Αν Χάθαγουεϊ

«Hatha-hate»: Γιατί το Χόλιγουντ στράφηκε άδικα εναντίον της Αν Χάθαγουεϊ

Όπως διαβάσαμε σε πρόσφατο δημοσίευμα της The Telegraph, η Αν Χάθαγουεϊ φαίνεται πως βιώνει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες επιστροφές στην πρόσφατη ιστορία του Χόλιγουντ, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές ο χρόνος είναι ο καλύτερος σύμμαχος για μια ηθοποιό που αδικήθηκε από τη δημόσια εικόνα που της αποδόθηκε.

Με αφορμή την πολυσυζητημένη επιστροφή της στο πολυαναμενόμενο sequel του «The Devil Wears Prada», η συζήτηση γύρω από το όνομά της έχει αναζωπυρωθεί, αυτή τη φορά όμως με έναν εντελώς διαφορετικό τόνο: όχι με ειρωνικά σχόλια και αμήχανες παρατηρήσεις για τον τρόπο που μιλά, χαμογελά ή τοποθετείται δημόσια, αλλά με μια σχεδόν συλλογική παραδοχή ότι για χρόνια η Αν Χάθαγουεϊ βρέθηκε στο επίκεντρο μιας αδικαιολόγητης και μάλλον άδικης αποδόμησης.

Η ιστορία της Αν Χάθαγουεϊ είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που αποκαλύπτουν πόσο εύκολα η βιομηχανία του θεάματος, αλλά και το κοινό, μπορούν να στραφούν εναντίον μιας γυναίκας χωρίς ουσιαστική αιτία. Αν προσπαθήσει κανείς να εντοπίσει τι ακριβώς έκανε «λάθος» η βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός ώστε να μετατραπεί κάποια στιγμή στις αρχές της δεκαετίας του 2010 σε αντικείμενο διαδικτυακού τρολ, δύσκολα θα βρει μια σαφή απάντηση. Δεν υπήρξε σκάνδαλο, δεν υπήρξε προκλητική συμπεριφορά, δεν υπήρξε κάποιο επαγγελματικό ατόπημα. Εκείνο που υπήρξε ήταν μια σταδιακή κατασκευή ενός αφηγήματος που την ήθελε υπερβολικά προσεγμένη, υπερβολικά σωστή, υπερβολικά σνομπ και φιλόδοξη και, τελικά, για κάποιους υπερβολικά «τέλεια» για να είναι συμπαθής.

Η Αν Χάθαγουεϊ στην πρεμιέρα του «The Devil Wears Prada 2» στο Λονδίνο/ AP Images

Η Αν Χάθαγουεϊ μπήκε στη ζωή του κοινού στις αρχές των ‘00s, μέσα από το «The Princess Diaries», όπου ενσάρκωσε τη Mia Thermopolis και έγινε σχεδόν ακαριαία το νέο αγαπημένο κορίτσι της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Είχε την αμεσότητα που απαιτούσε ένας τέτοιος ρόλος, αλλά ταυτόχρονα διέθετε και κάτι που από νωρίς πρόδιδε μεγαλύτερες φιλοδοξίες: μια θεατρική παιδεία και μια σοβαρότητα που δεν ταίριαζαν με τη συνηθισμένη διαδρομή των νεαρών σταρ της εποχής. Δεν άργησε να αποδείξει ότι δεν επρόκειτο να μείνει εγκλωβισμένη στην εικόνα της χαριτωμένης πρωταγωνίστριας εφηβικών ταινιών. Η συμμετοχή της στο «Brokeback Mountain», η παρουσία της στο πρώτο «The Devil Wears Prada» και η ερμηνεία της στο «Rachel Getting Married», που της χάρισε και οσκαρική υποψηφιότητα, επιβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για μία από τις πιο πολυσχιδείς ηθοποιούς της γενιάς της.

Η Anne Hathaway σε σκηνή από το «The Devil Wears Prada 2»/ AP Images

Μέχρι το 2012, όλα έδειχναν ότι η πορεία της ήταν προδιαγεγραμμένη προς την κορυφή. Η ερμηνεία της ως Fantine στο «Les Misérables» αποτέλεσε σημείο καμπής στην καριέρα της. Για τον ρόλο έχασε δραματικά βάρος, τραγούδησε ζωντανά, παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην ψυχολογική ένταση του χαρακτήρα και παρέδωσε μια ερμηνεία που, αντικειμενικά, θεωρήθηκε από τις πιο καθηλωτικές εκείνης της χρονιάς. Η κατάκτηση του Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου φαινόταν ως η φυσική επιβράβευση μιας εξαιρετικής δουλειάς. Ωστόσο, ήταν ακριβώς εκείνη η περίοδος που γεννήθηκε το περιβόητο «Hatha-hate», ένα κύμα δυσφορίας που δύσκολα εξηγείται με ορθολογικά κριτήρια.

Το κοινό άρχισε να σχολιάζει τον τρόπο που μιλούσε στις συνεντεύξεις, το πόσο μετρημένες έμοιαζαν οι δημόσιες εμφανίσεις της, το πόσο «καλοδουλεμένες» φαίνονταν οι ευχαριστήριες ομιλίες της. Η περίφημη φράση της «Έγινε πραγματικότητα» όταν παρέλαβε το Όσκαρ της σχολιάστηκε όσο λίγες στην πρόσφατη ιστορία των βραβείων, σαν να αποτελούσε απόδειξη μιας δήθεν επιτήδευσης. Στην πραγματικότητα, η Αν Χάθαγουεϊ κατηγορήθηκε επειδή έκανε αυτό που κάνει κάθε σοβαρός επαγγελματίας: αντιμετώπιζε τη δημόσια παρουσία της με επαγγελματισμό.

Η Αν Χάθαγουεϊ στην παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο David Geffen Hall του Lincoln Center στη Νέα Υόρκη/ AP Images

Εκείνη την εποχή, όμως, το Χόλιγουντ βρισκόταν σε μια μεταβατική φάση. Τα social media είχαν αρχίσει να επαναπροσδιορίζουν ριζικά την έννοια της celebrity περσόνας. Το κοινό έδειχνε να αναζητά αυθεντικότητα κάτι πιο αβίαστο και χαλαρό -μια ελαφρώς αδέξια, αυτοσαρκαστική δημόσια εικόνα. Στο ίδιο χρονικό πλαίσιο, η Τζένιφερ Λόρενς εκπροσωπούσε ιδανικά αυτό το νέο πρότυπο. Έμοιαζε αυθόρμητη, ακομπλεξάριστη, απρόβλεπτη. Η Αν Χάθαγουεϊ, αντίθετα, αντιπροσώπευε μια πιο παραδοσιακή, old-school αντίληψη σταρ: άψογα προετοιμασμένη, μετρημένη και εμφανώς προσηλωμένη στην καριέτα της.

Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία έχει διαχρονικά δυσκολία να αποδεχθεί τις γυναίκες που δεν κρύβουν τη φιλοδοξία τους. Ένας άνδρας ηθοποιός που δουλεύει συστηματικά για ένα βραβείο χαρακτηρίζεται αφοσιωμένος. Μια γυναίκα που κάνει ακριβώς το ίδιο κινδυνεύει να χαρακτηριστεί υπολογίστρια ή ψυχρή. Στην περίπτωση της Αν Χάθαγουεϊ, αυτή η διπλή ανάγνωση έγινε εξαιρετικά εμφανής. Η ίδια δεν είχε κάνει τίποτα περισσότερο από το να πάρει πολύ σοβαρά τη δουλειά της, όμως αυτό αρκούσε για να δημιουργηθεί μια αίσθηση δυσφορίας γύρω από το πρόσωπό της.

Η Αν Χάθαγουεϊ ποζάρει στους φωτογράφους στο photocall «A Night With Runway: The Devil Wears Prada 2»/ AP Images

Η Αν Χάθαγουεϊ έχει παραδεχτεί σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις ότι εκείνη η περίοδος είχε πραγματικές επαγγελματικές συνέπειες, καθώς υπήρξαν παραγωγές που δίστασαν να τη συμπεριλάβουν εξαιτίας της αρνητικής online εικόνας της. Κι όμως, αντί να επιχειρήσει να ξαναχτίσει την περσόνα της μέσα από επικοινωνιακά τεχνάσματα, επέλεξε τον πιο δύσκολο δρόμο: τη σιωπηλή επιμονή. Συνέχισε να δουλεύει, να επιλέγει απαιτητικούς ρόλους και να αφήνει το έργο της να μιλήσει για εκείνη.

Η συνεργασία της με τον Christopher Nolan σε ταινίες όπως το «Interstellar» λειτούργησε καταλυτικά, καθώς διατήρησε την παρουσία της στον χώρο του prestige cinema, ενώ έργα όπως το «The Intern», το «Dark Waters» και το «Eileen» απέδειξαν πως δεν είχε χάσει τίποτα από τη δύναμή της ως ηθοποιός.

Η Αν Χάθαγουεϊ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου για την προώθηση της ταινίας «The Devil Wears Prada 2» στη Σεούλ/ AP Images

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρατηρείται κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από μια απλή επαγγελματική σταθερότητα: μια συνολική επανεκτίμηση της Αν Χάθαγουεϊ από το κοινό και τα media. Πολλοί πλέον αναγνωρίζουν ότι το «Hatha-hate» υπήρξε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα συλλογικής, σχεδόν παράλογης online απαξίωσης. Η ωρίμανση γύρω από τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι γυναίκες στη βιομηχανία του θεάματος έχει επιτρέψει σε πολλούς να δουν την ιστορία της με διαφορετικό βλέμμα.

Η επιστροφή της το 2026 μέσα από το «The Devil Wears Prada 2» μοιάζει σχεδόν συμβολική -μια υπενθύμιση ότι η Αν Χάθαγουεϊ δεν χρειάστηκε ποτέ να αλλάξει πραγματικά για να δικαιωθεί. Το μόνο που συνέβη είναι ότι το κοινό χρειάστηκε χρόνο για να αναθεωρήσει τις προσδοκίες του απέναντι στις γυναίκες που είναι ταλαντούχες, φιλόδοξες και απόλυτα συνειδητοποιημένες.