Οι άνθρωποι που περπατούν γρήγορα έχουν κάτι κοινό -Τι δείχνει η ψυχολογία
Μία πολύ συνηθισμένη εικόνα που η Ψυχολογία ερμηνεύει, είναι το να περπατάει κανείς γρήγορα ακόμα κι αν δεν βιάζεται.
Όλοι έχουμε παρατηρήσει εκείνους τους ανθρώπους (ή κι εμάς τους ίδιους) που μας προσπερνούν με ταχύτητα στο πεζοδρόμιο, με έναν αποφασιστικό και γρήγορο περπάτημα που μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν τυχόν άργησαν σε κάποιο κρίσιμο ραντεβού. Το εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι πως διατηρούν αυτόν τον ρυθμό ακόμα και σε περιπτώσεις απόλυτης ηρεμίας, όπως σε έναν κυριακάτικο πρωινό καφέ.
Αν και πολλοί από εμάς ξεκινήσαμε τη ζωή μας με έναν πιο αργό, νωχελικό ρυθμό, η υιοθέτηση ενός ταχύτερου βαδίσματος, συχνά μέσα από την ενασχόληση με τον αθλητισμό, μπορεί να επιφέρει μια θεμελιώδη αλλαγή στην προσέγγισή μας προς τη ζωή. Η σύγχρονη ψυχολογική έρευνα υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι που βαδίζουν γρήγορα από φυσικού τους μοιράζονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας που συνδέονται άμεσα με την επιτυχία.
Τα χαρακτηριστικά που έχουν όσοι περπατούν γρήγορα -Όλα συνδέονται με την επιτυχία
Το πρώτο και κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η υψηλή ευσυνειδησία. Σύμφωνα με το μοντέλο των «Πέντε Μεγάλων» (Big Five) χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, όσοι περπατούν γρήγορα τείνουν να είναι άτομα οργανωμένα, συνεπή και προετοιμασμένα. Το βάδισμα με σκοπό λειτουργεί ως μια μορφή νοητικής προπόνησης. Με λίγα λόγια, δεν πρόκειται απλώς για τη μετακίνηση από το σημείο Α στο σημείο Β, αλλά για την αποτελεσματική εκτέλεση μιας δράσης. Αυτή η πειθαρχία της σκόπιμης κίνησης διαχέεται σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, οδηγώντας σε ταχύτερη ολοκλήρωση εργασιών και αποτελεσματικότερη διαχείριση των υποχρεώσεων.
Παράλληλα, οι άνθρωποι αυτοί διακρίνονται από μια έμφυτη ανταγωνιστικότητα. Δεν πρόκειται απαραίτητα για την ανάγκη υπεροχής έναντι των άλλων, αλλά για μια διαρκή ώθηση προς την αυτοβελτίωση. Έρευνες από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης συνδέουν την ταχύτητα βαδίσματος με την υψηλή παρακίνηση και τη ζωτικότητα, ερμηνεύοντάς την ως συμπεριφορικό σήμα που δηλώνει φιλοδοξία.
Επιπλέον, διαθέτουν μια οξυμένη αντίληψη του χρόνου. Αντιλαμβάνονται τον χρόνο ως πεπερασμένο και πολύτιμο πόρο, γεγονός που οδηγεί σε ταχύτερη λήψη αποφάσεων και ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Αυτή η «χρονική νοημοσύνη» τους επιτρέπει να αποφεύγουν την αναβλητικότητα και να επιτυγχάνουν περισσότερα σε λιγότερο χρόνο.
Η σωματική ταχύτητα αντανακλά επίσης υψηλά επίπεδα ενέργειας, όχι μόνο σωματικής αλλά και πνευματικής. Το γρήγορο βάδισμα συνδέεται με τη βελτιωμένη καρδιαγγειακή υγεία, η οποία τροφοδοτεί τον εγκέφαλο με οξυγόνο, ενισχύοντας τη διάθεση και την προθυμία για ανάληψη νέων πρωτοβουλιών. Αυτή η ενέργεια τροφοδοτεί και τον ισχυρό προσανατολισμό προς τον στόχο. Όπως ένας γρήγορος περιπατητής ελίσσεται με προσήλωση σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, έτσι και στην επαγγελματική του ζωή θέτει σαφείς αντικειμενικούς σκοπούς και τους επιδιώκει με ακλόνητη αποφασιστικότητα.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι οι ταχείς περιπατητές εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα νευρωτισμού. Άτομα με χαμηλά επίπεδα νευρωτισμού τείνουν να είναι πιο ήρεμα και να διαχειρίζονται πιο θετικά τις δύσκολες καταστάσεις. Όταν περπατάει κανείς γρήγορα και με αποφασιστικότητα, στέλνει ένα μήνυμα στον εγκέφαλό του ότι έχει τον έλεγχο. Αυτή η σιγουριά στην κίνηση βοηθά να ηρεμήσουμε, διώχνει το άγχος και σταματά τον εσωτερικό μονόλογο που μας οδηγεί στην υπερνάλυση (overthinking). Με απλά λόγια, η ορμή του σώματος «ξεκολλάει» το μυαλό από τις αρνητικές σκέψεις.
Τέλος, η ταχύτητα αυτή συχνά συνοδεύεται από υψηλή δεκτικότητα σε νέες εμπειρίες. Αντίθετα με την πεποίθηση ότι οι γρήγοροι άνθρωποι «προσπερνούν» τη ζωή, στην πραγματικότητα είναι εκείνοι που ανυπομονούν να συναντήσουν την επόμενη ευκαιρία ή περιπέτεια. Είναι οι «risk-takers» που αποδέχονται τις προκλήσεις, χτίζοντας ευρύτερα δίκτυα και αποκτώντας ποικίλες δεξιότητες. Εν κατακλείδι, ο τρόπος που βαδίζουμε δεν είναι απλώς μια κινητική συνήθεια, αλλά μια εξωτερική εκδήλωση του εσωτερικού μας κόσμου και ένας αξιόπιστος προγνωστικός δείκτης της πορείας μας προς την επιτυχία.