Βιβλιοπωλείο: Λεμόνι

Εβδομάδα Μικρών Βιβλιοπωλείων: 4 νέοι συγγραφείς μιλούν για τους χώρους που κρατούν ζωντανό το βιβλίο

Υπάρχουν στιγμές που η πόλη δείχνει πιο καθαρά από ποτέ τι χάνει όταν ένα μικρό βιβλιοπωλείο κλείνει. Είναι το κατέβασμα ενός ρολού, το «ενοικιάζεται» που μπαίνει εκεί που υπήρχαν ράφια, η βιτρίνα που μένει για λίγο άδεια πριν γίνει κάτι άλλο.

Στις γειτονιές του κέντρου, εκεί όπου η ζωή αλλάζει πιο γρήγορα απ’ ό,τι προλαβαίνουν να την περιγράψουν οι λέξεις, αυτή η απώλεια δεν είναι απλώς εμπορική. Είναι μια μικρή μετατόπιση του τρόπου που μια πόλη θυμάται τον εαυτό της. Δεν είναι μόνο ένα κατάστημα που σβήνει από τον χάρτη, αλλά ένας τρόπος να συναντιέσαι με τους άλλους και με τα βιβλία χωρίς μεσολάβηση, χωρίς ταχύτητα, χωρίς φίλτρα.

Τα μικρά βιβλιοπωλεία είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και των κοινοτήτων μας. Είναι ο χώρος όπου οι συγγραφείς συναντούν τους αναγνώστες τους, όπου ανακαλύπτουμε άγνωστους κόσμους και όπου τα παιδιά συχνά γνωρίζουν για πρώτη φορά τη συγκίνηση της ανάγνωσης, μια εμπειρία που μπορεί να τα ακολουθεί για μια ζωή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Εβδομάδα Μικρών Βιβλιοπωλείων, από τις 25 έως τις 30 Μαΐου 2026, μετατρέπει αυτά τα σημεία των γειτονιών σε μια μεγάλη, συλλογική γιορτή για το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία. Για μία εβδομάδα, περισσότερα από 100 μικρά βιβλιοπωλεία σε όλη την Ελλάδα ενώνονται και ανοίγουν τις πόρτες τους σε εκδηλώσεις, όπως συναντήσεις με συγγραφείς, συζητήσεις, παιχνίδια, μουσική, δημιουργικά εργαστήρια, θεματικά αφιερώματα και θεατρικά δρώμενα.

Με αφορμή την Εβδομάδα αυτή το bovary.gr, ζήτησε από τέσσερις νέους συγγραφείς, τον Γιάννη Καρκανέβατο, τον Ηλία Μπιστολά, τη Μαριγώ Ζάννου και την Ελένη Καραμαγκιώλη, να αποκαλύψουν τη σχέση τους με τα μικρά βιβλιοπωλεία. Και οι τέσσερις συναντήθηκαν σε κάτι κοινό: στην επίγνωση ότι τα βιβλία δεν εξαντλούνται ποτέ στην πλοκή τους αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν μέσα μας ως ίχνη, ως αφορμές, ως μικρές εκτροπές από τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.

Μαριγώ Ζάννου: Χώροι σύνδεσης και κοινότητας

 Μαριγώ Ζάννου

Για τη Μαριγώ Ζάννου, το κύριο χαρακτηριστικό των μικρών βιβλιοπωλείων στη δική της εμπειρία είναι η σύνδεση. Η ζεστασιά και η οικειότητα που δημιουργούν της δίνουν την αίσθηση πως ανήκει κάπου, πως υπάρχει ένας χώρος ασφάλειας μέσα στον οποίο μπορεί να κινείται με τους δικούς της ρυθμούς. Μια συζήτηση με τον άνθρωπο πίσω από τον πάγκο, μια πρόταση βιβλίου, η ανταλλαγή σκέψεων, γνώσεων και ιστοριών είναι χαρακτηριστικά που χτίζουν σχέσεις εμπιστοσύνης.

Επίσης, τα μικρά βιβλιοπωλεία της πόλης λειτουργούν συχνά και ως πολιτιστικές εστίες. Άνθρωποι με κοινές αντιλήψεις, σκέψεις και ανησυχίες συναντιούνται, συνομιλούν και δημιουργούν κοινότητες. Πιστεύει πως κάθε μικρό βιβλιοπωλείο έχει τη δική του προσωπικότητα και ατμόσφαιρα, και αυτό είναι κάτι που έχει μεγάλη αξία.

Τι κάνει ένα βιβλίο να μένει στη μνήμη χωρίς να θυμάσαι την πλοκή του;

Πιστεύω πως διαβάζοντας ένα βιβλίο χτίζεται μια σχέση. Και όπως συμβαίνει με όλες τις σχέσεις, μπορεί να μην θυμόμαστε συγκεκριμένες στιγμές, μέρη που βρεθήκαμε ή κουβέντες που ανταλλάξαμε, αλλά να είναι πολύ καθαρό το πώς νιώσαμε μέσα σε αυτήν, ποια ήταν τα συναισθήματά μας. Κάπως έτσι λειτουργούν και τα βιβλία.

Ένα βιβλίο μπορεί να μείνει στη μνήμη για πάρα πολλούς λόγους αλλά κυρίως για την αίσθηση που αφήνει πίσω του. Συχνά δεν θυμάμαι με ακρίβεια την πλοκή ενός βιβλίου, θυμάμαι όμως καθαρά το πώς με έκανε να νιώσω, πως ήταν το να ζω μέσα στον κόσμο που δημιούργησε.

Πιστεύω πως τα βιβλία γράφονται ακριβώς για αυτό: όχι μόνο για να αφηγηθούν μια ιστορία, αλλά για να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα και ένα χώρο εμπειρίας. Με αυτό τον τρόπο η πλοκή είναι η αφορμή και όχι ο στόχος ενός καλού βιβλίου. Και επειδή ο αναγνώστης διαβάζει μέσα από τα δικά του βιώματα, επιθυμίες και ανάγκες, το ίδιο το βιβλίο γίνεται κάτι διαφορετικό για τον καθένα. Αν αυτή η συνάντηση συνοδεύεται και από συναισθήματα τότε κάτι έχει λειτουργήσει καλά στη σχέση βιβλίου – αναγνώστη.

Είναι πιο δυνατό ένα βιβλίο που σε αλλάζει ή ένα που σε επιβεβαιώνει;

Σίγουρα ένα βιβλίο που σε αλλάζει, γιατί αυτό σημαίνει πως είχε τη δύναμη να σε μετακινήσει έστω και λίγο από το σημείο στο οποίο βρισκόσουν πριν το διαβάσεις. Σε κάνει να βλέπεις τα πράγματα με μια άλλη ματιά, μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Σου αποκαλύπτει το άλλο και σου επιτρέπει να διερευνήσεις τα όριά σου, την αντίληψή σου, πολλές φορές χωρίς να καταλαβαίνεις ακριβώς με ποιον τρόπο συμβαίνει αυτό. Εκεί κρύβεται και η μαγεία της ανάγνωσης: στο να μπορεί μια αφήγηση να σε πάρει προσωρινά από το σημείο που στέκεσαι και να σε γυρίσει πίσω λίγο διαφορετικό, να έχει αφήσει μέσα σου κάποιο σημάδι. Συχνά η μετακίνηση δεν είναι άμεση, μπορεί να εκδηλωθεί αργότερα, αθόρυβα και εσωτερικά.
Ένα βιβλίο που σε αλλάζει το κουβαλάς μαζί σου, γίνεται δικό σου κομμάτι και μέρος της προσωπικής σου ιστορίας.

Η Μαριγώ Ζάννου σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και έχει μεταπτυχιακό στη Δημιουργική Γραφή. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. «Τα χέρια» από τις εκδόσεις Γραφή είναι το πρώτο της βιβλίο.

Γιάννης Καρκανέβατος: Μικρές νησίδες πολιτισμού

 Γιάννης Καρκανέβατος

Τα μικρά βιβλιοπωλεία για τον Γιάννη Καρκανέβατο είναι αυτά που κρατούν ζωντανή μια γειτονιά. Είναι τόποι συνάντησης, συζητήσεων, ανταλλαγής απόψεων και εν τέλει το αλατοπίπερο που τόσο έχει ανάγκη η ζωή των ανθρώπων. Κατοικεί στην Κυψέλη και αναφέρεται σε δύο αγαπημένα μέρη: το Literature House επί της Δροσοπούλου και τον Μετεωρίτη στη Φωκίωνος Νέγρη. Είναι χώροι με χαρακτήρα, με υπαλλήλους πρόθυμους να ακούσουν τα αναγνωστικά γούστα του και να τον κατευθύνουν σωστά, να τον εκπλήξουν με τις προτάσεις τους. Παράλληλα, οργανώνουν παρουσιάσεις, αναγνωστικές λέσχες και εργαστήρια γραφής. Τα βλέπει ως μικρές νησίδες πολιτισμού, αισιοδοξίας και ηρεμίας, ως το αντίδοτο στην αγχώδη σύγχρονη ζωή και πόλη.

Τι κάνει ένα βιβλίο να μένει στη μνήμη χωρίς να θυμάσαι την πλοκή του;

Η λήθη δυστυχώς εμφανίζεται, όχι μόνο τη στιγμή που θα ολοκληρώσουμε ένα βιβλίο, αλλά και καθώς το διαβάζουμε. Σε ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όταν φτάνουμε στο τέλος, είναι αδύνατον να αναπαραγάγουμε την αρχή του με απόλυτη ακρίβεια. Το μυαλό μας έχει φιλτράρει χαρακτήρες, περιγραφές, αποφάσεις, χρώματα, σκέψεις, μυρωδιές, εντάσεις και δισταγμούς, και μάλιστα σε άμεσο συσχετισμό με την ηλικία και την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε.

Έτσι ένα βιβλίο διαβασμένο είκοσι χρονιά μετά, ακόμα και από εμάς τους ίδιους, είναι σίγουρα ένα διαφορετικό βιβλίο. Το κάθε κείμενο -όταν πρόκειται για κάτι δυνατό και αξιόλογο- περιλαμβάνει τη ζωή με μια θαυμαστή συμπύκνωση. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που μας καλεί να εισέλθουμε, να τον πιστέψουμε (με την ανάλογη εθελούσια και προσωρινή «αναστολή της δυσπιστίας» - suspension of disbelief), και να ταυτιστούμε είτε με τους χαρακτήρες, είτε με το όραμα του δημιουργού. Η πλοκή αποτελεί φυσικά ένα σημαντικό στοιχείο αλλά δεν είναι το μόνο, αλλιώς κάλλιστα θα μπορούσαμε να διαβάζουμε περιλήψεις των έργων και να γλυτώναμε χρόνο. Στη Λογοτεχνία: «Εν αρχή ην η Γλώσσα» - παραφράζοντας το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο.

Αυτός ο μαγικός κόσμος των λέξεων, μας καταλαμβάνει (συχνά ανυπομονούμε να επιστρέψουμε από την καθημερινή εργασία για να βυθιστούμε μέσα του), και καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με όνειρο. Όπως και σ’ αυτό, οι περισσότερες και αναλυτικότερες πληροφορίες δεν το κάνουν πιο πραγματικό αλλά η ένταση και η επίγευση που αφήνει είναι τα καθοριστικά, έτσι και σ’ ένα βιβλίο, ο απόηχός του μπορεί να είναι ένα αναπάντητο βλέμμα, μια φράση μετέωρη ή μια λέξη που ειπώθηκε τη λάθος στιγμή. Και αυτά ναι, είναι αρκετά.

Είναι πιο δυνατό ένα βιβλίο που σε αλλάζει ή ένα που σε επιβεβαιώνει;

Δεν θεωρώ πως ένα βιβλίο μπορεί να σε αλλάξει. Ένα βιβλίο μπορεί να σου προσφέρει πέρα από ψυχαγωγία (με την αρχική της σημασία, της αγωγής της ψυχής), εμπειρίες που ίσως να μην έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε (και δεν μιλάω για κάτι εξωτικό ή μεταφυσικό) αλλά και μια διαφορετική θέαση του κόσμου, μια ερμηνεία του ψυχισμού του Ανθρώπου. Ένα βιβλίο μπορεί να σε οδηγήσει στους σωστούς ανθρώπους (αυτούς με τους οποίους μπορείς να μοιραστείς ουσιαστικά πράγματα) ή να σε αποθαρρύνει από πιθανές λάθος επιλογές. Προσθέτει εμπειρία στις βιωμένες εμπειρίες σου. Αλλά το να σε ‘αλλάξει’, το θεωρώ πολύ βαρύ σαν ρήμα.

Νομίζω ότι αλλάζουμε μέσα από τις σχέσεις: οικογενειακές, ερωτικές, φιλικές και όχι μέσα από την Τέχνη. Η Τέχνη μας βοηθάει να έχουμε μια πληρέστερη εικόνα του κόσμου στον οποίο ζούμε και δίνει νόημα στα όσα ακατανόητα -με την ψυχική προσέγγιση του όρου και όχι ανερμήνευτα ή ανεξήγητα- συμβαίνουν γύρω μας.

Τώρα για όσες και όσους επιμένουν να διαβάζουν προβλέψιμα βιβλία (μόνο έτσι μπορώ να προσεγγίσω αυτή την ανάγκη επιβεβαίωσης), ας θυμηθούμε την ετυμολογία της λέξης α-διάφορο, όπου το άλφα το στερητικό υποδηλώνει τη μη διαφορά. Κάθε μη διαφορετικό από εμάς, κανονικά θα πρέπει να μας είναι και αδιάφορο. Στερείται ουσίας να ψάχνουμε κάτι που θα καλύψει τον ναρκισσισμό μας και να μην αποζητάμε αναπάντεχες εκρήξεις και θαύματα.

Ο Γιάννης Καρκανέβατος σπούδασε στο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) και κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου. Εργάστηκε πολλά χρόνια στο εξωτερικό ως μηχανικός Τηλεπικοινωνιών, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Έχει εκδώσει τα βιβλία: Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά, εκδόσεις Εστία (2022) και το Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι, εκδόσεις Εστία (2026).

Ελένη Καραμαγκιώλη: Ένας κόσμος χωρίς συστάσεις

Ελένη Καραμαγκιώλη

Για την Ελένη Καραμαγκιώλη, τα μικρά βιβλιοπωλεία είναι στήριγμα. Ακόμη και στις πιο δύσκολες ημέρες μπορεί απλώς να ανοίξει την πόρτα, να περάσει μέσα και να μη μιλήσει για όση ώρα θέλει, ψάχνοντας νέα και παλιά βιβλία.

Ξέρει από πριν πού θα βρει το καθετί, της είναι οικεία τα ράφια και οι προθήκες, και σχεδόν με κλειστά μάτια μπορεί να δείξει εκείνα που της έχουν συστήσει, αυτά που ξεχνά κάθε φορά να αγοράσει και αυτά που προσπερνά γιατί δεν νιώθει ακόμη έτοιμη να τα ξεκινήσει. Φυσικά, υπάρχουν και οι εκπλήξεις: βιβλία που ξαφνικά νιώθει πως χρειάζεται να διαβάσει μόνο από μια λέξη στον τίτλο τους, από την τυχαία σελίδα που θα πετύχει ξεφυλλίζοντας ή από το οπισθόφυλλο.

Και είναι στήριγμα γιατί, όπως στο μπαρ δεν χρειάζεται να πει πολλά στον μπάρμαν, αρκεί να ζητήσει το ποτό της και εκείνος όλα θα τα καταλάβει, έτσι και στα βιβλιοπωλεία της γειτονιάς, φτάνει να ονοματίσει το βιβλίο που θέλει και όλα γίνονται ξεκάθαρα. Είναι αναγνώστρια του Ροθ, του Κούντερα, του Χάντκε, του μονολόγου, της ιστορίας, της μικρής φόρμας, του ρεαλισμού ή της δυστοπίας, του χαρακτήρα ή της κατάστασης.

Είναι αναγνώστρια, και αυτό φτάνει, περισσεύει και την απελευθερώνει. Καμία άλλη πληροφορία δεν χρειάζεται, όλα λέγονται μέσα από το βιβλίο που θα προτιμήσει. Πού αλλού μπορεί κανείς να παρουσιάσει τον εαυτό του χωρίς αριθμούς, ονόματα και ιδιότητες;

Τι κάνει ένα βιβλίο να μένει στη μνήμη χωρίς να θυμάσαι την πλοκή του;

Λοιπόν, ίσως φανεί παράξενο αλλά υπάρχουν λογοτεχνικοί χαρακτήρες που με γοητεύουν τόσο, που σχεδόν ξεχνάω τί ακριβώς τους συνέβη. Για παράδειγμα ο Σάμπαθ στο Θέατρο του Σάμπαθ του Ροθ με είχε σημαδέψει για καιρό, όμως έπιανα τον εαυτό μου να μπερδεύω τα ονόματα των γυναικών με τις οποίες συνδέθηκε ή τα γεγονότα της ζωής του με τη σειρά, που τα αφηγήθηκε ο συγγραφέας. Είναι συχνά τέτοια η δύναμη των ηρώων της ιστορίας, που η ιστορία η ίδια, ακόμη και η πιο προκλητική, η πιο αναπάντεχη, περνάει σε δεύτερη μοίρα συγκρινόμενη με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις ιδιοτροπίες, τις αδυναμίες, τις σκέψεις του ήρωα.

Ναι, ο Σάμπαθ ξεπέρασε τα όρια πολλές φορές, έκανε ανήκουστα πράγματα, εξαπάτησε και ειρωνεύτηκε, αλλά ήταν τόσο αληθινός, τόσο αφιλτράριστα ανήθικος και τρωτός, που η ιστορία στο βιβλίο απλά τον πλαισίωνε, τον φιλοξενούσε, τον συνόδευε. Στο τέλος, δεν είχε σημασία τί έκανε ο Σάμπαθ και πώς έζησε, αλλά ποιος ήταν και πώς ήταν, μόνος του ή με όσους συνδέθηκε. Και το πιο σημαντικό, αναρωτιόμαστε, προβληματιζόμαστε, μοιάζουμε στον Σάμπαθ, αναγνωρίζουμε σε αυτόν κάτι από εμάς; Και εκατό δολοφονίες να συμβούν και άλλα τόσα τραγικά ατυχήματα σε ένα βιβλίο, αν δεν αισθανθούμε κάτι για τον δολοφόνο ή για το θύμα, έχουμε διαβάσει πληροφοριακά, όχι λογοτεχνικά.

Είναι πιο δυνατό ένα βιβλίο που σε αλλάζει ή ένα που σε επιβεβαιώνει; 

Τα βιβλία έχουν τρομακτική δύναμη. Ένα καλό βιβλίο μπορεί να σε πείσει ότι όλα είναι όπως τα ξέρεις, όπως τα περίμενες, και, εντελώς, υπόγεια, να σε έχει μετακινήσει, να σε έχει μετατοπίσει σαν χαρακτήρα τόσο έξυπνα, που στο τέλος νομίζεις ότι εσύ συνέβαλες στην αλλαγή του εαυτού σου, κανένα βιβλίο, άλλος άνθρωπος ή μια εμπειρία δεν σε οδήγησε εκεί, χωρίς να υποψιάζεσαι ότι αυτό στο προκάλεσε τελικά η ιστορία, που διάβασες.

Τις δυνατές ιστορίες δεν τις πιάνει το μάτι σου, εκεί που πιστεύεις ότι τίποτα δεν σε εκπλήσσει ή δεν σε διαψεύδει, μέρες μετά, μήνες, χρόνια, από μια επιλογή σου, από μια τυχαία κίνηση, απλή καθημερινή ή και σημαντική, ακόμη και από κάτι που θα πεις, συνειδητοποιείς ότι η μεγάλη ανατροπή δεν συνοδεύεται κατ’ ανάγκη από τυμπανοκρουσίες και πυροτεχνήματα, αλλά από μια αθόρυβη παραδοχή ότι κάτι εντός άλλαξε τόσο ριζικά, που ποτέ δεν θα είναι ξανά το ίδιο.

Η Ελένη Καραμαγκιώλη είναι δικηγόρος με ειδίκευση στα πνευματικά δικαιώματα, και ζει στην Αθήνα. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί στο Book’s Journal, Χάρτη, Φρέαρ, Book Press. Έχει εκδώσει το βιβλίο «Μονωτική Ταινία», συλλογή διηγημάτων, εκδόσεις Ιωλκός (2021).

Ηλίας Μπιστολάς: Αίσθημα ανακάλυψης

 Ηλίας  Μπιστολάς

Για τον Ηλία Μπιστολά τα μικρά βιβλιοπωλεία συνδέονταν με τα παιδικά του χρόνια και με το αίσθημα της ανακάλυψης, τότε που περπατούσε μέχρι το συνοικιακό βιβλιοπωλείο, σε μια από τις δαιδαλώδεις γειτονιές στο Περιστέρι, και ανακάλυπτε τίτλους για τους οποίους δεν είχε ακούσει προηγουμένως τίποτα. Το διαδίκτυο και οι ψηφιακές κοινότητες βοηθούν σήμερα τους ανθρώπους να αποφεύγουν τις κακοτοπιές. Μάλιστα, δύσκολα θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που «διακινδύνευσε» να επισκεφτεί ένα μέρος χωρίς προηγουμένως να αναζητήσει ηλεκτρονικά πληροφορίες γι’ αυτό.

Κι όμως, αυτό ακριβώς το ρίσκο εξακολουθούσε να αναζητά στα μικρά βιβλιοπωλεία: να ξεθάψει κάτι χωρίς να το έχει ψάξει από πριν, να του αποκαλυφθεί, να του προταθεί. Σε μια εποχή όπου τα πάντα διευρύνονται, συχνά τον έλκυε το μικρό, χωρίς βέβαια να αναιρεί τα πλεονεκτήματα του μεγάλου. Επιπλέον, μόνο στο βιβλιοπωλείο Literature House, στη νέα του γειτονιά, την Κυψέλη, μπορούσε μαζί με τις αγορές του να απολαύσει και τη χαρά να χαϊδέψει τη διάσημη πλέον Αλεπουδίτσα, τη γάτα-μασκότ της Δροσοπούλου.

Τι κάνει ένα βιβλίο να μένει στη μνήμη χωρίς να θυμάσαι την πλοκή του;

Θυμάμαι πάντα την απάντηση του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Όταν τον κάλεσαν οι σεναριογράφοι να τον ρωτήσουν ποιος δολοφόνησε τελικά κάποιον χαρακτήρα στον Μεγάλο Ύπνο, η αποστομωτική απάντησή του ήταν η εξής: «Και πού θες να ξέρω εγώ;» (ή κάπως έτσι). Ακόμα και σε ένα είδος, όπως το αστυνομικό, στο οποίο η πλοκή έχει βαρύνουσα σημασία, ένας από το διασημότερους εκπροσώπους του έδωσε εκείνη την απόκριση η οποία θα μπορούσε να συνοδεύει την περίληψη κάθε βιβλίου: πως ο συγγραφέας δεν έχει όλες τις απαντήσεις∙ γιατί ένα βιβλίο ευτυχώς δεν είναι μόνο η πλοκή του, όπως ένα ψάρι δεν είναι το ψαροκόκαλό του, για την ακρίβεια το μόνο που δεν τρώγεται είναι το κεντρικό κόκαλο που διατρέχει τη ράχη του (οι περισσότεροι βέβαια αποφεύγουν και το κεφάλι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται αυτό συνειρμικά για τη λογοτεχνία). Όπως και να έχει, επειδή ως γνωστόν η μνήμη καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα, είναι η εντύπωση που εγγράφεται μέσα μας, και μικρή σημασία έχουν οι λεπτομέρειες.

Είναι πιο δυνατό ένα βιβλίο που σε αλλάζει ή ένα που σε επιβεβαιώνει;

Είμαι πια σε μια ηλικία που οι αλλαγές δεν μου ταιριάζουν. Ή για να είμαι πιο δίκαιος με τον εαυτό μου, βρίσκομαι σε μια συνθήκη όπου με ενοχλεί ακόμα και η μεταφορά του φωτιστικού λίγα εκατοστά δεξιότερα πάνω στο γραφείο μου. Ίσως αλλάξει αυτό στο μέλλον. Αυτό για το οποίο είμαι βέβαιος ωστόσο είναι πως πολύ δύσκολα η λογοτεχνία σε «αλλάζει». Αν υπάρχει μια μεταβολή έτοιμη να συμβεί και υπάρξει η ευτυχής συγκυρία να ταυτιστεί αυτή η μεταστροφή με ένα βιβλίο, τότε όντως μπορούμε να μιλήσουμε για μια ωραία σύμπτωση.

Αλλά ειλικρινά, η ταλάντωση των αισθημάτων, των ιδεών, των απόψεων και των σκέψεων οριοθετείται εντός ενός νοητικού και πνευματικού χωρίου, δηλαδή σε αυτό που μας κάνει -ας πούμε- άτομο, οπότε δεν είμαι βέβαιος πως η λογοτεχνία μας «αλλάζει», όσο πως επιτρέπει μια ευρύτερη εσωτερική τροχιά μέχρι το αφήλιο των λογισμών μας. Πάντως αν μου προσφερόταν ένα βιβλίο που θα με άλλαζε με μαγικό τρόπο, τότε θα απομακρυνόμουν τρέχοντας και θα αποζητούσα τη θαλπωρή των βεβαιοτήτων μου. Καλύτερα Αλόνσο Κιχάνο, παρά Δον Κιχώτης.

Ο Ηλίας Μπιστολάς έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα (Τόπος, 2022) και τη συλλογή διηγημάτων Η Κορυφή του Κόσμου (Τόπος, 2025). Συµµετείχε επίσης στον συλλογικό τόμο Από το τοπικό στο παγκόσμιο των εκδόσεων Διόπτρα µε το διήγημα «Γιατί δεν κοιμούνται τα χταπόδια;».