Βασίλης Μπούτσικος

Βασίλης Μπούτσικος: «Είναι απελευθερωτικό να μη χρειάζεται να παλεύεις για να σε αποδεχτεί κάποιος»

Ο Βασίλης Μπούτσικος μεγάλωσε προσπαθώντας να είναι το «καλό παιδί», εκείνο που δεν δημιουργεί προβλήματα και ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων. Μεγαλώνοντας, όμως, κατάλαβε ότι αυτή η ανάγκη να είναι πάντα «σωστός» περιόριζε τα δικά του θέλω.

Από τις σπουδές στη Φυσική στα Γιάννενα και τη δουλειά ως οδηγός ταξί μέχρι τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, η διαδρομή του στην υποκριτική δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Σήμερα, ο Βασίλης Μπούτσικος πρωταγωνιστεί στην παράσταση «The Dreamers», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, και μιλά για τις επιλογές που τον διαμόρφωσαν, τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες του επαγγέλματος, τον έρωτα, τη μοναξιά και τις φορές που χρειάστηκε να διεκδικήσει τον χώρο του, χωρίς να προσπαθεί διαρκώς να ικανοποιεί τους άλλους.

«Μεγάλωσα στον Άγιο Στέφανο. Ήμουν το μεσαίο παιδί της οικογένειας. Έχω έναν μεγαλύτερο αδελφό και μια μικρότερη αδελφή. Νομίζω ότι είχα πάντα και τους δύο ρόλους: και του φροντιστή και του φροντιζόμενου.

Στο σχολείο δεν ήμουν ο πιο δημοφιλής. Νομίζω ότι δυσκολευόμουν λίγο με αυτά τα κουτάκια. Ξέρεις, είμαι αγόρι, άρα πρέπει να παίζω μόνο μπάλα, πρέπει να κάνω αυτά τα συγκεκριμένα πράγματα.

Είχα την πολυτέλεια να μεγαλώσω λίγο έξω από την Αθήνα, κοντά στη φύση. Βγαίναμε με τους φίλους μου, κάναμε ποδήλατο, παίζαμε παιχνίδια ρόλων, φανταζόμασταν ότι ήμασταν μάγοι και επινοούσαμε τις δικές μας ιστορίες. Νομίζω ότι πάντα μου άρεσε αυτό το παιχνίδι της φαντασίας.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Η Αθήνα μού φαινόταν σαν να ήταν η μητρόπολη του κόσμου! Ο αδελφός μου, που ήταν μεγαλύτερος, κατέβαινε στα Εξάρχεια, πήγαινε σε metal συναυλίες και, όταν μπήκα κι εγώ σε αυτόν τον κόσμο, ήταν σαν να άνοιξε ξαφνικά μπροστά μου ένα νέο βιβλίο.

Υπήρχαν φορές που περνούσα αρκετό χρόνο στο δωμάτιό μου, διάβαζα, άκουγα μουσική. Μου άρεσε να περνάω χρόνο μόνος μου, αλλά όχι ως αντίδραση ή επειδή ήθελα να κλειστώ στον εαυτό μου. Απλώς, κάποιες φορές, εκεί έφτιαχνα κι εγώ ένα καταφύγιο.

Μετά, φυσικά, γνώρισα κάποιους φίλους, τους οποίους έχω ακόμα και σήμερα, εδώ και είκοσι χρόνια. Ένιωσα ότι με αποδέχονται γι' αυτό που είμαι και όχι γι' αυτό που θα έπρεπε να κάνω για να με αποδεχτούν. Σιγά-σιγά άρχισα κι εγώ να αποδέχομαι ποιότητές μου, που παλιότερα ένιωθα ότι μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο κριτικής.

Δεν μπορώ να πω ότι οι γονείς μου με περιόριζαν στο αν θα βγω ή αν θα κάνω κάτι. Ήταν ένα παραδοσιακό σπίτι, όπου υπήρχαν κάποια όρια. Πρέπει να κάνεις αυτό, πρέπει να κάνεις το άλλο. Μου δημιουργούσε κάποιες φορές μια δυσφορία, ότι πρέπει να μπαίνω σε κάποια κουτάκια για να επιβιώσω.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Επειδή είχα έναν μεγαλύτερο αδελφό, που έβλεπα ότι μπορεί να μην ήταν πολύ καλός μαθητής ή να μη λειτουργούσε όπως έπρεπε, γινόμουν κάπως το καλό παιδί για να μπορέσω να επιβιώσω. Και σίγουρα το θέατρο και η τέχνη δεν είχαν θέση στο σπίτι μου με έναν τρόπο που να με κάνει να νιώθω ότι θα μπορούσα να τα κυνηγήσω επαγγελματικά. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχα επιρροές, απλώς δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα γίνω ηθοποιός. Σε καμία περίπτωση.

Βέβαια, υπήρχε μέσα μου μια δημιουργική φλέβα από μικρός. Έπαιζα κλασική κιθάρα, μου άρεσε να ξεπατικώνω χορογραφίες από βιντεοκλίπ. Ακόμα και τα παιχνίδια με τους φίλους μου είχαν αυτό το στοιχείο της δημιουργίας, αφού συχνά υποδυόμασταν διάφορους ρόλους.

Μεγαλώνοντας βρήκα στοιχεία που το επιβεβαίωναν. Για παράδειγμα, στα δώδεκά μου είχα γράψει ένα θεατρικό έργο, χωρίς να ξέρω καν τι σημαίνει αυτό, απλώς για να το ανεβάσουμε στο υπόγειο ενός φίλου μου.

Άρα μάλλον κάτι υπήρχε προς τα εκεί, αλλά δεν ήταν συνειδητό. Ούτε είχα τις αναφορές για να το καταλάβω. Δεν είχα δει ποτέ θεατρική παράσταση ούτε είχα πάει στον κινηματογράφο.

Στο Γυμνάσιο, η μητέρα ενός πολύ καλού μου φίλου έβλεπε πολύ σινεμά, Κιούμπρικ, ας πούμε, άκουγε μουσική, όπως Pink Floyd και Μάλαμα, και κάπως αυτό μου άνοιξε έναν δρόμο. Να καταλάβω ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Και άρχισα να το εξερευνώ.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Μετά, στη φοιτητική μου ζωή, όταν πήγα στα Γιάννενα να σπουδάσω κάτι εντελώς άσχετο, Φυσική, γνώρισα ανθρώπους με εντελώς διαφορετικές καταβολές και αυτό μου άνοιξε ένα πεδίο που δεν είχα φανταστεί.

Ο πατέρας μου και γενικά η οικογένειά μου είχαν μια παραδοσιακή λογική: να σπουδάσεις κάτι που αργότερα θα σου εξασφαλίσει δουλειά και χρήματα. Όμως εγώ δεν το καταλάβαινα αυτό, δυσφορούσα με αυτή τη σκέψη.

Δεν μπορώ να πω ότι επέλεξα συνειδητά το Φυσικό. Κάπως πήγα με τη λογική του «βλέποντας και κάνοντας». Είναι απίστευτα αγχωτικό και δύσκολο να πρέπει να επιλέξεις στα 18 τι θέλεις να κάνεις με τη ζωή σου, χωρίς καν να έχεις γνωρίσει τον κόσμο.

Ως μεσαίο παιδί, με έναν μεγαλύτερο αδελφό και μια μικρότερη αδελφή, που ήταν το μοναδικό κορίτσι της οικογένειας, έβλεπα ότι ο αδελφός μου μπορεί να «έτρωγε πολύ ξύλο», σε εισαγωγικά, επειδή δεν διάβαζε, επειδή έβγαινε συνέχεια.

Κάπως υιοθέτησα τον ρόλο του καλού παιδιού για να μπορέσω να αποφύγω αυτό το αποτέλεσμα. Μπήκα σε ένα μονοπάτι όπου, για να αποφύγω κάποιες καταστάσεις, περιόριζα και κάποιες δικές μου ανάγκες. Πιστεύω, τώρα που μεγαλώνω, ότι μου έδωσε πολλά πράγματα το γεγονός ότι είχα μια μικρότερη αδελφή, ότι ήμουν κάπως στη μέση και μπορούσα να ελίσσομαι. Αλλά δεν ένιωσα ότι είχα κάποια ιδιαίτερα διαφορετική αντιμετώπιση.

Αυτός ο ρόλος του «καλού παιδιού» με ακολούθησε και στην ενήλικη ζωή μου. Ήμουν ένα σωστό παιδί, ξέρεις. Έχω φορέσει πολλές φορές αυτόν τον ρόλο, το να είμαι σωστός για να είμαι πιο ελεύθερος. Και αυτό με έχει επηρεάσει και αργότερα. Να κάνω αυτό που πρέπει. Πώς θα δει την πράξη μου ο άλλος; Πώς θα επηρεαστεί; Και πολλές φορές αυτό ήταν και φυλακή. Οπότε, όσο μεγαλώνω, προσπαθώ να είμαι όλο και πιο σωστός απέναντι σε αυτό που θέλω, χωρίς να προσπαθώ πάντα να ικανοποιώ κάποιον άλλον.

Γιατί τελικά τα πράγματα συμβαίνουν κάπως στη μέση. Δεν μπορώ εγώ πάντα να σκέφτομαι πώς πρέπει να αντιδράσω για να είμαι σωστός. Θα πω πιο εύκολα «όχι» πλέον και θα κοιμηθώ πιο εύκολα το βράδυ.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Το Φυσικό δεν το τελείωσα ποτέ. Ήμουν στο δεύτερο έτος. Ήμουν, όπως σου είπα, ένας σωστός, καλός φοιτητής, αλλά άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν βρισκόμουν εκεί που ήθελα.

Άρχισε να ξυπνάει αυτό το παιδί που δεν είχε ζήσει την εφηβεία του να πει «δεν γουστάρω πολύ αυτό που συμβαίνει». Και άρχισα να ψάχνομαι.

Στα Γιάννενα υπάρχουν πολλές ομάδες. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, να ψαχτώ. Και μπήκα στη θεατρική ομάδα, εντελώς τυχαία.

Στην αρχή είχε ενδιαφέρον λόγω της κοινωνικοποίησης. Γνώριζα ανθρώπους που είχαν εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που μπορεί να είχαν οι συμφοιτητές μου στο Φυσικό. Και μετά, μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, ξημεροβραδιαζόμουν εκεί. Κάναμε μόνοι μας τα φώτα και τα κοστούμια, καθώς ήταν μια αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα. Γνωρίζαμε ανθρώπους από φεστιβάλ, κάναμε πάρτι. Άνοιξε ένας εντελώς άλλος κόσμος.

Μου έλεγαν ότι αυτό που κάνω το κάνω καλά. Οπότε πήρα μάλλον και μια αποδοχή που δεν είχα αναγνωρίσει ότι την είχα ανάγκη. Και βρήκα ένα ενδιαφέρον που δεν μου το επέβαλλε κάποιος. Ήταν κάτι που ήθελα να κάνω και να μάθω περισσότερα γι' αυτό.

Σε ένα από αυτά τα ταξίδια από τα Γιάννενα στην Αθήνα με το ΚΤΕΛ, είπα στον εαυτό μου ότι θέλω να το σπουδάσω. Να μάθω κάτι περισσότερο.

Οπότε, όταν επέστρεψα στην Αθήνα, έδωσα εξετάσεις και μπήκα στη σχολή. Δεν σκεφτόμουν ακριβώς τι σήμαινε αυτό επαγγελματικά, ως εργασία. Ήθελα να μάθω περισσότερα πράγματα γι' αυτό, να το κάνω, να είναι αυτή η καθημερινότητά μου.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Έκανα και άσχετες δουλειές για να μαζέψω χρήματα, ώστε να μπορέσω να κάνω προετοιμασία για τις εξετάσεις στο Εθνικό. Επειδή ήξερα ότι στο σπίτι μου δεν θα ήταν τόσο αποδεκτό αυτό, το έκανα μόνος μου. Γι' αυτό και δεν έδωσα σε πολλές ιδιωτικές σχολές. Έδωσα σε μία-δύο για να δω πώς είναι οι εξετάσεις, αλλά δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το κάνω αν δεν είχα μπει στο Εθνικό, γιατί εκεί δεν υπάρχουν δίδακτρα.

Στην αρχή τούς ανακοίνωσα απλώς ότι πέρασα. Δεν πέταξαν και τη σκούφια τους. Υπήρχε αυτή η λογική ότι έπρεπε να τελειώσω τη σχολή μου. Αλλά είχα πάρει την απόφαση: «Εγώ αυτό θα το κάνω, τέλος». Και νομίζω ότι οι πρώτες φορές που κάπως αποδέχτηκαν ότι το κάνω σοβαρά ήταν όταν έπαιξα στην τηλεόραση. Ενώ πριν έκανα κυρίως θέατρο, ήταν αυτό το «α, τώρα μάλλον το κάνεις σοβαρά». Λες και πριν δεν ήταν σοβαρό!

Μεταξύ άλλων, δούλεψα και ως οδηγός ταξί. Το έκανα για έναν χρόνο, όταν επέστρεψα από τα Γιάννενα. Είχα δώσει εξετάσεις την πρώτη φορά και ήμουν επιλαχών στη σχολή. Δεν είχα περάσει. Ο αδελφός μου δούλευε ταξί, οπότε κάπως είχα αυτή τη δυνατότητα.

Ήταν ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός. Ήμουν πολύ μικρός. Και ταυτόχρονα, ενώ οι ταξιτζήδες έβγαιναν στην πιάτσα και μιλούσαν για μπάλα και πολιτική, εγώ καθόμουν μέσα και διάβαζα βιβλία θεάτρου για να μπορώ να προετοιμαστώ.

Είχε ενδιαφέρον. Ήταν μια δουλειά πολύ δύσκολη και απαιτητική. Και λόγω των ωραρίων, πόσες ώρες κάθεσαι, αλλά και λόγω της επικινδυνότητας τη νύχτα.

Από εκείνη την περίοδο, κυρίως μου έχει μείνει το πόσο εύκολα μπορεί να μπει μια ηλικιωμένη γυναίκα και να μου λέει πόσο ακριβό είναι το φασολάκι στο σούπερ μάρκετ.

Αλλά και αυτό που λένε, ότι ο ταξιτζής είναι ο δεύτερος ψυχολόγος. Κάποιος μπαίνει μέσα και ξέρει ότι δεν θα σε ξαναδεί ποτέ. Μου είχε μπει μια φορά μια κυρία, που είχαμε μια διαδρομή μισής ώρας, και άρχισε να μου λέει πόσο δύσκολα περνάει στο σπίτι της, πόσο δύσκολα περνάει στη δουλειά της. Και την έπιασαν τα κλάματα, γιατί είδε ότι εγώ θα την ακούσω.

Από τη μία μπορεί να είναι τρομακτικό το ότι κάποιος μπορεί να σου ανοίξει έτσι τον εαυτό του. Από την άλλη, βλέπεις πόσο εύκολα μπορεί να μοιραστεί κάποιος την ιστορία του επειδή υπάρχει αυτή η ανωνυμία. Ότι αυτό που θα πει θα μείνει εκεί.

Υπήρχαν, βέβαια, και άλλες ιστορίες. Θυμάμαι ένα βράδυ που πήρα κάποιους και με πήγαν στο Μενίδι. Κατέβηκε ο ένας και μου είπε να περιμένω λίγο. Περνούσε η ώρα, το ταξίμετρο έγραφε, και κάποια στιγμή μου λέει ο άλλος: «Έχει πάει να πάρει κόκα και έρχεται». Αυτό ήταν λίγο τρομακτικό. Και λόγω ηλικίας, γιατί ήμουν 22 χρονών. Δεν είχα καταλάβει ακριβώς πού τους είχα πάει.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Όπως σου είπα, την πρώτη φορά που έδωσα εξετάσεις στη δραματική σχολή δεν πέρασα -ήμουν πρώτος επιλαχών. Κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, ήμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Ωστόσο, νομίζω ότι έγινε πιο συνειδητό τη δεύτερη φορά που πήγα. Είχα περισσότερο χρόνο, διάβασα κάποια βιβλία. Κατάλαβα ότι δεν ήταν απλώς μια κάψα. Είπα ότι θέλω πραγματικά να το κάνω αυτό. Έγινε λίγο πιο συνειδητό.

Και επίσης με έκανε να καταλάβω ότι κάποια πράγματα είναι καλύτερο να τα αφήνεις να συμβαίνουν όταν είναι να συμβούν. Γιατί αυτό το «θέλω να συμβεί τώρα» και δεν συμβαίνει, και γίνεσαι εμμονικός, δεν σου επιτρέπει να χαλαρώσεις και να να δέχεσαι και όσα σου δίνει η ζωή.

Αυτό μπορεί να γίνει και λίγο «χάπι», ότι «έλα μωρέ, άσ' το, έτσι ήταν να γίνει», γιατί μπορεί τελικά να μην προσπαθήσεις. Αλλά υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα στο «δεν προσπαθώ» και στο «θέλω να επιβάλω αυτό που θέλω».

Σε όλα, ακόμα και σε μια ερωτική σχέση, κάποια πράγματα απλά γεννιούνται. Και όταν πηγαίνεις λίγο με αυτό που σου συμβαίνει, είναι και πιο ξεχωριστό.
Πολλές φορές σκέφτηκα να τα παρατήσω. Γενικά, κάθε φορά διαπραγματεύομαι με τον εαυτό μου το πώς το κάνω και γιατί το κάνω. Από τη μία υπάρχει αυτό το παιδί μέσα μου που λέει ότι έχει μια γοητεία, ότι το επέλεξα γιατί υπάρχει κάτι μαγικό, κάτι που θέλω να ψάξω. Υπάρχει μια αφέλεια.

Μετά έρχεται ο βιοπορισμός. Έρχεται το ότι αυτό είναι το επάγγελμά σου, από αυτό ζεις. Και θα κάνεις κάποιες εκπτώσεις ή κάποιες συνεργασίες που δεν είναι αυτό που φανταζόσουν, επειδή οι λογαριασμοί τρέχουν.

Και έρχονται τα ερωτήματα. Αν είναι να κάνω αυτή τη δουλειά για να φάω, γιατί να μην κάνω μια άλλη δουλειά, ίσως και πιο σίγουρη; Γιατί το κάνω; Τι με γοητεύει σε αυτό;

Και στη σχολή, επίσης, στο δεύτερο έτος, υπήρξε μια στιγμή που σκέφτηκα να φύγω. Όταν μπαίνεις στη σχόλή, έχεις τη λογική «ήμουν καλός, με πήραν, θα μάθω», αλλά μετά βλέπεις ότι πρέπει να δεχτείς την κριτική, να έρθεις αντιμέτωπος με τις δικές σου δυσκολίες.

Θυμάμαι στο δεύτερο έτος, σε ένα μάθημα σκηνογραφίας, βλέπαμε κάτι σε έναν προτζέκτορα. Εγώ καθόμουν πίσω. Κάποια στιγμή σηκώθηκα, πήρα την τσάντα μου, με την απόφαση ότι θα φύγω. Γιατί είχα έρθει αντιμέτωπος με πάρα πολλές δικές μου ανασφάλειες και δυσκολίες. Αλλά δεν έχεις έρθει στη σχολή για να σου λένε ότι είσαι ο καλύτερος. Έχεις έρθει για να μάθεις κάτι. Και θα έρθεις αντιμέτωπος με τις δικές σου ανασφάλειες, γιατί αυτές είναι που σε εμποδίζουν να μάθεις κάτι που δεν ξέρεις.

Οπότε σηκώθηκα όρθιος, με την απόφαση να φύγω, έμεινα πέντε λεπτά όρθιος και ξανακάθισα. Αυτό ήταν. Δεν έφυγα. Αλλά πολλές φορές έχω βρεθεί αντιμέτωπος με το ότι δεν θέλω να κάνω συνεχώς εκπτώσεις απλώς επειδή αυτό είναι το επάγγελμά μου.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Δεν πιστεύω ότι μια παράσταση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Με τίποτα. Αλλά πιστεύω ότι μπορεί να φυτέψει ένα σποράκι σε κάποιον και να πει: «Κοίτα, ρε φίλε, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ αυτό».

Αν είναι απλώς να το κάνουμε για μια αρπαχτή, για να βγάλω χρήματα, για να πω ότι έκανα τη δουλίτσα μου και it's ok, εντάξει, γιατί να μη δουλεύω ταξί στο τέλος της ημέρας;

Όταν λέω «κακή παράσταση» δεν εννοώ αν έχει καλές κριτικές ή αν αρέσει στον κόσμο. Γιατί αν εμείς, που έχουμε φτιάξει κάτι, έχουμε ερευνήσει αρκετά και αυτό θέλουμε να πούμε, δεν με νοιάζει αν κάποιος το θεωρήσει κακή παράσταση. Εμείς κάτι φτιάξαμε και κάπου το απευθύνουμε.

Αυτό που θεωρώ εγώ κακό ή πρόχειρο είναι να έχει γίνει κάτι με τη λογική «έλα μωρέ, πάμε να το κάνουμε να τελειώνουμε». Ότι είναι μια αρπαχτούλα, άλλη μια παράσταση. Αυτό με κάνει να νιώθω ότι προδίδω τον εαυτό μου και ότι κοροϊδεύω και κάποιον άλλον που έχει έρθει και έχει πληρώσει.

Το θέατρο είναι ένας μικρός κύκλος μέσα σε μια κοινωνική πραγματικότητα. Χρειάζεται φυσικά μεγαλύτερη υποστήριξη από το κράτος, μεγαλύτερες επιχορηγήσεις, μεγαλύτερος χρόνος προβών, που αυτό συμπαρασύρει οικονομικά τα πράγματα. Χρειάζεται μεγαλύτερη στήριξη, ώστε να μπορείς να πεις ότι βιοπορίζομαι από αυτό.

Γιατί τώρα, αν μια δουλειά δεν σου εξασφαλίζει τα προς το ζην, δυστυχώς πρέπει να κάνεις και δεύτερη δουλειά. Αυτό σίγουρα προκαλεί εκπτώσεις στον τρόπο που θα δουλέψεις, είτε είσαι σκηνοθέτης είτε ηθοποιός. Γιατί όταν έχεις ανοιχτά δύο μέτωπα και πηγαίνεις από το ένα στο άλλο, αναγκαστικά κάπου η ζυγαριά πέφτει και κάπου ανεβαίνει.

Δεν έχω ζήσει αυτό που έλεγαν παλιότερα, ότι κάναμε πέντε ή έξι μήνες πρόβες. Δεν ξέρω αν μπορούμε να επιστρέψουμε εκεί, γιατί, όπως σου είπα, είναι μια κοινωνική πραγματικότητα. Αλλά με τις δεδομένες συνθήκες δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να συμβεί. Και υπάρχει ένα ερώτημα για το κατά πόσο τελικά χρειάζεσαι όλα αυτά τα μέσα.

Γιατί βλέπεις ομάδες σε πολύ μικρά υπόγεια, που δεν είναι ιδιαίτερα διαφημισμένες, να έχουν να προτείνουν κάτι που με αφορά πολύ περισσότερο από μια πολύ μεγάλη σκηνή, που έχει διαφημιστεί πάρα πολύ. Βέβαια, αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να το έχουν κάνει βάζοντας χρήματα από την τσέπη τους, κάνοντας δέκα άλλες δουλειές για να τα καταφέρουν. Νομίζω ότι πολλές φορές μας αφορά περισσότερο η βιτρίνα παρά η ουσία.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Ναι, έχω πει στο παρελθόν ότι έχω πιάσει πολλές φορές τον εαυτό μου να μικραίνει για να χωρέσει σε μια σχέση. Ξέρεις, κάποιες φορές, όταν έχεις επενδύσει συναισθηματικά κάπου, με τον φόβο να μη μείνεις μόνος σου, να μη χάσεις κάτι που για σένα είναι σημαντικό, μπορεί να μην είσαι πιστός σε αυτό που σου συμβαίνει. Να κάνεις υποχωρήσεις για να διατηρήσεις κάτι που τελικά δεν θα σου προσφέρει αυτό που θα ήθελες.

Γιατί η αγάπη, νομίζω, είναι κάτι στο οποίο επενδύεις. Είναι μια συνάντηση. Θέλει κάματο, για να μπορέσεις να καταλάβεις τι σου συμβαίνει, τι προβάλλεις πάνω στον άλλον και είναι δικό σου, και τι χρειάζεται να δουλέψεις εσύ. Και πολλές φορές έχω μικρύνει για να μη χάσω κάποιον που θεωρώ ότι με επιβεβαιώνει. Η φροντίδα που δίνω, η ενέργεια που δίνω και η ψυχική προσπάθεια τελικά με κάνουν να λέω ότι στα μάτια του άλλου είμαι σημαντικός. Που τελικά, ξέρεις, αυτό δεν είναι ακριβώς συνάντηση. Είναι και λίγο εμμονή στο τέλος.

Εγώ βιώνω τον έρωτα σαν τσεκουριά στο κεφάλι! Εννοώ ότι αυτό σου συμβαίνει. Ο έρωτας με την αγάπη έχει αυτή τη διαφορά. Δεν μπορείς να τον προγραμματίσεις. Ούτε πιστεύω στις ερωτήσεις «είσαι έτοιμος να ερωτευτείς;». Αυτά είναι βλακείες. Είναι κάτι έξω από σένα.

Και επειδή ακριβώς, ετυμολογικά, έχει μέσα του αυτό το «ερωτώ», σου δημιουργεί συνέχεια ερωτήσεις. Σε κάνει να θεωρείς ότι το άλλο πρόσωπο ανοίγει μέσα σου έναν χώρο στον οποίο δεν μπορείς να αντισταθείς.

Στον έρωτα βλέπεις στα μάτια του άλλου τον άνθρωπο που θα ήθελες να είναι, φτιάχνεις μια δική σου ανάγνωση. Όταν όμως αυτό φύγει και δεις τον άλλον όπως πραγματικά είναι, εκεί αρχίζει η πραγματική δουλίτσα. Λες, «ωραία, είμαστε συνοδοιπόροι. Άρα εγώ επιλέγω τον άλλον γι' αυτό που είναι». Που θα έχει χίλια δυο κουσούρια, χίλια δυο άλλα πράγματα που δεν φανταζόμουν, αλλά αυτά με γοητεύουν. Εκεί βλέπεις τον άλλον γυμνό και αρχίζεις κι εσύ να γυμνώνεσαι για να συναντηθείτε. Εκεί ξεκινάει η πραγματική συνάντηση.

Γιατί ο έρωτας έχει και λίγο το σύννεφό του. Σε βλέπω, φοράς αυτή την μπλούζα, άρα αυτό σημαίνει ότι είσαι έτσι. Κάνεις ταξίδια, άρα είσαι κάπως αλλιώς. Όμως κάποια στιγμή αυτό το σύννεφο διαλύεται.

Δεν μειώνω τη δύναμη του έρωτα. Και στα πάντα ο έρωτας μπορεί να υπάρχει. Μπορεί να είναι σε σχέση με το αντικείμενο της εργασίας σου, με την κατάσταση έξω. Δηλαδή, αν εγώ δεν είμαι ερωτευμένος, αν δεν ερωτώ τι συμβαίνει κοινωνικά, είμαι αποκομμένος. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς τον έρωτα.

Αλλά το βάθος και το να αναρωτηθώ πραγματικά πράγματα για μένα, με αφορμή τον άλλον, συμβαίνουν μόνο εκεί που ξεβολεύομαι. Όχι όταν όλα είναι μέσα σε ένα σύννεφο.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Δεν φοβάμαι τη μοναχικότητα. Επιλέγω πολύ συχνά να βγω μόνος μου, να πάω στο θέατρο μόνος μου. Επειδή είμαι σε ένα επάγγελμα όπου συναναστρέφομαι πολύ κόσμο, συνήθως θέλω τον χρόνο μου.

Τη μοναξιά, ναι. Δεν πιστεύω ότι η ζωή μπορεί να υπάρξει χωρίς τους άλλους, χωρίς το μοίρασμα, ακόμα και σε φιλικό επίπεδο. Είναι αβίωτη.

Έχω ελάχιστους φίλους με τους οποίους είμαι έτσι όπως είμαι. Με τα σκατά μου, με τα καλά μου, με όλα. Και με έχουν αποδεχτεί γι' αυτό. Είναι τρομερά απελευθερωτικό να ξέρεις ότι δεν χρειάζεται να παλεύεις για να σε αποδεχτεί κάποιος.

Σε έναν άνθρωπο εκτιμώ πολύ την ειλικρίνεια. Να έχουμε κοινές αξίες, να νιώθουμε ότι είμαστε κάπως συγγενείς σε κάποια πράγματα. Να έχουμε μια κοινή θέαση του κόσμου. Όχι να είμαστε ακριβώς ίδιοι, όμοιοι, αλλά να έχουμε μια κοινή φιλοσοφία.

Το χιούμορ επίσης είναι κάτι που εκτιμώ, όπως και την ευγένεια. Να υπάρχει κάτι που να τον αφορά και να μην είναι μόνο «εντάξει, αδερφέ, θα βγάλουμε τη μέρα». Να τον νοιάζει και λίγο τι συμβαίνει γύρω του. Να μη ζει μόνο για την πάρτη του.

Κάτι που με απωθεί είναι το «θέλω να επιβάλω τον τρόπο που εγώ βλέπω τον κόσμο σε σένα». Γιατί έτσι δεν μπορώ να συναντηθώ πραγματικά με κάποιον.

Από την άλλη, το χιούμορ είναι πολλές φορές απελευθερωτικό. Είναι σαν μια παύση, εκεί που τα πράγματα μπορεί να είναι πολύ ζορισμένα. Κάπως σε κάνει να καταλάβεις ότι, εντάξει, θα περάσει κι αυτό.

Όταν έχω ελεύθερο χρόνο, μου αρέσει να ξυπνήσω χαλαρά, να κοιμηθώ πολύ, να μη χρειάζεται να σηκωθώ με το ζόρι. Να πιω τον καφέ μου, να ακούσω μουσική, να διαβάσω κάτι, να σκρολάρω, να μαγειρέψω. Μου αρέσει όταν φροντίζω τον εαυτό μου. Να μην καταλήξω πάλι στο delivery.

Μου αρέσει να κινηθώ λίγο, να κάνω γυμναστική έξω ή να κάνω κάτι στο σπίτι. Και ιδανικά, αν έχω πολύ χρόνο, να πάω κάπου κοντά στη φύση, στην Αθήνα. Στη θάλασσα, στην Πειραϊκή, ας πούμε, ή να πάω στην Πάρνηθα και να δω πέντε δέντρα.

Έχω καιρό να πάω σινεμά, δυστυχώς. Είδα στο σπίτι όμως τη «Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ», μια ταινία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Παλαιστίνη, το οποίο συνδυάζει τη μυθοπλασία με πραγματικό υλικό. Μου φάνηκε πολύ σημαντικό.

Δεν θέλω να μειώσω τη σημασία των πραγμάτων που μπορεί να συμβαίνουν στον καθένα. Δηλαδή, μια ερωτική απογοήτευση είναι πολύ σημαντική για κάποιον, δεν μπορείς να τη μειώσεις. Αλλά η συγκεκριμένη ταινία με έκανε να καταλάβω ότι, ρε φίλε, συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Δεν μπορώ να στρέφω το βλέμμα μου αλλού.

Από σειρές τώρα βλέπω το «BoJack Horseman». Τελευταία έβλεπα το «The White Lotus», που μου άρεσε πολύ, και το «Succession». Και μία που είδα πέρυσι, η οποία είναι πιο παλιά, είναι το «Six Feet Under». Είναι φανταστική σειρά.

Βασίλης Μπούτσικος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Τι είναι αυτό που παρεξηγούν συχνότερα σε μένα; Κοίτα, από όσα μου έχουν πει, είναι ότι πολλές φορές, ενώ μπορεί να είμαι αρκετά σκεπτικός και να επεξεργάζομαι κάτι, να θέλω λίγο χρόνο για να το μεταβολίσω, μπορεί να φαίνομαι αποστασιοποιημένος, ψυχρός, ντιβάρα.

Μπορεί κάποιος να μου πει ότι είμαι λίγο απόμακρος, ενώ εγώ μέσα μου μπορεί να αγωνιώ για κάτι. Αλλά αυτό μπορεί να με κάνει να φαίνομαι ότι κρατάω μια απόσταση, ότι είμαι λίγο σνομπ, ενώ μπορεί να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο μέσα μου.

Επίσης, πολλοί άνθρωποι, κυρίως οι φίλοι μου, μου έχουν πει ότι τα πρωινά είμαι λίγο δύσκολος. Θέλω λίγο χρόνο. Δηλαδή, μπορεί να μην πω ούτε «καλημέρα», το οποίο το παλεύω! Κάποιες φορές δεν μου αρέσει να μου επιβάλλεται ότι πρέπει, το πρωί μόλις ξυπνήσω, να μπω αμέσως σε ένα συγκεκριμένο mood.

Γι' αυτό και επιλέγω το βράδυ να κοιμάμαι με κλειστό κινητό. Γιατί κάποτε μπορεί να με έπαιρνε κάποιος τηλέφωνο, να απαντούσα και να ήταν ένα τηλεφώνημα για κάποια δουλειά. Και αυτό μου δημιουργούσε περιττό άγχος. Οπότε έχω πει ότι ξυπνάω, κάνω πρώτα δύο-τρία πράγματα σαν ιεροτελεστία και μετά ξεκινάω.

Αν έχω σχέδια για το μέλλον; Το μέλλον το σκέφτομαι περισσότερο στο κοντινό διάστημα, των έξι-επτά μηνών. Πρακτικά, βιοποριστικά. Πώς θα τα βγάλω πέρα, τι δουλειά θα έχω.

Αυτό που μπορεί να φαντάζομαι είναι ότι θέλω να ταξιδέψω πολύ. Θέλω να πάω κάπου που να νιώθω χαμένος, σε μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα -στην Ιαπωνία, ας πούμε.

Για τους The Dreamers

Το έργο έχει ανέβει ξανά θεατρικά, αλλά όχι με αυτή τη διασκευή. Επειδή η ταινία είναι παγκοσμίως γνωστή και εμβληματική, αυτό που προσπαθήσαμε και επιλέξαμε ήταν να μην αντιγράψουμε κάτι. Σίγουρα είδαμε την ταινία και πήραμε κάποιες αναφορές, αλλά επειδή η θεατρική συνθήκη είναι ούτως ή άλλως τελείως διαφορετική από τον κινηματογράφο, προσπαθήσαμε να φτιάξουμε κάτι από το μηδέν, με βάση αυτό που μας δίνει το κείμενο και τη συνθήκη που είχαμε με τον σκηνοθέτη. Ούτως ή άλλως, το θεατρικό έργο είναι πιο κοντά στο μυθιστόρημα. Γιατί πρώτα υπήρξε το μυθιστόρημα, μετά έγινε η ταινία και στη συνέχεια το θεατρικό έργο.

Στην αρχή δεν μπορώ να σου πω ότι δεν σκέφτηκα το γυμνό. Από την άλλη, επειδή υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ μας, νομίζω ότι τελικά δεν είναι κάτι στο οποίο μένεις τόσο πολύ. Κι εγώ δεν το προσέγγισα έτσι. Δεν το είδα ως μια πρόκληση διαφορετική από κάθε καινούργιο project που ξεκινάω, που μπαίνω σε αχαρτογράφητα νερά και προχωράω.

Νικόλας Χαλκιαδάκης, Ινώ Αθανασιάδου, Βασίλης Μπούτσικος

Στον δικό μου ρόλο, του Τεό, το στοιχείο που με γοήτευσε περισσότερο είναι η σχέση με την αδελφή του. Λέμε ότι είναι δίδυμα, αλλά τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Σημαίνει ότι, με έναν τρόπο, αυτοί οι δύο άνθρωποι έχουν μεγαλώσει μαζί.

Εγώ το βλέπω ως μια ιστορία ενηλικίωσης. Την ανάγκη να αποδεχτείς μια θέση στον κόσμο, ενώ συμβαίνουν όλα αυτά που συμβαίνουν έξω, ως αυτόνομη μονάδα. Πολλές φορές αυτό μπορεί να σου δημιουργεί φόβο, να βουτήξεις στα πράγματα.

Όταν έχεις φτιάξει μια πορεία μέσα στη ζωή σου με κάποιον που νιώθεις ότι είναι πάντα εκεί -σε αυτήν την περίπτωση μια δίδυμη αδελφή-, μπορεί οι συνθήκες να σε κάνουν να καταλάβεις ότι πρέπει να πάρεις μια δική σου θέση, έξω από αυτό που έχεις συνηθίσει. Αυτό δημιουργεί και μια σχέση προσκόλλησης, που κάποιες φορές μπορεί να είναι δεσμευτική, γιατί έχεις μάθει να υπάρχεις και μέσα από έναν άλλον άνθρωπο.

Η συνεργασία με τους άλλους δύο συμπρωταγωνιστές είναι πολύ ομαλή. Νομίζω ότι ο ένας βοήθησε τον άλλον, σε έναν βαθμό, και πρακτικά και ψυχολογικά. Ήταν μια αρκετά ομαλή συνεργασία, δεν υπήρχαν εντάσεις.

Με τον Κωνσταντίνο Ρήγο είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζομαι. Αυτό που μου αρέσει είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τα πράγματα ως προκαθορισμένα, σαν να πρέπει απλώς να κάνεις αυτό που θέλει εκείνος. Πολλά από αυτά που είδες έχουν προέλθει από εμάς. Θα ακούσει την άποψή σου, ακόμα κι αν δεν συμφωνεί. Είναι ανοιχτός στα πράγματα, συνεργάζεται.

Νικόλας Χαλκιαδάκης, Ινώ Αθανασιάδου, Βασίλης Μπούτσικος

Για τις σκηνές γυμνού δεν είχαμε κάποιον intimacy coordinator, όπως συμβαίνει συχνά στο εξωτερικό. Αυτά στην Ελλάδα δεν υπάρχουν. Κάνεις ένα άλμα πίστης. Εμπιστεύομαι τη συνθήκη και τους παρτενέρ μου.

Ήταν κάτι με το οποίο ήμουν εξοικειωμένος, αλλά νομίζω ότι, όπως σου είπα και πριν, έχει να κάνει με την κάθε συνθήκη. Δηλαδή, αν πάω σε μια παράσταση ή σε ένα γύρισμα και μου πουν απλώς να βγάλω τα ρούχα μου, χωρίς να αντιλαμβάνομαι ακριβώς το πλαίσιο, δεν νομίζω ότι θα νιώσω άνετα. Αυτό δεν έχει να κάνει ακριβώς με το θέμα του σώματος. Έχει να κάνει με το γιατί. Τι σκοπό εξυπηρετεί. Οπότε μπορεί να νιώσω άβολα, ακόμα κι αν το έχω κάνει άλλες εκατό φορές.

Αν βλέπω διαφορά στους νέους του τώρα με τους νέους του τότε; Δεν ξέρω αν μπορώ να μιλήσω γενικά για το τι συνέβαινε τότε, γιατί δεν ζούσα κιόλας. Με αυτά που γνωρίζω, νομίζω ότι έχει να κάνει σίγουρα με την εποχή, αλλά και με τη χώρα στην οποία βρισκόμαστε. Δηλαδή, βλέπουμε τώρα στη Γαλλία τους φοιτητές να βγαίνουν στους δρόμους για πράγματα που εμείς μπορεί απλώς να σχολιάζαμε μεταξύ μας. Άρα νομίζω ότι έχει να κάνει και με τη νοοτροπία των Ελλήνων, σε έναν μεγάλο βαθμό. Στο έργο υπάρχει και ένα σχόλιο για την αστική τάξη, όπου καθόμαστε, μιλάμε για την πολιτική, για την τέχνη, τελικά δεν κάνουμε τίποτα και φτιάχνουμε ένα δικό μας καταφύγιο.

Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι γενικεύω και λέω πως δεν υπάρχουν άνθρωποι που αντιστέκονται ή πράττουν. Απλώς νομίζω ότι δεν υπάρχει μια συλλογική συνείδηση που θα οδηγήσει σε κάτι μεγαλύτερο. Μεμονωμένα πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αντιστέκονται ή αντιδρούν.

Αισθάνομαι ότι υπάρχει μεγαλύτερη απομόνωση σήμερα. Ιδιωτεύουμε αρκετά. Προσπαθούμε να προστατεύσουμε ένα ιδιωτικό κομμάτι. Γιατί η ζωή είναι αυτή που είναι. Πώς θα τα βγάλεις πέρα; Έχεις τα δικά σου προσωπικά ζητήματα, που κάποιες φορές σε κλείνουν και σε κάνουν να πιστεύεις ότι είσαι μόνος σε αυτό. Ενώ όλοι βιώνουμε τελικά το ίδιο. Απλώς δεν ξέρω αν υπάρχουν αυτοί οι κρίκοι που μας συνδέουν, ώστε να καταλάβουμε ότι μόνο μαζί με κάποιον άλλον μπορείς τελικά να πράξεις. 

Νικόλας Χαλκιαδάκης, Ινώ Αθανασιάδου, Βασίλης Μπούτσικος

Τι ετοιμάζω μετά; Μόλις κατέβει το «The Dreamers», στις 10 Δεκεμβρίου, στο Εθνικό Θέατρο, ξεκινάω στο «Πολύ κακό για το τίποτα» του Σαίξπηρ. Και μετά, από τον Ιανουάριο, ξεκινάει πάλι η σειρά «Το Παιδί», αυτή τη φορά ως μίνι σειρά οκτώ επεισοδίων. Στόχος είναι να προβληθεί το πρώτο πεντάμηνο του 2027. Δεν ξέρω ακριβώς πότε.

Info: Ο Βασίλης Μπούτσικος πρωταγωνιστεί στην παράσταση «The Dreamers», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, στο Σύγχρονο Θέατρο. Υποδύεται τον Τεό, με την Ινώ Αθανασιάδου στον ρόλο της δίδυμης αδελφής του, Ιζαμπέλ, και τον Νικόλα Χαλκιαδάκη στον ρόλο του Μάθιου.

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Σάββατο στις 21:15, Πέμπτη και Κυριακή στις 21:00. Οι τελευταίες παραστάσεις του «The Dreamers» θα πραγματοποιηθούν από τις 25 έως τις 29 Νοεμβρίου, με ώρα έναρξης στις 21:45.

*Η φωτογράφιση πραγματοποιήθηκε στο Βενιαμίν, Πλ. Μεσολογγίου 5, Παγκράτι.