Νάντια Ράπτη: «Δεν είμαστε ποτέ ίδιες κάθε μέρα»
Στον κόσμο της Νάντιας Ράπτη, η μόδα δεν ακολουθεί κανόνες, εξελίσσεται μαζί με εκείνον που τη φορά.
Από το 2012, όταν ίδρυσε το ομώνυμο brand της, η σχεδιάστρια ακολουθεί μια δική της διαδρομή, μακριά από τις επιταγές της τάσης. Οι δημιουργίες της γεννήθηκαν από την ανάγκη να σχεδιάζει ρούχα που δεν περιορίζονται από το αναμενόμενο, αλλά αφήνουν χώρο στην προσωπικότητα.
Οι συλλογές της κινούνται ανάμεσα σε στοιχεία που συνυπάρχουν φυσικά, το θηλυκό με το ανδρόγυνο, η απλότητα με την ένταση, η καθαρότητα με τη λεπτομέρεια. Το μαύρο και το λευκό αποτελούν σταθερές στην αισθητική της και δεν λειτουργούν περιοριστικά, ενώ οι γραμμές και τα υφάσματα δίνουν μορφή σε ρούχα που μπορούν να φορεθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
Ίσως γι’ αυτό οι δημιουργίες της απευθύνονται σε γυναίκες που δεν θέλουν να είναι ίδιες κάθε μέρα.
Τη συναντήσαμε στο showroom της και μιλήσαμε μαζί της για τη διαδρομή της, το brand της και τον τρόπο που βλέπει τη μόδα σήμερα.
Νάντια Ράπτη: «Θέλω να δίνω επιλογές στη γυναίκα»
«Δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα στην αρχή. Πήγα σε διάφορες σχολές, το έψαχνα. Αυτό που ήξερα ήταν ότι ήθελα να μάθω τα ρούχα, μου άρεσαν από το σχολείο. Θυμάμαι στο λεύκωμά μου μού έγραφαν όλοι για τα ρούχα. Κάπως έτσι ξεκίνησε. Μετά πήγα στη σχολή και εκεί άρχισε να ξεκαθαρίζει λίγο περισσότερο μέσα μου.
»Όταν ήμουν στη σχολή, μας έλεγαν ότι είναι ένα πολύ ακριβό σπορ. Τότε δεν υπήρχαν καν τα ελληνικά brands όπως τα βλέπουμε σήμερα. Υπήρχαν οι σχεδιαστές που ξέραμε, τα μεγάλα ονόματα, ο Ασλάνης, ο Τσέλιος, μετά οι Deux Hommes, οι MI-RO που ήταν πιο καινούργιοι τότε. Μας έλεγαν ότι, αν θέλουμε να κάνουμε κάτι δικό μας, επειδή είναι πολύ κοστοβόρο και δύσκολο, καλύτερα να το κάνουμε με κάποιον άλλο μαζί.
»Είχα μια φίλη και της είπα: "θες, όταν τελειώσουμε τη σχολή, να ξεκινήσουμε να φτιάχνουμε ρούχα;" Και μου λέει ναι. Έτσι ξεκινήσαμε μαζί. Το κρατήσαμε περίπου δύο χρόνια.
»Αυτό όμως θέλει πολύ τρέξιμο. Πολύ αφοσίωση. Να μην σκέφτεσαι ότι τα χρήματα που δίνεις θα τα πάρεις πίσω. Να επενδύεις χωρίς εγγύηση. Εγώ τότε δεν το σκεφτόμουν έτσι. Δούλευα βράδυ, πήγαινα να μάθω, δεν με ένοιαζε. Δεν πήγαινα για ένα μάθημα και τέλος. Ήμουν όλη μέρα έξω, στα μαθήματα, στα ιδιαίτερα, μετά στη δουλειά. Έχω μάθει να πίνω τον καφέ μου σε πλαστικό γιατί δεν μπορούσα να κάτσω κάπου να τον πιω. Ήμουν ένα κινούμενο ταξί. Αλλά μου άρεσε αυτό.
»Μετά η φίλη μου το άφησε και είπα θα το κάνω μόνη μου. Δεν ήξερα τι θα γίνει. Κάπως το ένα έφερε το άλλο. Άρχισα να φτιάχνω ρούχα, μου άρεσαν, τα έφτιαχνα μόνη μου από πριν έτσι κι αλλιώς, σχέδια, πατρόν, όλα.
»Στην αρχή δεν μου έδιναν σημασία. Οι μεγάλοι υφασματάδες και οι προμηθευτές ήταν μαθημένοι να δουλεύουν με μεγάλες ποσότητες. Ούτε που με βλέπανε. Ήταν άλλη κλίμακα. Μετά βρέθηκα σε ένα συνεργείο με μοδίστρες που με βοήθησε. Μου είπαν: αν πας σε έκθεση, θα σου φτιάξουμε λίγα κομμάτια. Μου έδειξαν τη διαδικασία, πώς λειτουργεί, και κάπως έτσι ξεκίνησα.
»Θα έλεγα ότι αυτό που κάνω είναι μαύρο-άσπρο. Όχι μόνο σαν χρώμα, αλλά και σαν διάθεση. Δεν τα θεωρώ αντίθεση. Αυτά λειτουργούν παράλληλα. Ποτέ δεν είμαστε ίδιοι κάθε μέρα. Δεν είσαι κάθε μέρα το ίδιο χαρούμενος, το ίδιο συγκροτημένος, το ίδιο οτιδήποτε.
»Θέλω να δίνεις τη δυνατότητα στη γυναίκα να έχει πάντα κάτι να φορέσει. Σήμερα να είναι λίγο πιο χαλαρή, αύριο λίγο πιο γυναίκα, μεθαύριο κάτι άλλο. Να μπορεί να το φορέσει και πιο αυστηρά και πιο χαλαρά. Όλα λειτουργούν παράλληλα μέσα στον δικό μου κόσμο.
»Έχω μια προσωπικότητα στο μυαλό μου όταν σχεδιάζω. Δεν είναι ένα άτομο. Μπορώ να δω κάποια και να πω αυτό θα της πήγαινε. Μπορώ να δω μια άλλη και να σκεφτώ κάτι άλλο. Υπάρχει μια κοινή γραμμή, αλλά όλοι έχουμε κάτι μέσα μας.
»Το μαύρο και το λευκό μου προκαλούν μια ηρεμία. Δεν τα βαριέμαι. Μου δίνουν τη δυνατότητα να νιώθεις πάντα κομψός χωρίς να είσαι επιτηδευμένος. Μπορεί να έχεις όγκους, γραμμές, ένταση, αλλά και πάλι να είναι καθαρό.
»Μου αρέσουν πάρα πολύ τα υφάσματα. Μου αρέσει να τα πιάνω. Δεν ξεκινάω πάντα από εκεί, μπορεί να σκεφτώ πρώτα το ρούχο, αλλά αν δω κάτι, έναν πλεκτό, ένα ύφασμα, μπορεί να αλλάξει τελείως αυτό που είχα στο μυαλό μου. Θέλω το αποτέλεσμα να είναι ωραίο στα δικά μου μάτια. Αλλά η γραμμή είναι εξίσου σημαντική. Ένα καλό ύφασμα χωρίς καλή γραμμή δεν κάνει καλό ρούχο, και το αντίθετο. Είναι ισορροπία.
»Δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες στα ρούχα. Εξαρτάται τι θέλεις να κοιτάξεις: την ποιότητα, τη γραμμή, τη χρήση, την τιμή. Υπάρχουν καλοί και κακοί πολυεστέρες, όπως υπάρχουν ακριβά και φθηνά μετάξια. Αν μια σύνθεση έχει και λίγο πολυεστέρα, δεν έγινε κάτι. Παίζει ρόλο πώς το χρησιμοποιείς. Υπάρχουν υφάσματα που τσαλακώνουν εύκολα, άλλα που στρώνουν καλύτερα. Εμένα μου αρέσουν οι φυσικές ίνες, αλλά δεν είμαι απόλυτη.
»Η ελληνική μόδα έχει αλλάξει. Πλέον τα brands έχουν αρχίσει να αποκτούν ταυτότητα και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Καταλαβαίνεις τι είναι τι. Και οι γυναίκες ψωνίζουν αλλιώς. Προσέχουν, παρατηρούν, έχουν περισσότερα ερεθίσματα. Τα social media έχουν παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτό.
»Τα social media έχουν αλλάξει και τον τρόπο που φοράμε τα ρούχα. Παλιά έπαιρνες ένα ρούχο και το φορούσες πολλές φορές. Τώρα το βλέπει ο κόσμος σε μια φωτογραφία και μετά δεν θέλεις να το ξαναφορέσεις τόσο σύντομα. Έχει γίνει πιο καθημερινό.
»Δεν θα έβγαζα κάποιο trend έξω. Όλα γυρίζουν. Το βλέπεις συνέχεια. Ακόμα και πράγματα που δεν περίμενες επιστρέφουν.
»Μου αρέσουν οι καθαρές γραμμές, αλλά θέλω να υπάρχει και ένα σπάσιμο. Μια λεπτομέρεια. Κάτι που να μην φωνάζει, αλλά να το καταλαβαίνεις».
Το κομμάτι που δεν πρέπει να λείπει από καμία γυναικεία γκαρνταρόμπα και το μαγιό που κολακεύει
Δεν θα μπορούσε να λείπει από τη συζήτησή μας με τη Νάντια Ράπτη το τι μένει τελικά σε μια γκαρνταρόμπα αλλά και το διαχρονικό ερώτημα γύρω από το μαγιό και το τι σημαίνει πραγματικά «κολακεύει».
«Ένα κομμάτι που δεν πρέπει να λείπει από καμία γυναικεία γκαρνταρόμπα είναι το μίντι φόρεμα. Το φοράς παντού. Μπορείς να το κάνεις όπως θέλεις. Και γενικά, με απλά πράγματα μπορείς να κάνεις ένα look να δείχνει αλλιώς, ένα ωραίο γυαλί, ένα αξεσουάρ, ένα παπούτσι.
»Στα μαγιό δεν πιστεύω πολύ στους "σωματότυπους" όπως τους λέμε. Το ολόσωμο, σε γενικές γραμμές, ωστόσο τις κολακεύει όλες. Δηλαδή, μια petite γυναίκα, αν βάλει το σωστό ολόσωμο, μπορεί να δείχνει υπέροχη. Αν είναι σωστά κομμένο, αν ανεβαίνει λίγο στο πόδι, αν δεν "κόβει} το σώμα χαμηλά, μπορεί να μακρύνει τη σιλουέτα. Αν όμως το κατεβάζεις χαμηλά και κλείνει πολύ, μπορεί να κονταίνει το πόδι και να σε "μαζεύει". Οπότε και πάλι, δεν είναι μόνο το είδος του μαγιό, είναι πώς είναι κομμένο. Είναι εύκολο να πεις σε μια γυναίκα ότι κάτι δεν της πάει, ενώ εκείνη μπορεί να νιώθει ωραία με αυτό. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Να νιώθει καλά. Να την κολακεύει με τον τρόπο που το βλέπει εκείνη.
»Αν κάτι δεν της πηγαίνει, θα της το πω. Αλλά με σεβασμό. Δεν θέλω κάτι δικό μου να μην της πηγαίνει ή να μην την κολακεύει.
»Η έμπνευση μπορεί να έρθει από παντού. Μπορεί να δω κάτι πολύ μικρό: ένα σκουλαρίκι, μια λεπτομέρεια και να μου μείνει. Να το δουλέψω μετά.
»Στο τέλος, πάντα καταλήγω στα πιο απλά. Μπορεί στην αρχή να μου αρέσει κάτι πιο έντονο, αλλά τελικά θα φορέσω το πουκάμισό μου, το τζιν μου, κάτι καθαρό.
»Στο τέλος αυτό που θέλω είναι απλό. Να νιώθει ωραία η γυναίκα με αυτό που φοράει. Να νιώθει καλά. Γιατί αυτό φαίνεται. Αυτό εκπέμπεται...»