Οι ταινίες της εβδομάδας: Ολίβια Κόλμαν και Μπένεντικτ Κάμπερμπατς αναβιώνουν μια από τις κλασικές κωμωδίες των '80s
Αυτή την εβδομάδα, οι θρυλικοί Ρόουζ ξαναρχίζουν τον «πόλεμο», ο Σάμιουελ Λ. Τζάκσον και ο Ντέιβ Μπατίστα αναζητούν τη Μόνα Λίζα ως το τέλος του κόσμου, η ιστορία του μεγαλύτερου απατεώνα της Ισπανίας μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη, ενώ ο Toxic Avenger επιστρέφει με ένα cult remake.
Ρόουζ Εναντίον Ρόουζ (The Roses)
Σκηνοθεσία: Τζέι Ρόουτς
Παίζουν: Ολίβια Κόλμαν, Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Άντι Σάμπεργκ, Άλισον Τζάνεϊ, Σουνίτα Μάνι, Ενκούτι Γκάτγουα, Τζέιμι Ντεμετρίου, Ζόι Τσάο, Κέιτ ΜακΚίνον.
Περίληψη: Η ζωή φαίνεται εύκολη για την Άιβι και τον Θίο, που τα έχουν όλα: επιτυχία, έναν ευτυχισμένο γάμο, υπέροχα παιδιά. Όμως πίσω από τη βιτρίνα της ιδανικής τους ζωής, μια καταιγίδα πλησιάζει, καθώς η καριέρα του Θίο καταρρέει, ενώ οι φιλοδοξίες της Άιβι απογειώνονται.
Μια από τις πιο αγαπημένες μαύρες κωμωδίες των 80s αποκτά το remake της με πρωταγωνιστές τους Μπένεντικτ Κάμπερμπατς και Ολίβια Κόλμαν.
Ο Θίο είναι ένας πολλά υποσχόμενος αρχιτέκτονας, που δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να κάνει το όραμά του πραγματικότητα στη συντηρητική Αγγλία. Η Άιβι, μια ταλαντούχα σεφ, που δουλεύει βοηθός σε ένα εστιατόριο. Οι δυο τους γνωρίζονται, ερωτεύονται και φεύγουν για την Αμερική για να κυνηγήσουν το μεγάλο όνειρο. Εκεί, ο Θίο γίνεται το νέο αστέρι της αρχιτεκτονικής, η Άιβι, μαγειρεύει υπέροχα και ανατρέφει τα δυο τους παιδιά με ελευθερία και χαρά και για όλους αποτελούν το πρότυπο της ιδανικής οικογένειας. Μια νύχτα όμως, μια καταιγίδα θα φέρει τα πάνω κάτω: θα ρίξει τον Θίο στην αφάνεια, την ώρα που η επίσκεψη μιας διάσημης κριτικού στο μικρό εστιατόριο της Άιβι, θα εκτινάξει την πελατεία της στα ύψη. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, η πάλη των φύλων αρχίζει και ο γάμος του ιδανικού ζευγαριού συντρίβεται θριαμβευτικά.
Βασισμένος στην κλασική πια screwball κωμωδία του Ντάνι Ντε Βίτο, αλλά και στο ομώνυμο βιβλίο του Γουόρεν Άντλερ, ο Τόνι Μακ Ναμάρα- συνεργάτης του Γιώργου Λάνθιμου στην «Ευνοούμενη» και στο «Poor things» - διασκευάζει ευφυώς ένα αποδεδειγμένα καλό σενάριο, κάνοντας αυτό το remake να έχει λόγο ύπαρξης. Διότι εδώ δεν έχουμε μόνο την περιγραφή ενός διαζυγίου και το πώς τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται, πιθανόν για να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους, μέχρι να ξανακαούν, αλλά και μια βιτριολική σάτιρα της σύγχρονης εποχής.
Η μανία των social media, οι εμμονές με την ευεξία και τη θετικότητα, το πάθος για το χρήμα και κυρίως την εξουσία, σχολιάζονται με μια καυστική τρυφερότητα από τον ΜακΝαμάρα, που αποδεικνύει ότι την εποχή της πολιτικής ορθότητας μπορεί να γράψει μια πραγματικά ξεκαρδιστική κωμωδία, χωρίς να γίνεται προσβλητικός. Οι δηλητηριώδεις ατάκες, που εξακοντίζουν η Ολίβια Κόλμαν και ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, δίνουν τον τόνο, οι δευτερεύοντες ρόλοι έρχονται να συμπληρώσουν το παζλ, ενώ η διαφορά ευρωπαϊκής και αμερικανικής κουλτούρας, που πάντα αποτελούσε πρόσφορο έδαφος για αστεία, αξιοποιείται μοναδικά από τον ΜακΝαμάρα.
Ο Τζέι Ρόουτς δυσκολεύεται να κρατήσει τον ρυθμό μιας αυθεντικής screwball και να δημιουργήσει τον πανικό της πρωτότυπης ταινίας, όμως εδώ έρχονται ο Κάμπερμπατς με την Κόλμαν με το βρετανικό τους φλέγμα και την υποκριτική τους τρέλα να απογειώσουν το σενάριο. Κι ενώ οι δυο τους φαντάζουν μάλλον αταίριαστοι εκ πρώτης όψεως, και σίγουρα η Κόλμαν δεν έχει καμία σχέση με τη μοιραία Κάθλιν Τέρνερ, ο συνδυασμός τους είναι τελικά εκρηκτικός, στηρίζεται περισσότερο στην πνευματικότητα και δημιουργεί μια άλλη διάσταση στον γνωστό «πόλεμο των Ρόουζ», που έχει γίνει πλέον και χαρακτηριστική έκφραση για την αιώνια διαμάχη θηλυκού και αρσενικού.
Μάρκο: Μια Επινοημένη Αλήθεια (Marco, la Verdad Inventada /Marco, the Invented Truth)
Σκηνοθεσία: Τζον Γκαράνιο και Αϊτόρ Αρεγκί
Παίζουν: Εντουάρντ Φερνάντεθ, Ναταλί Πόθα, Χάνι Μαρτίν
Περίληψη: Ο Ενρίκ Μάρκο δέχεται για δεκαετίες τις επιδοκιμασίες και τη συμπάθεια όλων γύρω του, λέγοντας πως έχει επιβιώσει των εφιαλτικών ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Μήπως όμως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι;
H πολυβραβευμένη ισπανική ταινία, που απέσπασε και το Γκόγια Καλύτερης Ερμηνείας εξαιτίας του εξαιρετικού Έντουαρντ Φερνάντεζ ( «47»), αποκαλύπτει την ιστορία ενός αδιανόητου ψέματος.
Ο Καταλανός συνδικαλιστής Ενρίκο Μάρκο υποστήριζε με πάθος, επί δεκαετίες, πως ήταν ανάμεσα στους 9.000 Ισπανούς που αιχμαλωτίστηκαν σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης μετά από τον ισπανικό εμφύλιο. Και μάλιστα, έγινε μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές για την (υποτιθέμενη) γενναιότητά του και τα δεινά που υπέστη. Η ευφράδειά του στο να περιγράφει τις φρικαλεότητες των στρατοπέδων συγκέντρωσης ήταν απαράμιλλη, κάνοντας ακόμα και την ολομέλεια της Βουλής να δακρύσει. Μία μέρα όμως, ένας ιστορικός αρχίζει να σκαλίζει το παρελθόν και του κάνει μερικές δύσκολες ερωτήσεις... Τότε αποκαλύφθηκε πως όχι μόνο δεν ήταν εκτοπισμένος, αλλά εθελοντικά είχε μεταβεί ως εργάτης στη Γερμανία, υποστηρίζοντας ένα πρόγραμμα του Φράνκο. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη, αλλά επέμενε πως το μόνο που ήθελε ήταν να ακουστεί η ιστορία του Ολοκαυτώματος και να μάθει ο κόσμος την αλήθεια. Οι υπόλοιποι επιζήσαντες τον κατηγόρησαν ότι με την απάτη του έθετε σε κίνδυνο και τη δική τους αξιοπιστία, γυρίζοντάς του την πλάτη. Ο Μάρκο όμως μέχρι το τέλος της ζωής του- πέθανε σε ηλικία 101 ετών- συνέχισε να αναζητά την προσοχή.
Η ιστορία του Μάρκο, διάσημη στην Ισπανία, πιθανόν δεν είναι γνωστή εκτός της Ιβηρικής χερσονήσου, αν και έχει γραφτεί ένα βιβλίο ήδη και έχει γυριστεί ένα ντοκιμαντέρ, βασισμένα σε αυτή. Οι Τζον Γκαράνιο και Αϊτόρ Αρεγκί («Γίγαντας») στηρίζονται σε μια σειρά από ηχογραφήσεις του ίδιου του Μάρκο και με αντικειμενική ματιά εξετάζουν αυτή την περίπτωση του «καλλιτέχνη- απατεώνα», που δημιούργησε ένα προσωπείο για να βρει τον θαυμασμό που είχε ανάγκη.
Χωρίς να καταφεύγουν σε εύκολους ψυχολογισμούς, αλλά με επιστημονική ψυχραιμία παρατηρούν πώς ο Μάρκο έφτιαξε έναν ήρωα και πώς μια κοινωνία δέχτηκε το ψέμα του, επειδή ακριβώς το έχει ανάγκη. Έτσι, θέτουν μια σειρά από ερωτήματα: κατά πόσο απέχει η αλήθεια από το ψέμα, ποια είναι η διαχωριστική γραμμή, εάν είναι ηθικό να πει κάποιος ψέματα για να εξυπηρετήσει έναν σκοπό και ποιος τελικά είναι υπεύθυνος για ένα ψέμα, που όλοι τρέχουν να αποθεώσουν άκριτα.
Στην εποχή των social media και των fake news, όπου τίποτα τελικά δεν είναι τόσο αληθινό, η περίπτωση αυτού του ιδιότυπου «δημιουργού», που σχεδόν έφτασε να πιστεύει το αφήγημά του και μαζί οι κοινωνιολογικές τις προεκτάσεις, έχει ένα ειδικό ενδιαφέρον, που το σκηνοθετικό δίδυμο αντιμετωπίζει ευφυώς χωρίς να «στρατεύεται», με έξυπνα περάσματα στον χρόνο, που δίνουν στον θεατή όχι μια απάντηση, αλλά μια αφορμή για διάλογο.
The Toxic Avenger
Σκηνοθεσία: Μέικον Μπλερ
Παίζουν: Πίτερ Ντίνκλατζ, Τζέικομπ Τρέμπλεϊ, Τέιλορ Πέιτζ, Τζούλια Ντέιβις, Τζόνι Κόιν, Eλάιτζα Γουντ, Κέβιν Μπέικον
Περίληψη: Ένας επιστάτης μεταμορφώνεται σε σούπερ ήρωα για να σώσει τον κόσμο.
Το πολυαναμενόμενο remake της ταινίας του 1984 των Μάικλ Χερτζ και Λόιντ Κάουφμαν.
Όταν ένας καταπιεσμένος επιστάτης, ο Γουίνστον Γκουζ, εκτίθεται σε ένα καταστροφικό τοξικό ατύχημα, μεταμορφώνεται σε μια νέα εξέλιξη ήρωα, τον The Toxic Avenger. Τώρα, ο Toxie πρέπει να αφήσει πίσω του το περιθώριο και να γίνει σωτήρας, αντιμετωπίζοντας αδίστακτους εταιρικούς ηγέτες και διεφθαρμένες δυνάμεις, που απειλούν τον γιο του, τους φίλους του και την κοινότητά του. Σε έναν κόσμο όπου η απληστία κυριαρχεί... η δικαιοσύνη σερβίρεται καλύτερα ραδιενεργή.
Όταν το 1984, η Troma Entertainment παρουσίασε τον πρώτο Toxic Avenger, δημιούργημα των Λόιντ Κάουφμαν και Μάικλ Χερζν, στόχος ήταν ένα καθαρόαιμο b- movie, όπου το σπλάτερ συναντούσε τον χαβαλέ και το κιτς απενοχοποιημένα. Τελικά, το όλο εγχείρημα λειτούργησε και ως μια απάντηση στο mainstream και τους καλογυαλισμένους υπερήρωες, απέκτησε sequels, έγινε ακόμα και μιούζικαλ και έφτασε να θεωρείται cult.
Ο Μέικον Μπλερ («Τα Ερείπια Είναι Πάντα Θλιμμένα») το 2023 ανέλαβε με την έγκριση του Κάουφαν το remake αυτού του μεταλλαγμένου ήρωα, σεβόμενος την παράδοση των χειροποίητων εφέ, του κυνικού χιούμορ, του gore και της υπερβολής, συνδυάζοντάς τα με ένα καστ πρωτοκλασάτων ηθοποιών και ένα βιτριολικό σχόλιο για την τοξική θετικότητα της σύγχρονης εποχής, αφού ο κυνισμός του ToxicΑvenger λειτουργεί ως αντίβαρο σε μια κοινωνία που δεν ανέχεται τα «απόβλητα».
Ο βραβευμένος Πίτερ Ντίνκλατζ στον πρωταγωνιστικό ρόλο δίνει μια δραματική υπόσταση στον Toxie, όπως τον αποκαλούν οι φανς του, ενώ η «αμαρτωλή» διασκέδαση και η καφρίλα παραμένουν για να μας θυμίσουν ότι και το cult έχει τη γοητεία του.
Παίζεται ακόμα:
Afterburn: Οι Κυνηγοί στο Τέλος του Κόσμου (Afterburn)
Σκηνοθεσία: Τζέι Τζέι Πέρι
Παίζουν: Ντέιβ Μπατίστα, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Όλγκα Κιριλένκο, Κρίστοφερ Χίβιου
Περίληψη: Όταν το ανατολικό ημισφαίριο της Γης καταστρέφεται, ένας θαρραλέος κυνηγός θησαυρών ταξιδεύει στην Ευρώπη για να ανακαλύψει την πολυπόθητη Μόνα Λίζα, μόνο και μόνο για να μάθει ότι ο κόσμος χρειάζεται έναν ήρωα, περισσότερο από έναν πίνακα.
Δυστοπική περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας με τους Σάμιουελ Λ. Τζάκσον και Ντέιβ Μπατίστα.
Δέκα χρόνια μετά από μια καταστροφική ηλιακή καταιγίδα που κατέστρεψε τονανατολικό ημισφαίριο και βύθισε τον πλανήτη στο χάος, ο Τζέικ, πρώην δύτης και νυν κυνηγός θησαυρών, αναλαμβάνει την πιο επικίνδυνη αποστολή της ζωής του: να ξαναβρεί τη χαμένη Μόνα Λίζα σε μια ερειπωμένη, πολιορκημένη Γαλλία. Καθώς το ταξίδι μετατρέπεται από αποστολή ανάκτησης σε μάχη για το μέλλον της ανθρωπότητας, ο Τζέικ συνεργάζεται με τη δυναμική μαχήτρια της αντίστασης, Ντρέα, και αντιμετωπίζει τον ανελέητο πολέμαρχο Βόλκοφ, ο οποίος θέλει να χρησιμοποιήσει τον πίνακα — και το μυστικό που κρύβει — ως όπλο εξουσίας.
Επαναπροβολές:
Η Πέπη, η Λούσι, η Μπομ και τ' Αλλά Κορίτσια (Pepi, Luci, Bom y otras chicas del montón /Pepi, Luci, Bom and Other Girls on the Heap)
Σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδόβαρ
Παίζουν: Κάρμεν Μάουρα, Εύα Σίβα, Αλάσκα
Περίληψη: Η Πέπι βιάζεται από έναν αστυνομικό. Για να τον εκδικηθεί, πλησιάζει τη γυναίκα του Λούσι, την οποία από ενάρετη νοικοκυρά μεταμορφώνει σε γκρούπι ενός ροκ πανκ συγκροτήματος.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ.
Η Πέπι, μια ανεξάρτητη γυναίκα, καλλιεργεί χασίς στο μπαλκόνι της. Όταν την ανακαλύπτει ένας αστυνομικός και τη βιάζει, σχεδιάζει εκδίκηση μέσω της σύζυγού του, Λούσι – μιας υποταγμένης νοικοκυράς. Με τη βοήθεια της πανκ τραγουδίστριας Μπομ, η Λούσι μεταμορφώνεται σε λεσβιακό μέλος μιας δυνατής πρώιμης γυναικείας κοινότητας και το σενάριο κορυφώνεται με ένα απολαυστικό φινάλε φιλίας μεταξύ των δύο γυναικών.
Η ταινία- πρόδρομος των ηρωίδων του Αλμοδόβαρ, που επικεντρώνεται στη γυναικεία αλληλεγγύη, ανεξαρτησία και απελευθέρωση. Ένα πολιτισμικό μανιφέστο που καταγράφει μια ιστορική στιγμή, όπου η τέχνη συναντά την κοινωνία και η φαντασία την πραγματικότητα.
Ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ έχει πει για το ντεμπούτο του: «Ήταν η προσωπική μου εκδίκηση προς τη δικτατορία. Αρχικά χρηματοδοτήθηκε με μικρές συνεισφορές φίλων, με τις οποίες κατάφερα να συγκεντρώσω πάνω από 3.000 δολάρια. Το γύρισμα διήρκησε περίπου ενάμισι χρόνο• ξεκινήσαμε το 1979 και ολοκληρώσαμε το 1980. Το φιλμ προκάλεσε σκάνδαλο, αλλά πολλοί απόλαυσαν την ταινία. Ζούσαμε μια αλλαγή και μια ταινία (ευθέως επηρεασμένη από το πανκ) δεν είχε ποτέ προβληθεί στην Ισπανία».
Laura
Σκηνοθεσία: Ότο Πρέμινγκερ
Παίζουν: Τζιν Τίρνεϊ, Ντάνα Άντριους, Κλίφτον Γουέμπ, Βίνσεντ Πράις, Τζούντιθ Άντερσον
Περίληψη: Ένας αστυνομικός ντεντέκτιβ αναλαμβάνει την εξιχνίαση της δολοφονίας μιας γυναίκας, η οποία βρέθηκε νεκρή στο ίδιο της το σπίτι. Κατά τη διάρκεια της έρευνας όμως ερωτεύεται το θύμα, το οποίο ξαφνικά εντοπίζει ολοζώντανο.
Ένα από τα καλύτερα φιλμ νουάρ όλων των εποχών, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι,
Ο ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον ερευνά τον θάνατο της Λώρα Χαντ, μιας πανέμορφης κοπέλας που βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της. Ανακρίνει τους υπόπτους, έναν εκκεντρικό κοσμικογράφο, τον Γουόλντο Λάιντεκερ, τον αρραβωνιαστικό της Σέλμπι Κάρπεντερ, την πλούσια θεία της και την πιστή της οικονόμο Μπέσι Κλέαρι. Μέσα από τις μαρτυρίες τους πλάθει στο μυαλό του τον χαρακτήρα της όμορφης κοπέλας. Το πορτρέτο που κρέμεται στο τοίχο του σαλονιού του σπιτιού της τον βοηθά να συνδυάσει τον χαρακτήρα με τη μορφή της και σύντομα ο αστυνομικός θα βρεθεί δέσμιος της ακαταμάχητης γοητείας της νεκρής.
Μέσα μια σειρά αγχωμένες φαντασιώσεις, αγωνίζεται να ανακαλύψει ποιος θα μπορούσε να θέλει το θάνατο μιας κοπέλας που έκανε τους πάντες να την ερωτεύονται με την ευγενική της ψυχή. Μια νύχτα, ενώ βρίσκεται στα μισά των ερευνών του, συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο που θα τον κάνει να αναθεωρήσει όλα όσα έχει μάθει για την υπόθεση.
Οι κριτικές της ταινίας ήταν διθυραμβικές ενώ προτάθηκε για πέντε βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Τελικά, βραβεύτηκε για την Ασπρόμαυρη Φωτογραφία του, ενώ το 1997 αναδείχθηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στην 4η θέση της λίστας με τις καλύτερες ταινίες μυστηρίου όλων των εποχών.
Η Γεύση του Κερασιού (Ta'm e Guilass /Taste of Cherry)
Σκηνοθεσία: Αμπάς Κιαροστάμι
Παίζουν: Χομαγιούν Ερσάντι, Αμπντολραχμάν Μπαγκερί, Αφσίν Χορσίντ Μπαχτιάρι, Σαφάρ Αλί Μοραντί, Μιρ Χοσεΐν Νουρί
Περίληψη: Ένας μεσήλικας έχει αποφασίσει να αυτοκτονήσει και ψάχνει απεγνωσμένα έναν άνθρωπο για να τον βοηθήσει, θάβοντάς τον κάτω από μια συγκεκριμένη κερασιά. Τελικά, βρίσκει έναν ταριχευτή, που για δικούς του λόγους του λέει πως θα το κάνει.
Το βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα αριστούργημα του Αμπάς Κιαροστάμι κυκλοφορεί σε επανέκδοση.
Ο κύριος Μπάντι είναι ένας μεσήλικας που επιθυμεί να αυτοκτονήσει. Προσφέροντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, αναζητά κάποιον να τον βοηθήσει στις τελευταίες του στιγμές και θα μπορούσε να θάψει το σώμα του, όταν καταφέρει να ολοκληρώσει την αποστολή του, ή να τον σώσει αν αποτύχει. Πρώτα απευθύνεται σε έναν Κούρδο στρατιώτη και στη συνέχεια σε έναν Αφγανό φοιτητή, που προσπαθούν να του αλλάξουν γνώμη. Τελικά, συναντά έναν Τούρκο ταριχευτή, που απρόθυμα δέχεται την προσφορά, μόνο επειδή έχει την ανάγκη των χρημάτων, αν και αυτός προσπαθεί να τον πείσει να μην το κάνει.
Ένα ταξίδι με σκοπό την αυτοκτονία ως πρόφαση για μια ταινία για τις επιλογές μας στο ταξίδι της ζωής, δίκαιη βράβευση με Χρυσό Φοίνικα ως επιστέγασμα μιας σπουδαίας φιλμογραφίας, που έβαλε το Ιράν στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη.