Τι λέει η ψυχολογία για τους ανθρώπους που δυσκολεύονται να δεχτούν ένα κομπλιμέντο χωρίς να υποτιμούν τον εαυτό τους
Η ψυχολογία εξηγεί γιατί δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε τις επιτυχίες μας. Πότε η σεμνότητα παύει να είναι αρετή και γίνεται αυστηρή αυτοκριτική; Τα σημάδια που δείχνουν ότι υποτιμάμε τον εαυτό μας και πώς μπορούμε να αλλάξουμε στάση.
Πολλές φορές υποβαθμίζουμε τις επιτυχίες μας, τις αποδίδουμε στην τύχη ή στη βοήθεια των άλλων και εστιάζουμε περισσότερο στα λάθη μας, φοβούμενοι μήπως θεωρηθούμε αλαζόνες. Όπως εξηγεί η ψυχολόγος María Jesús Andrés του Psicomaster, υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην αίσθηση ανωτερότητας και στην υγιή αναγνώριση των προσωπικών μας ικανοτήτων. Το να μπορούμε να πούμε «τα κατάφερα» δεν σημαίνει ότι θεωρούμε τον εαυτό μας καλύτερο από τους άλλους, αλλά ότι αναγνωρίζουμε με ειλικρίνεια τόσο τα δυνατά σημεία όσο και τους περιορισμούς μας.
Γιατί δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε τις επιτυχίες μας;
Σύμφωνα με τη María Jesús Andrés, ένας από τους λόγους που δυσκολευόμαστε να επιβραβεύσουμε τον εαυτό μας είναι ότι έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε όσα κάνουμε καλά ως αυτονόητη υποχρέωση, ενώ τα λάθη μας τραβούν δυσανάλογα την προσοχή. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιτυχίες περνούν συχνά σε δεύτερη μοίρα και δεν τους δίνουμε την αξία που τους αναλογεί.
Παράλληλα, μπορεί να φοβόμαστε ότι αν μιλήσουμε θετικά για όσα πετύχαμε, θα φανεί πως καυχιόμαστε ή πως προκαλούμε τον φθόνο των άλλων. Η υπερβολική αυτοκριτική επιδεινώνει την κατάσταση: ακόμη κι όταν καταφέρνουμε κάτι που είχε πραγματική σημασία για εμάς, σπεύδουμε να σκεφτούμε τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει καλύτερα ή τι εξακολουθεί να λείπει.
Έτσι, στερούμε από τον εαυτό μας τη δυνατότητα να νιώσει ικανοποίηση. Το πρώτο βήμα για να αλλάξει αυτή η στάση είναι να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην υγιή αυτοεκτίμηση και στην ανάγκη να αισθανόμαστε ανώτεροι από τους άλλους.
Η παγίδα της σύγκρισης
Η υγιής αυτοεκτίμηση μάς επιτρέπει να αναγνωρίζουμε τις ικανότητές μας χωρίς να μειώνουμε τους γύρω μας. Μπορούμε να είμαστε περήφανοι για τη δουλειά μας και ταυτόχρονα να θαυμάζουμε κάποιον που διαθέτει περισσότερη εμπειρία ή έχει πετύχει κάτι διαφορετικό. Αντίστοιχα, μπορούμε να παραδεχτούμε ένα λάθος χωρίς να θεωρούμε ότι αυτό καθορίζει συνολικά την αξία μας.
Όπως εξηγεί η ειδικός, όταν η αυτοεκτίμησή μας εξαρτάται από το αν είμαστε καλύτεροι από τους άλλους, οι επιτυχίες τους μπορεί να εκλαμβάνονται ως απειλή. Αντίθετα, η ουσιαστική αυτοπεποίθηση αφήνει περιθώρια για μάθηση, αποδοχή της βοήθειας και αναγνώριση των δυνατοτήτων των άλλων, χωρίς να αισθανόμαστε ότι πρέπει πάντα να ξεχωρίζουμε.
Τρία σημάδια ότι υποτιμάτε τα επιτεύγματά σας
Η ψυχολόγος επισημαίνει τρεις συμπεριφορές που μπορεί να δείχνουν ότι δεν αναγνωρίζουμε επαρκώς τις προσωπικές μας επιτυχίες:
- Αποδίδουμε τις επιτυχίες στην τύχη ή στους άλλους. Όταν κάτι πηγαίνει καλά, θεωρούμε ότι οφείλεται κυρίως στις περιστάσεις ή στη βοήθεια που λάβαμε, αλλά όταν κάνουμε λάθος αναλαμβάνουμε αποκλειστικά την ευθύνη.
- Δυσκολευόμαστε να δεχτούμε ένα κομπλιμέντο. Αντί να αποδεχτούμε έναν έπαινο, τον υποβαθμίζουμε ή σπεύδουμε να εξηγήσουμε τι δεν πήγε καλά.
- Κρίνουμε τον εαυτό μας πιο αυστηρά από τους άλλους. Μπορεί να χαιρόμαστε ειλικρινά για την επιτυχία ενός φίλου, αλλά να θεωρούμε ασήμαντο ένα αντίστοιχο επίτευγμα όταν αφορά εμάς.
Αυτά τα μοτίβα μπορούν να αποκαλύψουν ότι έχουμε υιοθετήσει πολύ αυστηρά κριτήρια αξιολόγησης. Όταν κάθε επιτυχία συνοδεύεται αμέσως από έναν νέο στόχο ή από την αίσθηση ότι δεν ήταν αρκετή, αξίζει να αναρωτηθούμε πότε θα επιτρέψουμε στον εαυτό μας να νιώσει πραγματική ικανοποίηση.
Πώς να μάθετε να αναγνωρίζετε όσα καταφέρνετε
Η αλλαγή μπορεί να ξεκινήσει με μια απλή πρακτική: να περιγράφουμε όσα πετύχαμε χωρίς να μειώνουμε τη σημασία τους. Μπορεί να προετοιμάσαμε σωστά μια σημαντική συνάντηση, να ολοκληρώσαμε μια απαιτητική εργασία ή να αντιμετωπίσαμε μια δύσκολη συζήτηση που αναβάλλαμε για καιρό. Η αναγνώριση αυτών των προσπαθειών δεν απαιτεί να τις διαφημίζουμε ούτε να αποδεικνύουμε την αξία μας στους άλλους.
Εξίσου σημαντικό είναι να μάθουμε να δεχόμαστε τα κομπλιμέντα με ένα απλό «ευχαριστώ», χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να τα αντικρούσουμε. Παράλληλα, μπορούμε να εκφράζουμε ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια που λάβαμε, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τη δική μας συμβολή στο αποτέλεσμα.
Η ειδικός επισημαίνει ότι η αμηχανία όταν μοιραζόμαστε μια χαρά δεν σημαίνει απαραίτητα πως κάνουμε κάτι λάθος. Μπορεί απλώς να μην έχουμε συνηθίσει να μιλάμε θετικά για τον εαυτό μας. Με την εξάσκηση, αυτή η στάση μπορεί σταδιακά να γίνει πιο φυσική.
Η σημασία του τρόπου με τον οποίο μιλάμε στον εαυτό μας
Ο εσωτερικός μας διάλογος επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε όσα συμβαίνουν στη ζωή μας. Όπως εξηγεί η María Jesús Andrés, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να αναγνωρίζουμε ότι μια συζήτηση δεν πήγε καλά και στο να καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είμαστε ανίκανοι ή ότι καταστρέφουμε τα πάντα. Στη δεύτερη περίπτωση, ένα μεμονωμένο περιστατικό μετατρέπεται σε συνολική αρνητική κρίση για τον εαυτό μας.
Η ψυχολόγος προτείνει να επιστρέφουμε στα πραγματικά γεγονότα: τι συνέβη, ποιο μέρος της κατάστασης εξαρτιόταν από εμάς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά την επόμενη φορά. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να μαθαίνουμε από τα λάθη μας χωρίς να καταφεύγουμε στην απαξίωση του εαυτού μας.
Το να μιλάμε καλύτερα στον εαυτό μας δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τις αδυναμίες μας ή ότι θεωρούμε πως τα κάνουμε όλα τέλεια. Σημαίνει ότι προσπαθούμε να διορθώνουμε όσα χρειάζονται βελτίωση, δίνοντας παράλληλα στις επιτυχίες μας την ίδια προσοχή που δίνουμε στα λάθη μας.
Η ουσιαστική αυτοεκτίμηση δεν απαιτεί να αισθανόμαστε ανώτεροι από κανέναν. Αρκεί να μπορούμε να αναγνωρίζουμε με ειλικρίνεια όσα κάνουμε καλά, να αποδεχόμαστε τους περιορισμούς μας και να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να χαίρεται για όσα καταφέρνει.