λεγόμενες “αιώνιες” χημικές ουσίες, καθώς και πάνω από το 99% του μολύβδου. Μπορούν να τοποθετηθούν κάτω από τον νεροχύτη, στον πάγκο ή ως αυτόνομα συστήματα.
Υπάρχουν και τα φίλτρα ενεργού άνθρακα, τα οποία λειτουργούν με τη βαρύτητα. Παρότι δεν έχουν την ίδια ισχύ καθαρισμού, παραμένουν πιο οικονομικά και μπορούν να μειώσουν σημαντικά αρκετούς ρύπους, κάτι που τα καθιστά πρακτική λύση για καθημερινή χρήση.
Ένα σημείο που συχνά παραβλέπεται είναι η σωστή συντήρηση των φίλτρων. Όπως σημειώνει η ειδικός, «όλοι έχουμε ξεχάσει την αντικατάστασή τους, γι’ αυτό αξίζει να υπάρχει υπενθύμιση στο ημερολόγιο, σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή».
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι δεν απαιτούνται ριζικές αλλαγές για να μειωθεί η έκθεση σε πλαστικά. «Δεν χρειάζεται να εξαλειφθεί κάθε πιθανή πηγή πλαστικού από τη ζωή μας για να προστατευθεί η υγεία μας. Μικρές, συνειδητές επιλογές μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά», επισημαίνει η Πασρίτσα.