Soteur

Soteur: «Δεν μετράω την επιτυχία σε χρήματα, αλλά σε ελευθερία»

Για τον Soteur, η τέχνη δεν είναι απλώς εικόνες αλλά τρόπος ζωής. Ο ίδιος μας μιλάει για την καθημερινότητα στην Αθήνα, την ελευθερία, την ηρεμία και τη δημιουργική πειθαρχία και μας δείχνει πώς η προσωπική σύνδεση με τον χώρο, τον χρόνο και τη δουλειά μας μπορεί να γίνει πηγή έμπνευσης.

Ο Soteur, κατά κόσμον Σωτήρης Φωκέας, δεν μετρά την επιτυχία με χρήματα ή τίτλους, αλλά με ηρεμία, ελευθερία και τη δυνατότητα να ζει πλήρως την καθημερινότητά του. Η τέχνη του λειτουργεί ως μέσο αυτοέκφρασης και σύνδεσης με τον κόσμο γύρω του, ενώ η Αθήνα δεν είναι απλώς σκηνικό αλλά πηγή έμπνευσης και δημιουργικής ενέργειας.

Ο ίδιος μάς καλωσόρισε στο νέο Studio Lavra, που έχει ανοίξει μαζί με τρεις ακόμα εικαστικούς -τους Bassment Rats, George Chionis και Mark Hit...

«Να σας καλωσορίσω στο νέο μας studio-εργαστήριο, το οποίο εγκαινιάσαμε τα περασμένα Χριστούγεννα και είναι επισκέψιμο για το κοινό. Λειτουργούμε σαν open studio, δηλαδή εδώ είναι το εργαστήριό μας, αλλά κατά καιρούς θα κάνουμε και εκθέσεις, workshops και άλλα ωραία πράγματα.

Είμαστε τέσσερα άτομα εδώ και είναι σαν να έχουμε φτιάξει τη δική μας κοινότητα καλλιτεχνών. Με τα παιδιά εδώ, είμαστε πολύ αγαπημένοι, συνεργαζόμαστε χρόνια και ταιριάζουμε πολύ -παρότι οι δουλειές μας είναι διαφορετικές. Γιατί όλους μας ενδιαφέρει να συνεργαζόμαστε με ανθρώπους που θα κάνουμε και καλή παρέα, να συνεργαζόμαστε και θα συνεννοούμαστε. Ο εγωισμός του καλλιτέχνη δεν μας ενδιαφέρει, οπότε έχουμε ταιριάξει σε αυτό το πιο χαλαρό.

Soteur/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Μεγάλωσα στην Κηφισιά. Από μικρός έκανα πρωταθλητισμό στις πολεμικές τέχνες και το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου ήταν αυτό. Οπότε, είχα άπειρη ενέργεια, την οποία διοχέτευα κυρίως εκεί. Ζωγράφιζα, αλλά όχι κάτι σπέσιαλ. Δεν ήμουν ποτέ το παιδάκι που θα έλεγε κανείς “ουάου, τι καλά που ζωγραφίζει, τι ταλεντάρα είναι αυτή”. Ωστόσο, πάντα μ' άρεσε.

Μέχρι που ανακάλυψα το graffiti σαν έννοια, σε ένα βιβλίο που μου πήρε η μάνα μου από ένα βιβλιοπωλείο. Εκεί έπαθα σοκ. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τέχνη που μου φαινόταν ότι έχει ενδιαφέρον. Γιατί, μέχρι τότε βαριόμουν αυτά που έβλεπα σαν παιδάκι, δεν μου έκανε εντύπωση το τοπίο ή το ποτρέτο. Όταν είδα βιβλίο με graffiti και είδα φουλ ωραία χρωματάκια, περίεργα σχέδια, έτσι πιο περίεργα, cool φωτογραφίες με cool τυπάκια και όχι τον κλασικός γέρος με τον μπερέ, μου έκανε εντύπωση.

Το graffiti για μένα είναι και πολύ παιδικό-εφηβική τέχνη. Έχει αυτό το παράνομο μέσα, που είναι λίγο ιντριγκαδόρικο. Βάζεις ψευδώνυμο, δεν δείχνεις το πρόσωπό σου… σαν υπερήρωας, ξέρω εγώ. Σαν λέμε ότι πάω σχολείο και είμαι ο Σωτηράκης, αλλά το βράδυ είμαι ο Soteur!

Πορώθηκα λίγο με αυτό και άρχισα να αντιγράφω graffiti -και στο χαρτί και σε τείχο- αλλά και κόμιξ, γιατί αντιγράφοντας μαθαίνεις. Κάπου εκεί άρχισα να φτιάχνω χαρακτήρες.

Καθώς μεγάλωνα, με ενθουσίαζε η ιδέα να γίνω καλλιτέχνης. Όταν φανταζόμουν τον εαυτό μου μεγάλο, μου φαινόταν πιο cool να είμαι καλλιτέχνης, παρά οτιδήποτε άλλο. Δεν ήμουν ποτέ, νομίζω, money-oriented άνθρωπος. Γι’ αυτό, αποφάσισα να ασχοληθώ με τα καλλιτεχνικά. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα βγάλω πολλά λεφτά, αλλά με ενδιέφερε να είμαι ανεξάρτητος.

Επίσης, το άλλο -που δεν ξέρω αν παίζει ρόλο ψυχοθεραπευτικά- είναι ότι η τέχνη ήταν το μόνο πράγμα που μου είπαν οι γονείς μου “όχι”. Οπότε εγώ είπα: αυτό θα κάνω!

Έδωσα για την Καλών Τεχνών και μπήκα με την πρώτη -με πολύ κόντρα, επανάσταση και τσαμπουκά. Έκανα προετοιμασία, φροντιστήρια και τα λοιπά. Μπήκα με την πρώτη, που θεωρείται πάρα πολύ δύσκολο. Αλλά πιστεύω ότι η πειθαρχία και η ψυχραιμία που είχα από τις πολεμικές τέχνες με βοήθησαν.

Ο λόγος που πολλοί δεν μπαίνουν με την πρώτη είναι γιατί πανικοβάλλονται στις εξετάσεις. Οι εξετάσεις είναι πολύ περίεργες: μόνο σχέδιο δίνεις και σχεδιάζεις σε πέντε μέρες. Εγώ το αντιμετώπισα λίγο σαν αθλητής. Και είχα δουλέψει πολύ, είχα κάνει πολύ “προπόνηση” στα καλλιτεχνικά, όπως στις πολεμικές τέχνες.

Soteur/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Μπήκα λοιπόν στην Καλών Τεχνών. Εκεί άνοιξε ένας εντελώς άλλος κόσμος, πέρα από κόμιξ και graffiti. Άρχισα να μαθαίνω περισσότερα, να διαβάζω, να ανακαλύπτω άλλες τέχνες που δεν ήξερα: performance, installation, βίντεο και πολλά άλλα.

Ήμουν καλός φοιτητής, “φυτουκλάκι”. Ήμουν πάντα της άποψης ότι, ξέρεις, αφού “επαναστάτησα” και πάλεψα γι’ αυτό, πρέπει να αποδείξω ότι το’ χω και ότι είμαι καλός και να πάω κόντρα στο στερεότυπο του “καλλιτέχνης θα πεθάνεις στην ψάθα”, που μου λέγαν.

Τελειώνω την Καλών Τεχνών, κάνω εκθέσεις, είμαι ενεργός. Ωστόσο, επειδή έπρεπα να βιοποριστώ, έκανα διάφορες δουλειές. Κάποια στιγμή βρέθηκα στη Red Bull να δουλεύω στο μάρκετινγκ -πρώτα part time και ύστερα από προαγωγή full time.

Βέβαια, πάντα μ’ "έτρωγε" το ότι δεν είμαι χαρούμενος και ότι δεν κάνω την τέχνη μου. Έλεγα ότι είναι σαν να έχω ένα αγκάθι μέσα μου. Δεν κοιμόμουν καλά. Και πάντα με κρατούσε το ότι είχα μια πάρα πολύ καλή δουλειά, με πάρα πολύ καλές προοπτικές, πολύ καλά λεφτά, πάρτι, καλοπέραση, ταξίδια στο εξωτερικό, ξέρεις όλα αυτά. Πολύ cool.

Ωστόσο, κάποια στιγμή αποφάσισα να πάρω τη μεγάλη απόφαση και να παραιτηθώ από τη Red Bull, για να γίνω freelancer καλλιτέχνης. Παραιτούμαι, υπερ-yolo, δεν ήξερα τι να κάνω, πού να πάω. Δεν είχα μπούσουλα καθόλου.

Εκεί σκέφτηκε ότι, για να ξανασυνδεθώ με τον κόσμο της τέχνης -παρά το γεγονός ότι πρακτικά δεν είχαν αλλάξει και πάρα πολλά πράγματα- αποφάσισα να δώσω για το μεταπτυχιακό στην Καλών Τεχνών, όπου εκεί βρήκα τον χαρακτήρα μου.

Soteur/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Στο μεταπτυχιακό, όταν έψαχνα τι διπλωματική θα κάνω, επειδή ήθελα να εξερευνήσω όλο το κομμάτι της performance, αλλά και επειδή με ενδιέφερε πολύ το graffiti, η street art και η pop art, αποφάσισα ότι το έργο μου θα είναι να δημιουργήσω μια περσόνα καλλιτέχνη. Αυτός ο καλλιτέχνης θα κάνει pop art, εμπορική τέχνη και τέχνη που αρέσει στο ευρύ κοινό. Πάντα με ενδιέφερε η τέχνη μου να μπορεί να την καταλάβει και ο μπαμπάς μου, που δεν ξέρει τίποτα από τέχνη. Το να κάνεις τέχνη μόνο για την τέχνη και να την καταλαβαίνουν μόνο οι κουλτουριάρηδες ποτέ δεν με ενδιέφερε.

Οπότε λέω: θα δημιουργήσω έναν χαρακτήρα που θα κάνει αυτόν τον τύπο τέχνης και θα μιλάει για το πώς βιοπορίζεσαι στην Ελλάδα ως καλλιτέχνης -κάτι που με προβλημάτιζε πάρα πολύ.

Και εκεί έφτιαξα τον Soteur και βρήκα και το στιλ μου, που τώρα είναι αναγνωρίσιμο, με τα πολύ έντονα χρώματα, τις καθαρές γραμμές κ.λπ. Με ενδιέφερε να είναι κάτι εύπεπτο και εύκολο, που θα αρέσει στους περισσότερους, χωρίς αναγκαστικά να έχει κάποιο τρελό βάθος σε πρώτη ανάγνωση.

Οπότε, τα έργα που έκανα τότε ήταν κυρίως για να σχολιάσω το πώς βιοπορίζεσαι σαν καλλιτέχνης, πώς είναι η ζωή ενός επαγγελματία καλλιτέχνη σήμερα, πώς ζει, πώς πληρώνει το νοίκι του. Πράγματα που δεν τα πολυέβλεπα τότε και ήταν σαν αστικός μύθος.

Δηλαδή, οκ, πούλησες έναν πίνακα, αλλά κάθε μήνα πρέπει να πληρώνεις το νοίκι σου, το σούπερ μάρκετ σου… Πώς τα πληρώνεις αυτά; Εκεί ξεκίνησα να τα σκέφτομαι όλα, γιατί ο στόχος μου ήταν να βιοποριστώ μόνο από την τέχνη μου. Δεν έχω κάποια καβάτζα, ξέρεις, δεν έχω 2 Airbnb να μου φέρουν εισόδημα.

Soteur/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Έτσι, κατέληξα να κάνω πολλές εμπορικές δουλειές ως εικαστικός, συνεργασίες με brands, πολλά τέτοια πράγματα. Με εργαλεία και γνώση που είχα από τη δουλειά μου στο μάρκετινγκ, η οποία ήταν ένα τρομερό σχολείο. Παρότι στην αρχή μου φαινόταν ότι θέλω να φύγω τρέχοντας από αυτό και να μην το ξαναδώ ποτέ, ήταν τρελό σχολείο -και από άποψη εκπαίδευσης και από άποψη επαφών.

Ήμουν φουλ χαρούμενος και είμαι ακόμα. Ήταν τρομερά δύσκολο το να καταφέρω να βιοποριστώ σαν καλλιτέχνης. Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, αλλά ήταν τέλεια χρόνια. Ακόμα και στα πολύ δύσκολα, στα “δεν έχω λεφτά”, ήμουν φουλ δημιουργικός. Κατάλαβα ότι είχα ανθρώπους γύρω μου που μ’ αγαπάνε και με στηρίζουν. Δεν ήμουν κρεμασμένος μόνος μου.

Όταν δεν είχα, είχα μια οικογένεια που με στήριξε, φίλους που με στήριξαν, ο αδερφός μου με έχει στηρίξει πάρα πολύ. Και δεν νομίζω ότι γίνεται αλλιώς να ζήσεις σαν καλλιτέχνης. Στην αρχή, ποιος θα σε στηρίξει; Οι φίλοι σου, είτε οικονομικά, είτε αγοράζοντας τα πρώτα σου έργα, είτε σου δίνουν καβάτζα για το νοίκι μέχρι να τους το επιστρέψεις. Ήταν πολύ όμορφο το support που είχα γύρω μου. Αυτό έρχεται και λίγο αντίθετα με την όλη έννοια του καλλιτέχνη που λέγαμε πριν: ότι είναι ένας μοναχικός τύπος σε ένα υπόγειο που μια μέρα θα τον ανακαλύψουν και θα βγάλει εκατομμύρια μετά θάνατον.

Δεν είναι έτσι. Δεν είναι μοναχικός ο καλλιτέχνης. Είμαστε άνθρωποι που συνυπάρχουμε, ζούμε σε μια κοινωνία, πρέπει να είμαστε κοινωνικοί, πρέπει να επικοινωνούμε, πρέπει να συνδεόμαστε.

Soteur/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Πόσο πιθανό είναι στην Ελλάδα του 2026 ένας καλλιτέχνης να βιοπορίζεται μόνο από την τέχνη του; Εγώ αυτό κάνω και έχω και συναδέλφους και φίλους που το κάνουν αυτό. Το πρόβλημα δεν είναι αν γίνεται. Το πρόβλημα είναι ότι είναι χαμηλό το ταβάνι γιατί είμαστε μικρή χώρα. Πέρα από το κομμάτι της παιδείας -που, αν και δεν είχαμε ιδιαίτερη καλλιτεχνική παιδεία σαν χώρα, τώρα χάρη στο ίντερνετ αυτό αλλάζει- είμαστε και λίγοι. Εκτός αν ξεπεράσεις τα ελληνικά σύνορα. Αν έκανα την οποιαδήποτε άλλη δουλειά και δούλευα τόσο σκληρά όσο δουλεύω τώρα, θα έβγαζα πολύ περισσότερα.

Επίσης, ακόμα ένα άλλο πρόβλημα της κουλτούρας μας είναι ότι πρέπει να δουλέψεις πολύ τσάμπα για την προβολή. Γιατί η προβολή είναι βασικό κομμάτι της δουλειάς. Η αναγνωρισιμότητά μου σαν καλλιτέχνης ανεβάζει και την αξία μου. Οπότε λες: πώς θα αποκτήσω προβολή αν δεν δουλέψω; Θα δουλέψω τσάμπα ή θα δουλέψω για πολύ λίγα. Είναι περίεργο.

Και μετά αρχίζει το δίλημμα: “χαλάς την πιάτσα αν δουλεύεις τσάμπα;”, “ποιος δουλεύει και ποιος όχι;”, “πρέπει να παλέψουμε για τα δικαιώματά μας;”. Είναι ένα περίεργο μπέρδεμα.

Ωστόσο, εγώ δεν θα πάω ποτέ να ζητήσω έναν φρέντο εσπρέσο τσάμπα. Να πω “για την προβολή, κύριε, θα πίνω τον καφέ σας έξω και θα με βλέπουν. Eίμαι ο Soteur και έχω 10.000 followers…” δεν γίνεται αυτό.

Το παράδειγμα του καφέ το φέρνω σε όλα. Αργεί να με πληρώσει ο άλλος, η διαφημιστική, και σου λέει “πληρώνω σε 4 μήνες”. Σκέψου να πάω να πάρω καφέ από τη γωνία και να πω “θα ξανάρθω σε 4 μήνες να σου δώσω τα 2 ευρώ”. Ποιος θα το δεχτεί αυτό; Κανείς.

Soteur/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Ναι, κάνω και doodles. Δηλαδή, η λογική είναι ότι τα έργα μου ξεκινούν από εκεί. Και στα workshops που κάνω, όταν εξηγώ τον τρόπο που δουλεύω, από τα doodles ξεκινάω. Doodles είναι το αυθόρμητο σχέδιο, αυτό που κάνεις χωρίς να σκέφτεσαι. Εμένα, βέβαια, στο μυαλό μου είναι doodles με αρκετά παραπάνω επίπεδα, παραπάνω layers, ώστε να καταλήγει να φαίνεται κάτι πιο ολοκληρωμένο.

Αλλά πιο πολύ χρησιμοποιώ τη λογική του doodling ως δημιουργική διαδικασία στη δουλειά μου. Γενικά, δεν τα πάω καλά με τις ταμπέλες, αλλά αν σε βοηθάει να το καταλαβαίνεις έτσι, δεν με ενοχλεί.

Είναι αντίστοιχο με το graffiti. Εγώ δεν θεωρώ ότι είμαι graffiti artist ή street artist. Αλλά, αν βοηθάει να λέμε "ο Σωτήρης ο street artist" για να συνεννοηθούμε, εντάξει. Όπως κι εσύ δεν είσαι μόνο δημοσιογράφος, αλλά το λέμε για να καταλαβαινόμαστε.

Θα με χαρακτήριζα εικαστικό. Δημιουργικό άνθρωπο. Οι ταμπέλες για μένα είναι απλώς εργαλεία για να συνεννοούμαστε. Δεν θέλω να περιορίζομαι. Δεν θέλω να κάνω μόνο πίνακες, ούτε μόνο κεραμικά ή κάτι συγκεκριμένο. Θέλω να μπορώ να κάνω τα πάντα. Θέλω να μπορώ να ξυπνήσω αύριο και να κάνω χοροθέατρο. Γιατί όχι; Αν το προσεγγίσω με έναν τρόπο που μου ταιριάζει, γίνεται

Η ανάγκη μου είναι να δημιουργώ, να εκφράζομαι και να συνδέομαι. Αυτό μπορεί να βγει με χίλιους δυο τρόπους. Υπάρχουν και περίοδοι που δεν ζωγραφίζω καν. Μπορεί να ασχολούμαι, ας πούμε, με τη διατροφή μου -να διοχετεύω τη δημιουργικότητά μου στο να μαγειρεύω ωραία. Κι αν ερωτευτώ; Σιγά μην έρχομαι εδώ να ζωγραφίζω. Θα είμαι όλη μέρα με τον άνθρωπό μου και θα σκέφτομαι τον έρωτα. Εκεί διοχετεύω τη δημιουργικότητά μου.

Είμαι και ο Soteur, είμαι και ο Σωτήρης που δούλευε στο marketing. Είμαι και ο ζωγράφος, είμαι και ο μάγειρας, είμαι και ο ερωτευμένος, όλα είμαι. Τι επιλέγω να δείξω κάθε φορά είναι που έχει σημασία. Οι περσόνες είναι ένα πολύ ωραίο σύστημα έκφρασης και διαχείρισης και αυτοπροστασίας.

Το παράδειγμα που μου αρέσει πολύ να λέω είναι ότι, όταν είσαι με τον σύντροφό σου, είσαι αλλιώς από ό,τι όταν είσαι με τη μάνα σου. Επίσης, τώρα εδώ στα λέω σαν καλλιτέχνης. Άμα πάμε για μπίρες θα στα λέω σαν φίλος. Άμα πάω να γνωρίσω τους γονείς της συντρόφου μου θα είμαι αλλιώς.

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Την αγαπάω πολύ την Αθήνα και παράλληλα τη μισώ κιόλας, ρε παιδί μου. Δηλαδή, είναι ζούγκλα, αλλά τη θεωρώ μεγάλο κομμάτι μου. Μ’ αρέσει αυτό το χάος, μ’ αρέσει αυτή η ένταση, ακόμα κι όταν γκρινιάζω, Νιώθω ότι ακόμα με εμπνέει και μπορώ να το διαχειρίζομαι όλο αυτό.

Και το πιο βασικό απ’ όλα, για μένα, είναι το φως. Αυτό είναι… το φως. Ο ήλιος της Αττικής. Δεν το έχω δει πουθενά αυτό το πράγμα. Με σοκάρει το πόσο ωραίος είναι. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο, αλλά αυτό το φως δεν το έχω βρει πουθενά. Μου δίνει τόση ενέργεια…

Και στο κομμάτι των ανθρώπων -ναι, είμαστε λίγο αγριεμένοι, αλλά υπάρχει και μια ελευθερία που, νομίζω, τροφοδοτείται από αυτόν τον ήλιο. Δηλαδή, πόσο συχνά θα πάρω έναν φίλο και θα πω: “Έβγαλε ήλιο σήμερα. Άστο το γραφείο -πάμε να πιούμε τσίπουρα μεσημεριάτικα.” Αυτό το πράγμα… δεν ξέρω αν υπάρχει αλλού.

Αυτό δεν το έχω πετύχει αλλού. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, αν πετύχω έναν φίλο στον δρόμο και πούμε “πού είσαι ρε, έχουμε να βρεθούμε τόσο καιρό, να πιούμε έναν καφέ”, πρέπει να βγάλουμε τα ημερολόγια και οι δύο. Να πούμε “ναι, σε έναν μήνα”, να κλείσουμε και τραπέζι στην καφετέρια.

Μ’ αρέσει αυτό το χύμα το ελληνικό. Είναι ωραίο, έχει μια ελευθερία -μέχρι ένα σημείο βέβαια. Γιατί υπάρχει και το άλλο χύμα που δεν μ’ αρέσει. Το να οδηγώ και να σταματάω με αλάρμ στη μέση του δρόμου, να κλείνω μια λωρίδα για να πάω στο περίπτερο -αυτό δεν το θέλω. Ή το “έλα μωρέ” και πετάω τα τσιγάρα από το αμάξι, μου φαίνεται αηδία.

Αλλά το άλλο χύμα -το “πάμε για έναν καφέ τώρα”, το “έλα μωρέ, κάτσε λίγο ακόμα, να ξενυχτήσουμε”, το “πάμε για ένα τσίπουρο έτσι ξαφνικά” -αυτό μ’ αρέσει. Έχει μια ζωντάνια, μια φασαρία ωραία.

Soteur, Αριστοτέλης Σπηλιωτόπουλος/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Η αγαπημένη μου γειτονιά στην Αθήνα; Δεν έχω. Έχω μείνει πραγματικά σε όλη την Αθήνα. Είχα κάποτε το “high score” με τα περισσότερα σπίτια στην παρέα. Από τα 17 μου μένω μόνος μου και, κατά μέσο όρο, αλλάζω σπίτι κάθε έναν χρόνο. Με διώχνανε, έφευγα, δεν μ’ άρεσε… Έχω μείνει με συγκάτοικους -έναν, δύο, άγνωστους και φίλους- με αγόρια, με κορίτσια, με κοπέλα μου, με κοπέλα που ήταν συγκάτοικος και μετά τα φτιάξαμε… ό,τι να ’ναι.

Δεν έχω αγαπημένες περιοχές, όλες μ’ αρέσουν. Ούτε αγαπημένα στέκια έχω. Επειδή βγαίνω πάρα πολύ λόγω δουλειάς, φαίνομαι πολύ εξωστρεφής -ότι είμαι όλη μέρα έξω, παρτάρω και πίνω. Στην πραγματικότητα δεν είμαι έτσι. Αν με αφήσεις μόνο μου, τις 9 στις 10 φορές θα προτιμήσω να είμαι σπίτι, χαλαρός, να ξεκουράζομαι.

Το πού μ’ αρέσει να βγαίνω έχει να κάνει πιο πολύ με την παρέα και την άνεση. Αν με ρωτήσεις “πού πάμε να φάμε;”, θα σου πω: κάπου να μπορούμε να αράξουμε, να χαλαρώσουμε, να μη μας κυνηγάει κάτι. Να έχει ήλιο και να κάτσω ήσυχος.

Δεν έχω στέκια με την έννοια ότι πηγαίνω πάντα κάπου συγκεκριμένα. Εντάξει, υπάρχουν μαγαζιά που είναι της μόδας κατά καιρούς. Τώρα, ας πούμε, μου αρέσει πολύ η Ευλαλία, αλλά αν η παρέα αρχίσει να πηγαίνει αλλού, θα πηγαίνω κι εγώ εκεί.

Αυτό που δεν αντέχω καθόλου είναι η φάση με τις κρατήσεις. Να πρέπει να κλείσω τραπέζι, να περιμένω σε ουρά… μου τη δίνει στα νεύρα. Μου χαλάει όλη τη χαλάρωση που λέγαμε πριν. Είμαι και λίγο diva, εντάξει. Θέλω να πάω και να κάτσω. Αν είναι να βγω για να χαλαρώσω, δεν θέλω πρόγραμμα. Και το άλλο που δεν αντέχω είναι όταν σου λένε “έχετε το τραπέζι μέχρι τις 9”. Μετά έχουμε άλλη κράτηση. Όχι, δεν γίνεται αυτό. Μου έχει τύχει άπειρες φορές.

Επίσης, δεν μου αρέσει που πλέον όλα τα μαγαζιά είναι λίγο προκάτ -ίδια μεταξύ τους. Και επειδή δεν με νοιάζει και τόσο το “πού”, πηγαίνω σε μέρη που κρατάνε μια αυθεντικότητα.

Έκανα πρόσφατα έναν τεράστιο περίπατο στην Αθήνα. Περπάτησα από την Καισαριανή μέχρι τα Εξάρχεια -έκανα κύκλους, δύο-δυόμισι ώρες. Ήθελα να περάσω από όλα τα σπίτια που έχω μείνει: Καισαριανή, Βύρωνας, Παγκράτι, Εξάρχεια… έκανα ολόκληρη διαδρομή. Και κατέληξα στα Εξάρχεια, μισή ώρα πριν από ένα ραντεβού που είχα. Λέω, κάτσε να πιώ μια μπίρα κάπου, να αράξω λίγο. Κοιτάω ένα μαγαζί -λέω “πω πω, τι είναι αυτό τώρα…”. Μαγαζί που είτε είναι στα Εξάρχεια είτε είναι στο Παγκράτι είτε είναι στο Βερολίνο είναι το ίδιο, σαν να το είχες κάνει download από το Pinterest. Θέλω λίγο χαρακτήρα, λίγο αυθεντικότητα.

Δεν με φοβίζει το AI. Πιο πολύ με φοβίζει το πώς το διαχειριζόμαστε. Εγώ το βλέπω σαν εργαλείο. Αν το χρησιμοποιείς λάθος, καταστράφηκες. Και είναι 99% σίγουρο ότι θα το χρησιμοποιήσουμε λάθος.

Άσχετα με το δημιουργικό κομμάτι, το AI απαιτεί ενέργεια για να δουλέψει. Οι servers, ας πούμε, του ChatGTP καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες νερού για να ψύχονται. Δηλαδή, όταν μπαίνω και το χρησιμοποιώ, καταναλώνω ενέργεια. Οπότε, δεν γίνεται να πίνεις καφέ με χάρτινο καλαμάκι και ταυτόχρονα να χρησιμοποιείς το Chat GTP για το καθετί. Υπάρχουν περιοχές στον κόσμο που έχουν λειψυδρία. Κι εμείς μπαίνουμε και το χρησιμοποιούμε για πράγματα που θα μπορούσαμε απλά να ψάξουμε στο Google.

Οπότε ναι, χρησιμοποίησέ το σαν εργαλείο. Αλλά σαν εργαλείο -όχι για να αντικαταστήσεις τον εγκέφαλό σου. Αυτό που με τρελαίνει είναι ότι έχουμε αρχίσει να μη σκεφτόμαστε. Το βλέπω πολύ μέσα από τη ζωγραφική. Είναι χειρονακτική δουλειά -θέλει χρόνο, θέλει υπομονή, θέλει να κάνεις λάθη. Δεν γίνεται να πατάς ένα κουμπί και να βγαίνει ένας πίνακας. Πού είναι η διαδικασία; Πού είναι η δημιουργία;

Το λέει πολύ ωραία μια τύπισσα που δηλώνει AI ethicist: ότι το AI αυτή τη στιγμή μεγαλώνει το ταξικό χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Ότι το έχουν πάρει οι φτωχοί και οι “απαίδευτοι” -κι εγώ μέσα, δεν βγάζω τον εαυτό μου απ' έξω. Το χρησιμοποιούμε χωρίς να εξελίσσουμε τον εγκέφαλό μας: δεν διαβάζουμε, δεν γράφουμε, δεν δημιουργούμε όπως πριν.

Οι πλούσιοι δεν το χρησιμοποιούν έτσι. Το χρησιμοποιούν σαν εργαλείο δουλειάς, αλλά συνεχίζουν να διαβάζουν βιβλία, να γράφουν, να καλλιεργούνται.

Αν εγώ γράφω ό,τι κείμενο έχω μέσα από το AI, μετά σταματάω να ξέρω να γράφω. Έχω φίλους καθηγητές που λένε ότι δεν έχει νόημα να βάζουν εργασίες -όλοι τις περνάνε από AI. Οπότε τα παιδιά δεν μαθαίνουν να γράφουν.

Οπότε, όχι, δεν φοβάμαι το AI. Με αγχώνει το πού πάει ο κόσμος -όχι αν θα μου “πάρει” τη δουλειά. Άλλωστε, κάποιος που αγοράζει έναν πίνακά μου δεν τον παίρνει μόνο για την εικόνα, αλλά και για τη σύνδεση με τον καλλιτέχνη, για την ιστορία πίσω από αυτόν. Γι’ αυτό, και στην ιστορία της τέχνης θυμόμαστε ονόματα, όχι έργα. Τον Πικάσο τον ξέρεις, αλλά πόσους πίνακες μπορείς να ονομάσεις; Δεν μιλάμε μόνο για τη ζωγραφιά -μιλάμε για την ιστορία. Εκεί γίνεται η σύνδεση.

Οπότε, δεν θεωρώ ότι τα εικαστικά θα επηρεαστούν τόσο πολύ. Άλλες δουλειές, πιο τεχνικές, επηρεάζονται ήδη -αλλά και πάλι δεν μπορεί το Chat GTP να κάνει τη δουλειά που κάνει ένας έμπειρος επαγγελματίας.

Soteur/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Όχι, δεν έχω σκεφτεί τι θέλω να κάνω σε 10 χρόνια από τώρα. Το όνειρό μου είναι να συνεχίσω έτσι, να έχω την ησυχία μου, να μπορώ να είμαι δημιουργικός, να βρω τις ισορροπίες μου, ανάμεσα στη δουλειά, τη δημιουργικότητα και την προσωπική μου ζωή -που είναι τρία διαφορετικά πράγματα για μένα. Δεν έχω κάποιο τρελό όνειρο. Θέλω να μπορώ να είμαι ανεξάρτητος, ελεύθερος και δημιουργικός.

Επιτυχία για μένα είναι ηρεμία και ελευθερία. Για παράδειγμα, πριν από λίγο καιρό, μια Τετάρτη, ξεκίνησα το πρωί με προπόνηση -άρχισα ξανά πολεμικές τέχνες. Μετά από μια ώρα, είχα ψυχοθεραπεία και μετά από τρεις ώρες φυσικοθεραπεία.

Και γύρισα σπίτι και σκέφτηκα: “Ουάου, τι self-care μέρα ήταν αυτή!” Έκανα την προπόνησή μου, την ψυχοθεραπεία μου, τη φυσικοθεραπεία μου. Αυτό είναι τρελός πλούτος. Και μάλιστα μια Τετάρτη που, αντί να έχω το άγχος να βγάλω λεφτά, να μπορώ να κάνω τη γυμναστική μου, τη θεραπεία μου, να μαγειρέψω, να έχω την ηρεμία μου και να δουλέψω το βράδυ.

Αυτό θέλω να μπορώ να κάνω. Όχι κάθε μέρα, αλλά όταν τυχαίνει. Εκείνη τη μέρα, είπα σε μια φίλη μου “σαν άνεργος πλούσιος έζησα σήμερα”! Ή, αντίστοιχα, μια μέρα με ωραίο καιρό το μεσημέρι: παίρνεις τον φίλο σου, κλείνεις το μαγαζί, κλείνεις τη δουλειά, πάτε να φάτε. Αυτό είναι το τέλειο.

Αυτός είναι ο στόχος μου. Και κατά τα άλλα, όλα αυτά τροφοδοτούν την τέχνη μου. Ό,τι κάνω, καταλήγει στη δημιουργικότητα. Δεν υπάρχει περίπτωση να καταλήξω να μην κάνω τίποτα. Αν έχω δύο μέρες κενές, μετά θα με τρώει να πάω να ζωγραφίσω ή να κάνω κάτι δημιουργικό.