Ο σπάνιος Βαν Γκογκ της συλλογής Νιάρχου βγαίνει ξανά στο φως μετά από 36 χρόνια -Η συγκλονιστική ιστορία του πίνακα

Ο σπάνιος Βαν Γκογκ της συλλογής Νιάρχου βγαίνει ξανά στο φως μετά από 36 χρόνια -Η συγκλονιστική ιστορία του πίνακα

Η συναρπαστική ιστορία του σπάνιου Βαν Γκογκ της συλλογής Νιάρχου που επιστρέφει στο φως μετά από 36 χρόνια

Ένα αγαπημένο πορτρέτο του μεγάλου Ολλανδού δημιουργού, που έφυγε από τη ζωή χωρίς να δει ποτέ τα έργα του να αναγνωρίζονται, έρχεται ξανά στο φως. Το έργο του «Αυτοπροσωπογραφία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ με επίδεσμο στο αυτί και πίπα», το οποίο παρουσιάσθηκε στη Γαλλία το 1937 και τελευταία φορά στη Ζυρίχη το 1990, φιλοξενείται στην έκθεση «Γκυστάβ Φαγιέ, Συλλέκτης, Σχεδιαστής: Εικόνες Μοντέρνας Τέχνης» από τις 9 Οκτωβρίου στο Ίδρυμα Louis Vuitton. Ο πίνακας αποτελεί δάνειο των απογόνων του μεγάλου συλλέκτη Σταύρου Νιάρχου, επιλέγοντας να εκτεθεί ξανά στο ευρύ κοινό, ύστερα από αρνήσεις τριάντα έξι ετών…

Ο πίνακας, η σημερινή αξία του οποίου εκτιμάται κάπου μεταξύ διακοσίων και τριακοσίων εκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με σημερινούς υπολογισμούς, είχε αγοραστεί το 1902 από τον Γάλλο συλλέκτη Γκυστάβ Φαγιέ από τον καλλιτέχνη Εμίλ Σουφένεκερ. Εκείνος, σε μία περίοδο οικονομικής ανάγκης τον μεταπώλησε στον έμπορο τέχνης Πωλ Ρόζενμπεργκ με τη συνέχεια να είναι δυσοίωνη. Το 1941, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατασχέθηκε από τις αρχές κατοχής και ένα από τα πιο υψηλόβαθμα στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος, τον Χέρμαν Γκέρινγκ στο Παρίσι, εντοπίστηκε, όμως στη Ζυρίχη το 1945 για να επιστραφεί το 1948 στον νόμιμο κάτοχό του. Μέσα από μία διαδοχή αγοραστών, το 1970 πέρασε στη μελετημένη συλλογή του Έλληνα εφοπλιστή.

Το έργο, που κουβαλά κάτι από τους προσωπικούς δαίμονες ενός μεγάλου πνεύματος της τέχνης, αποτυπώνοντας τον αυτοτραυματισμό του Βαν Γκογκ ολοκληρώθηκε τρεις εβδομάδες μετά το πραγματικό γεγονός τον Δεκέμβριο του 1889 στην Αρλ. Ενδιαφέρον στοιχείο το ότι παρουσιάζει τον επίδεσμο στο δεξί του αυτί και όχι σε αυτό, που αποκόπηκε αληθινά, το αριστερό, καθώς ο ζωγράφος το ολοκλήρωσε παρατηρώντας το είδωλό του στον καθρέφτη.

Η αυτοπροσωπογραφία αυτή, στην πιο ευάλωτη στιγμή του, έχει και μία όμοιά της, φιλοτεχνημένη μερικές ημέρες μετά, χωρίς το στοιχείο της πίπας. Και εκείνη αποκτήθηκε από τον Άγγλο βιομήχανο Samuel Courtauld τον Οκτώβριο του 1928 από τον Πωλ Ρόζενμπεργκ στο Παρίσι, έναντι 10.000 λιρών και πέρασε στη συλλογή-κληροδότημά του, που στεγάζεται στο Λονδίνο, το 1948, μετά τον θάνατό του. Και τα δύο πορτρέτα αποπνέουν μια αίσθηση παραίτησης, αλλά ίσως και της γαλήνης που ακολουθεί την επίγνωση. Τα χαρακτηριστικά είναι τραβηγμένα και το βλέμμα, χαμένο στο βάθος, μοιάζει να υποδηλώνει μια βαθιά θλίψη, μια ορισμένη κόπωση. Ο Βαν Γκογκ επιδιώκει να καθησυχάσει τον αδερφό του, τον στενό του φίλο Πωλ Γκωγκέν και τους οικείους του, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να καθησυχάσει και τον ίδιο του τον εαυτό, να αποδείξει στον εαυτό του ότι η κρίση έχει πλέον τελειώσει και ότι είναι και πάλι σε θέση να εργαστεί. Ακόμη κι ένα φαινομενικά απλό στοιχείο, όπως αυτό της πίπας έχει τον συμβολισμό του. Εκείνη ανήκει στο παρόν, με μία λειτουργία βοηθητική. Καπνίζοντας βρίσκει ξανά μια ορισμένη ψυχική ηρεμία, μετά την ακραία ταραχή των προηγούμενων εβδομάδων. Η πίπα αντιπαρατίθεται, επομένως, στον επίδεσμο, όπως το παρόν στο παρελθόν που έχει πλέον παρέλθει, όπως η ανακτημένη ηρεμία στο δράμα που έχει ξεπεραστεί. Η χρωματική αρμονία στον πίνακα της συλλογής Νιάρχου με το πύρινο φόντο μοιάζει με αυτή την επιθυμία να υπερβεί τις δικές του αντιφάσεις, ώστε να καταλήξει σε μια ζωή γαλήνης.

Στην Αρλ, οι πίνακες πιθανότατα να έγιναν αντιληπτοί από τον κοντινότερο φίλο, τον ταχυδρόμο Ζοζέφ Ρουλάν, καθώς και από τον, επίσης φίλο του καλλιτέχνη και γιατρό, Φέλιξ Ρέυ. Όσο ανησυχαστικά κι αν ήταν, τα δύο έργα αποτελούσαν ισχυρή απόδειξη για το ότι ο Βαν Γκογκ δεν είχε χάσει τίποτα από την καλλιτεχνική του δημιουργικότητα. Και μαζί την αποφασιστικότητά του να ξεπεράσει αυτή την τραυματική εμπειρία.

Μία από τις δύο αυτοπροσωπογραφίες, εκείνη του Courtauld, στον αδερφό του Τεό, τον Μάιο του 1889. Κανείς μόνο να φανταστεί μπορεί το πώς πρέπει να ένιωσε ο Τεό όταν άνοιξε το κιβώτιο και αντίκρισε μια τόσο ξεκάθαρη απεικόνιση του τραυματισμένου αδελφού του. Η αποστολή αυτού του έργου στον αδελφό του στο Παρίσι ενδέχεται να αποτελούσε εν μέρει και μια κραυγή για βοήθεια.

Μέχρι την άνοιξη εκείνου του χρόνου, τα προβλήματα του Βαν Γκογκ είχαν γίνει πλέον πλήρως ορατά. Μετά τη σύντομη ανάρρωσή του στα μέσα Ιανουαρίου του 1889, η ψυχική του κατάσταση επιδεινώθηκε και εισήχθη ξανά στο νοσοκομείο στα τέλη του ίδιου μήνα. Για τους επόμενους μήνες μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο και, τον Μάιο, αισθάνθηκε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να εισαχθεί στο ψυχιατρικό άσυλο στο Σεν Ρεμί ντε Προβανς, αποχωρίζοντας οριστικά τα εξομολογητικά του έργα…

Μια αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στον Gustave Fayet που αγάπησε τα έργα του Van Gogh

Η έκθεση, όμως δεν αφορά αποκλειστικά σε αυτό το ακριβοθώρητο έργο και τη ζωή του Βαν Γκογκ, αλλά στη συνεισφορά ενός σημαντικού συλλέκτη στη μοντέρνα τέχνη.

Ο Γκυστάβ Φαγιέ (1865–1925), συλλέκτης, μαικήνας και ο ίδιος ζωγράφος, ιδιοκτήτης αμπελουργικής έκτασης στην περιοχή Ωντ, είχε συγκεντρώσει μία από τις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές της εποχής του, με σχεδόν ογδόντα έργα του Paul Gauguin και αντίστοιχο αριθμό των μυστικιστικών έργων του Odilon Redon, από τον οποίο είχε παραγγείλει τις διακοσμήσεις που εξακολουθούν να κοσμούν σήμερα το αββαείο του Φοντφρουά. Συνολικά, η έκθεση συγκεντρώνει περίπου επτακόσια εβδομήντα έργα και τεκμήρια, προερχόμενα από εξήντα τέσσερα ιδρύματα και εβδομήντα ένα ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο, ενώ ο Βαν Γκογκ εκπροσωπείται σε αυτό το σύνολο από περίπου δέκα πίνακες.

Υπό τη γενική εποπτεία της Σιλβί Πατρί, επιμελήτριας και ειδικού στην περίοδο 1870–1920, πλαισιωμένης από μια ομάδα συνεπιμελητών, μεταξύ των οποίων η Ανζελίν Σερφ για το Ίδρυμα Louis Vuitton, αλλά και τον σχεδιασμό της έκθεσης από τον Ρόμπερτ Κάρσεν, η έκθεση αναδεικνύει το όραμα και την αντίληψη ενός φιλότεχνου που δεν κινήθηκε από προσωπικές βλέψεις. «Όλα είναι καινούργια σε αυτή την έκθεση», όπως παρατήρησε η ίδια η Patry αναφερόμενη στο εγχείρημα, προσθέτοντας σχετικά με την ιδιοσυγκρασία του Fayet: «Σε αντίθεση με τον Σεργκέι Σούκιν ή τον Σάμιουελ Κουρτώ, εκείνος δεν είχε ποτέ μουσειακές φιλοδοξίες. Είναι η καλλιτεχνική του ευαισθησία που τον καθιστά έναν ξεχωριστό συλλέκτη». Η Σουζάν Παζέ, καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Louis Vuitton, από την πλευρά της εξήρε έναν άνθρωπο που «του άρεσε να παίρνει τα ηνία όπου κι αν πήγαινε».

Ο Βαν Γκογκ και το Ίδρυμα LouisVuitton: Ο αντίκτυπος

Το να πειστεί μια οικογένεια γνωστή για την απροθυμία της στο να δανείζει έργα της με την πρώτη ευκαιρία και μάλιστα για έναν πίνακα τέτοιας αξίας, αποτελεί από μόνο του επίδειξη ισχύος για έναν θεσμό, όπως το Ίδρυμα Louis Vuitton που μετρά μόλις δεκατρία χρόνια ζωής. Ο πίνακας δεν είχε απομακρυνθεί από τον χώρο όπου φυλασσόταν, κυρίως το Kunsthaus της Ζυρίχης, για καμία έκθεση από το 1990, παρά τις, πολυάριθμες αιτήσεις δανεισμού. Μια τέτοια εξασφάλιση, παράλληλα με έργα που προέρχονται από εξήντα τέσσερα ιδρύματα, μεταξύ των οποίων το Musée d’Orsay και το MoMA, τοποθετεί το Ίδρυμα σε μια θέση μουσειακής διαπραγμάτευσης την οποία ελάχιστα ευρωπαϊκά ιδιωτικά ιδρύματα μπορούν να διεκδικήσουν.

Η έκθεση λειτουργεί επίσης ως εργαλείο πολιτιστικής επιρροής για τον όμιλο LVMH, σε μια περίοδο κατά την οποία η μητρική εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στη διεθνή ακτινοβολία του παρισινού Fondation της. Το να καθιστά προσβάσιμο στο κοινό έναν πίνακα τέτοιας σπανιότητας, αντί να περιορίζεται σε μια κλασική αναδρομική έκθεση-μονογραφίας, ενισχύει τη θέση του ως αξιόπιστου συνομιλητή με τις μεγάλες ιδιωτικές συλλογές διεθνώς.

Η έκθεση θα διαρκέσει έως τον Μάρτιο του 2027